Ανώνυμη Θεογονία


Σε πάπυρο του 3ου αιώνα μ.Χ. (P.Oxy. 2816) υπάρχουν τα υπολείμματα ενός κατά πάσα πιθανότητα θεογονικού ποιήματος στα ίχνη του ανάλογου ησιόδειου. Άλλωστε πολλές λέξεις και εκφράσεις που βρίσκουμε σ' αυτό παραπέμπουν άμεσα στον αρχαίο επικό ποιητή. Οι στίχοι 1-8 φαίνεται να αποτελούν το προοίμιο του ποιήματος με επίκληση στις Μούσες, ενώ από το στίχο 9 αρχίζει η καθαυτό θεογονία. Οι γνώμες για τη χρονολόγηση του ποιήματος ποικίλλουν μεταξύ του 3ου αιώνα π.Χ. και του 3ου αιώνα μ.Χ.

(Supplementum Hellenisticum 938:)
Μούσες της Πιερίας,  κόρες του Δία, υψηλού βασιλιά,
που των θεών τη γέννηση υμνείτε και τα λαμπρά δώρα
του παντοδύναμου πατέρα σας, στον χρυσό Όλυμπο να πάτε,
από την Πιερία, απ' το άγιο όρος ορμώντας,
αφήνοντας τον Ελικώνα τον ψηλόκορφο.
Κι αφού την ομίχλη ντυθείτε, ξεκινήστε εύηχο άσμα,
και σ' εμένα τον ψάλτη καινούργιο εμπνεύστε τραγούδι,
ομιχλώδεις ελάτε εμπρός μου και σηκώστε τον άντρα το θείο: [1]
όταν των θεών ο πατέρας[2] ποθούσε τον δίχως όρια κόσμο
να μετατρέψει σε σπίτι αιώνια άθικτο για τα παιδιά του,
τότε στον επιδέξιο νου του σκεφτόταν επιμελώς ο θεός
πώς σε όλα να θέσει τα όρια που πρέπουν.
Φοβότανε μήπως πιάσουν μεταξύ τους την έριδα
του αιθέρα η άσβεστη δύναμη και η άπειρη γη
και το μέγα πέλαγος που μανιάζει με ανίκητα κύματα,
και στο Χάος σμίξουνε πάλι, γοργά πέσουν στο ζόφο.
Έτσι τον αιθέρα πρώτα (ξεχώρισε) [                                       ]…



[1] Δηλ. τον ποιητή.
[2] Δεν αναφέρεται το όνομα του θεού-πατέρα, ο οποίος πάντως θέτει όρια στον άπειρο κόσμο, ώστε τα τρία στοιχεία, αέρας, γη, νερό, να μην μάχονται μεταξύ τους και επιστρέψουν στο Χάος.