Συρακοσία: το μεγαλύτερο πλοίο της αρχαιότητας


Αρχίμηλος, Επίγραμμα για την κατασκευή της Συρακοσίας του Ιέρωνος

        Δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα για τον συγκεκριμένο ποιητή. Το ποίημα διασώζει ο Αθήναιος (5 206 D - 5 209 Β) και ισχυρίζεται ότι το βρήκε στο έργο κάποιου Μοσχίωνος, για τον οποίο επίσης δεν έχουμε καμία πληροφορία, εκτός από τα γραφόμενά του που πλαισίωναν το επίγραμμα και τα οποία καταγράφει πιστά ο Αθήναιος. Το κείμενο του επιγράμματος και ο σχολιασμός του Μοσχίωνος περιγράφουν την κατασκευή, την ανέλκυση, τον εξοπλισμό και το φορτίο ενός γιγαντιαίου πλοίου, το οποίο κατασκευάστηκε για λογαριασμό του Ιέρωνος από κάποιον Κορίνθιο με το όνομα Αρχίας, για τον οποίον επίσης δεν είναι τίποτα γνωστό. Λέγεται ότι στο όλο εγχείρημα βοήθησε ο ίδιος Αρχιμήδης. Ενώ  ο αρχικός σκοπός του πλοίου ήταν το εμπόριο με την Ελλάδα, το σκάφος αποδείχθηκε πολύ μεγάλο για οποιοδήποτε ελληνικό λιμάνι και τελικά ο Ιέρων το έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Πτολεμαίο.[1] Πρέπει να υποθέσουμε ότι ο χρόνος των γεγονότων είναι η περίοδος ειρήνης και ευημερίας στις Συρακούσες υπό την εξουσία του Ιέρωνος Β΄ (270-215 π.Χ.),[2] ενώ ο Πτολεμαίος που υπονοείται θα ήταν ο Πτολεμαίος ο Ευεργέτης (246-221 π.Χ.).
      Το ποίημα είναι γραμμένο σε δωρική ελληνική διάλεκτο, κατάλληλη για ένα ακροατήριο στις ίδιες τις Συρακούσες, ενώ οι δεικτικές λέξεις στους στίχους 1, 4, 14, 18 υπονοούν ότι το πλοίο είναι ορατό στους παραλήπτες του κειμένου ή στο ακροατήριο. Είναι πιθανό ότι ο τύραννος ανέθεσε στον Αρχίμηλο την σύνθεση του κειμένου με την ευκαιρία της ίδιας της καθέλκυσης του πλοίου.[3]  


Επίγραμμα για το πλοίο του Ιέρωνος

(Supplementum Hellenisticum 202:)

Ποιος έστησε πάνω στη γη αυτό το πελώριο καράβι;[4]
Ποιος βασιλιάς με σκοινιά ακάματα το καθείλκυσε;[5]
Πώς στερεώθηκε το σανίδωμα στου πλοίου τα στηρίγματα;[6]
Με ποιο τσεκούρι κομμένα τα ξυλόκαρφα έφτιαξαν τούτο το σκάφος[7]
που είναι ίσο στο ύψος με τις κορυφές της Αίτνας[8]
και ίσο στο πλάτος, χάρη στους τοίχους των δυο του πλευρών, με νησί
των Κυκλάδων που τις ενώνει το νερό του Αιγαίου.
Στ’ αλήθεια Γίγαντες θα το πελέκησαν για ουράνια ταξίδια.
Γιατί ακουμπάει τ’ άστρα με τις άκρες απ’ τα κατάρτια του
και οι τριπλοπλεγμένοι του πύργοι στέκουν μέσα σε νέφη μεγάλα.[9]
Οι άγκυρές του στηρίζονται σε σκοινιά τόσο μεγάλα σαν εκείνα
με τα οποία ο Ξέρξης έδεσε το πέρασμα το διπλό στην Σηστό και την Άβυδο.[10]
Αναγγέλλει στα στιβαρά του πλοίου πλευρά ένα επίγραμμα,
τώρα δα χαραγμένο, ποιος από τη στεριά κύλησε το καράβι ως τη θάλασσα.[11]
Γιατί λέει ότι είναι ο Ιέρων, ο γιος του Ιεροκλή, σε όλη την Ελλάδα
και τα νησιά πλούσιο καρπό που φέρνει ως δώρο,
ο δωρικός κάτοχος του σκήπτρου της Σικελίας.[12] Όμως, Ποσειδώνα,
φύλαγε αυτό το πλοίο μέσα στα γαλάζια κύματα.




[1] Το αρχικό όνομα του πλοίου ήταν Συρακοσία, αλλά όταν το παρέλαβε ο Πτολεμαίος το μετονόμασε σε Αλεξανδρίς. Η ονομασία Συρακοσία του ταίριαζε απόλυτα, επειδή αποτελούσε πραγματικά μια πλωτή πόλη με όλα τα μέσα που διέθετε (τείχη,  δικαστήρια,  γυμναστήρια, αμυντικά όπλα σχεδιασμένα από τον Αρχιμήδη, λουτρά κ.ο.κ.). Αλλά και η ονομασία Αλεξανδρίς του ταίριαξε αργότερα, επειδή από τη στιγμή που έφτασε στην Αλεξάνδρεια δεν μετακινήθηκε ξανά από εκεί.
[2] Εκτός από την εξύμνηση του ίδιου του πλοίου, το δεύτερο κύριο θέμα του ποιήματος είναι  η εξύμνηση του Ιέρωνος, ο οποίος παρομοιάζεται έμμεσα με τους Γίγαντες και τον Πέρση βασιλιά, ενώ η ταυτότητά του αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος του κειμένου, για λόγους μεγαλύτερου εντυπωσιασμού.
[3] Από την άλλη δεν είναι απαραίτητο ο Μοσχίων να ήταν σύγχρονος με τον ποιητή του κειμένου, δηλαδή τον Αρχίμηλο. Ο Αθήναιος αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Μοσχίωνα ο Ιέρων με δικά του έξοδα έστειλε ένα φορτίο χιλίων μεδίμνων σιταριού από τη Σικελία στον Πειραιά ως πληρωμή στον Αρχίμηλο για το επίγραμμά του που υμνούσε το πλοίο.
[4] Η αναφορά είναι εδώ στο πρώτο στάδιο κατασκευής του πλοίου, όταν ακόμη συναρμολογείται στη στεριά. Το καράβι χαρακτηρίζεται ως πελώριο. Τα μεγαλύτερα εμπορικά πλοία περιγράφονται συνήθως στα κείμενα της αρχαιότητας ως μυριοφόρα, δηλαδή ως ικανά να μεταφέρουν φορτίο δέκα χιλιάδων ταλάντων. Το πλοίο του Ιέρωνος, σύμφωνα με τον Μοσχίωνα (Αθήναιος 5 209 Α), μπορούσε να μεταφέρει εξήντα χιλιάδες τάλαντα σιτηρών, δέκα χιλιάδες τάλαντα αποξηραμένων ψαριών, είκοσι χιλιάδες τάλαντα ξυλείας και είκοσι χιλιάδες τάλαντα διαφόρων άλλων προϊόντων. Το συνολικό άθροισμα αγγίζει το παράλογο και μάλλον αποτελεί υπερβολή: εκατόν δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επιπλέον ο Μοσχίων, περιγράφοντας την πολυτέλεια  των δωματίων, των λουτρών, των στεγασμένων διαδρόμων στο κατάστρωμα, οι οποίοι σκιάζονταν από αμπέλια και ολόκληρους κήπους μέσα σε πιθάρια, προσθέτει την ύπαρξη μιας βιβλιοθήκης, στάβλων για τα ζώα κ.ο.κ. Όταν ο Σουητώνιος περιγράφει το πλοίο του Καλιγούλα εμφανίζεται μια παρόμοια πολυτέλεια. Το πλοίο του Καλιγούλα ήταν αυτό που μετέφερε από την Αίγυπτο τον οβελίσκο, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο Βατικανό και ο οποίος ζυγίζει 496 τόνους. Σ’ αυτό το βάρος πρέπει να προσθέσουμε και τους 800 τόνους φακές που μετέφερε μαζί με τον οβελίσκο. Πράγματι το φορτίο του πλοίου του Καλιγούλα είναι εντυπωσιακό, αφού αγγίζει τους χίλιους τριακόσιους τόνους. Ωστόσο το πλοίο που περιγράφει ο Μοσχίων και το επίγραμμά μας μεταφέρει τρεις φορές περισσότερο φορτίο, χωρίς να υπολογίσουμε τους στάβλους, τη βιβλιοθήκη κ.τ.λ.
[5] Σύμφωνα με τον Μοσχίωνα ο Αρχιμήδης επινόησε ένα είδος βαρούλκου για να μεταφερθεί το πλοίο μέχρι τη θάλασσα. Το βαρούλκο αυτό ονομάστηκε έλιξ. Η ιστορία που καταγράφει ο Μοσχίων μοιάζει μ’ εκείνη που αναφέρει ο Πλούταρχος στη βιογραφία του Μάρκελλου (14): ο Ιέρων ζήτησε από τον Αρχιμήδη να του κάνει μια επίδειξη για το πώς μπορεί να μετακινηθεί ένα πολύ βαρύ φορτίο από μια μικρή δύναμη και ο Αρχιμήδης απάντησε κατασκευάζοντας ένα τεράστιο πλοίο, το οποίο στη συνέχεια, πλήρες με φορτίο και άντρες, το έριξε στη θάλασσα με τη βοήθεια ενός πολύσπαστου.
[6] Οι δρύοχοι ήταν στηρίγματα της καρίνας του πλοίου στη διάρκεια της κατασκευής. Ο Μοσχίων μάς πληροφορεί ότι, αφού τοποθετήθηκε το σανίδωμα στον ξύλινο σκελετό του πλοίου, στη συνέχεια τοποθετήθηκε αμέσως από πάνω μια μολύβδινη στρώση.
[7] Τα ξυλόκαρφα στερέωναν το σανίδωμα, αλλά ο Μοσχίων ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκαν και τεράστια καρφιά από μπρούντζο που στη συνέχεια σφραγίστηκαν στη θέση τους με πίσσα.
[8] Η προφανής επιλογή βουνού για να συγκριθεί μαζί του το πλοίο, αλλά και το μέρος από όπου προήθλε το μεγαλύτερο μέρος της ξυλείας, σύμφωνα με τον Μοσχίωνα.
[9] Πρόκειται για αναφορά στους περίπλοκους πύργους πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου που χρησίμευαν για άμυνα από τους πειρατές ή για πολεμικούς σκοπούς. Ωστόσο το επίθετο τριέλικτος μπορεί να παραπέμπει και στο γεγονός ότι το πλοίο διέθετε τρία κατάρτια (Αθήναιος 5 208 D),
[10] Υπονοούνται εδώ οι δύο γέφυρες από σχοινί που έφτιαξε ο Ξέρξης το 480 στο στενό του Ελλήσποντου, ανάμεσα στην Άβυδο, στην ασιατική πλευρά, και την Σηστό, στην ευρωπαϊκή πλευρά.
[11] Εδώ, στο τέλος του ποιήματος, παίρνουμε την απάντηση των ερωτήσεων της αρχής του κειμένου. Η απάντηση υποτίθεται ότι έχει τη μορφή  μιας επιγραφής που είναι χαραγμένη σε κάποια από τις πλευρές του πλοίου και αναφέρει το όνομα του Ιέρωνος.
[12] Η Σικελία αποτελούσε κύρια πηγή τροφοδοσίας της Ελλάδας με σιτηρά. Ο Μοσχίων μας πληροφορεί ότι το πλοίο  ήταν πολεμικό, αλλά ότι ο Ιέρων το φόρτωσε με διάφορα εμπορεύματα και θέλησε να το χρησιμοποιήσει και για εμπορικούς σκοπούς. Η πρόθεση αυτή του  Ιέρωνος, ο οποίος γέμισε το πλοίο με σιτηρά, παρουσιάζεται εδώ με κολακευτικό τρόπο ως δώρο του τυράννου προς την Ελλάδα και τα νησιά. Ακόμη και η λέξη δωρικός, που παραπέμπει στην ταυτότητα των Συρακουσών, αλλά αναφέρεται προσωπικά στον Ιέρωνα, μοιάζει να αποτελεί ένα λογοπαίγνιο και με τη λέξη δώρο.
Ο Ιέρων αποκαλείται εδώ βασιλιάς ολόκληρης της Σικελίας, επειδή οι Συρακούσες ήταν η μεγαλύτερη πόλη του νησιού. Στην πραγματικότητα ο ίδιος και το νησί βρισκόταν υπό την επικυριαρχία των Ρωμαίων.