Ερμητική τελετουργική προσευχή στον Ύψιστο Πατέρα


Αυτή η σύντομη, σχεδόν άριστα διατηρημένη, ερμητική προσευχή εκφράζει σε προσεκτικά διατυπωμένη λειτουργική γλώσσα την ευγνωμοσύνη κάποιου που έχει λάβει θεοποιό γνώση. Σώζεται σε 3 εκδοχές: στο ελληνικό πρωτότυπο, σε μια λατινική και σε μια κοπτική μετάφραση. Το πλαίσιο της προσευχής είναι διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. Στο ελληνικό κείμενο, που ονομάζεται Πάπυρος Mimaut, είναι μέρος μιας ευρύτερης προσευχής ενσωματωμένης σε μια μαγική σύνθεση. Στον λατινικό Ασκληπιό αποτελεί την ολοκλήρωση της πραγματείας. Και στον κοπτικό κώδικα η προσευχή είναι προσαρτημένη ως είδος παραρτήματος σε ένα άλλο ερμητικό κείμενο που προηγείται, την πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος. Αυτό υποδηλώνει ότι η προσευχή ήταν αρχικά ένα ανεξάρτητο κομμάτι της παράδοσης.
Η προσευχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα σαφή αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζει σχετικά με την ύπαρξη ερμητικών λατρευτικών πρακτικών. Η ίδια η προσευχή αντανακλά λειτουργική χρήση, όπως βεβαιώνει η ισορροπημένη της γλώσσα. Επιπλέον, στην κοπτική εκδοχή η καταληκτική δήλωση αναφέρει έναν τελετουργικό εναγκαλισμό (που απαντά επίσης στο Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος) μετά την προσευχή, καθώς και ένα λατρευτικό γεύμα. Αυτές οι αναφορές σε λατρευτικές πρακτικές δείχνουν ότι υπήρχαν ερμητικές κοινότητες αφιερωμένες στην ενθάρρυνση της οραματικής εμπειρίας και στη διατήρηση της μυστικής γνώσης που κοινωνείται μέσω της εν λόγω εμπειρίας. Η κοπτική κεφαλίδα «αυτή είναι η προσευχή που είπαν» ήταν μόνο μια εισαγωγική γραμμή. Μαζί με τη καταληκτική δήλωση σχηματίζει απλώς ένα αφηγηματικό πλαίσιο για την προσευχή.
Παρακάτω αποδίδεται το ελληνικό κείμενο, ενώ με μαύρα χοντρά γράμματα οι κοπτικές προσθήκες. Για το κοπτικό κείμενο συμβουλεύτηκα τη μετάφραση των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott.
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 30-11-2016

Ερμή του Τρισμέγιστου: πραγματεία περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος (από την απόκρυφη βιβλιοθήκη του Ναγκ Χαμαντί)


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Η πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος αποτελεί ένα από τα τρία ερμητικά κείμενα που βρέθηκαν στον 6ο κώδικα της κοπτικής βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί. Τα τρία ερμητικά έργα ακολουθούν το ένα το άλλο στο τέλος του κώδικα, ενώ τα κείμενα που προηγούνται έχουν ποικίλη προέλευση και έμπνευση. Το πρώτο από τα τρία κείμενα (NHC VI 6), ο διάλογος Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος, είναι ακριβώς το έργο το οποίο μεταφράζεται και σχολιάζεται παρακάτω. Το δεύτερο ερμητικό κείμενο (NHC VI 7) παραδίδεται χωρίς τίτλο και αποτελεί κοπτική μετάφραση μιας προσευχής που το ελληνικό της πρωτότυπο ανευρίσκεται στον μαγικό πάπυρο PGM III 591-609. Έχει ως επιπλέον παράλληλο την λατινική παράφραση του Ασκληπιού 41, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τη λατινική μετάφραση του χαμένου ελληνόγλωσσου Τέλειου Λόγου. Το τελευταίο ερμητικό κείμενο του κοπτικού κώδικα (NHC VI 8) αποτελεί επίσης ένα απόσπασμα μεταφρασμένο από τον Τέλειο Λόγο και έχει ως παράλληλο τον λατινικό Ασκληπιό 21-29.
Το παρόν κείμενο είναι μοναδικό από την άποψη ότι δεν μας ήταν γνωστό από κάποια άλλη παράδοση πριν έρθουν στο φως τα κείμενα της κοπτικής βιβλιοθήκης. Ο τίτλος του έχει χαθεί, αλλά οι σύγχρονοι ειδικοί το έχουν ονομάσει με τον τρέχοντα τίτλο από μια φράση, η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματεία. Το βιβλίο περιγράφει την διαδικασία με την οποία κάποιος πνευματικός οδηγός, δηλαδή μυσταγωγός, οδηγεί έναν μυούμενο σε μια μυστικιστική εμπειρία, μια πνευματική «άνοδο». Προκειμένου να κατανοήσουμε, στο βαθμό που είναι δυνατόν, το κείμενο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι όροι «Ογδοάδα» και «Εννεάδα» αντιπροσωπεύουν την όγδοη και την ένατη σφαίρα που περιβάλλουν τη γη. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι επτά πρώτες σφαίρες, δηλαδή αυτές του ήλιου, της σελήνης και των πέντε πλανητών, έλεγχαν σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη ζωή, αλλά δεν ήταν αναγκαστικά φιλάνθρωπες. Η όγδοη και η ένατη σφαίρα αποτελούν επομένως την αρχή του πραγματικά καθαρού θεϊκού βασιλείου, πέρα από τον έλεγχο των κατώτερων δυνάμεων. Στον θάνατο η ψυχή ταξιδεύει μέσα από τις επτά σφαίρες και, αν το πέρασμα της είναι επιτυχές, φτάνει στην όγδοη και την ένατη, όπου και γνωρίζει την αληθινή μακαριότητα. Επιπλέον η όγδοη και η ένατη σφαίρα μπορούν συμβολικά να υποδεικνύουν προχωρημένα επίπεδα πνευματικής ανάπτυξης στην παρούσα ζωή. Η πραγματεία πιθανώς υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας ακόμη ανώτερης, δέκατης σφαίρας, όπου κατοικεί ο ίδιος ο Θεός, μολονότι αυτό δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο από τα λεγόμενα.
Η πραγματεία ξεκινά με μια εισαγωγική συζήτηση μέσω της οποίας ο υποψήφιος για μύηση εξασφαλίζει την αποδοχή από τον μυσταγωγό του αιτήματός του να βιώσει την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας. Η διαδικασία που θα οδηγήσει στην εμπειρία ξεκινά με μια σειρά οδηγιών που κορυφώνεται σε μια προσεκτικά διατυπωμένη προσευχή. Στην καρδιά της προσευχής βρίσκεται η απαίτηση για μια οραματική εμπειρία. Ακολουθεί ένας εναγκαλισμός μεταξύ των δύο συμμετεχόντων και στη συνέχεια ο μυσταγωγός έχει το όραμά του.  Κατόπιν, υπό την καθοδήγηση του  μυσταγωγού,  ο μαθητής εισέρχεται οραματικά στην όγδοη και στη συνέχεια στην ένατη σφαίρα. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν ευχαριστήριο ύμνο εκ μέρους του μαθητή, καθώς και με οδηγίες καταγραφής και διατήρησης της αφήγησης της εμπειρίας.
Το έργο προϋποθέτει την ύπαρξη πρωιμότερων επιπέδων πνευματικής ανάπτυξης. Δεν περιγράφονται λεπτομερειακά, άλλα δύο τουλάχιστον πράγματα πρέπει να έχουν συμβεί για να είναι κανείς έτοιμος για την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας: πρώτον να έχει επιτύχει καθαρότητα στη ζωή του σύμφωνα με το πρότυπο του θεϊκού νόμου και δεύτερον να έχει εξαλείψει την άγνοιά του μέσω της γνώσης που θα έχει κατακτήσει από τα ιερά ερμητικά βιβλία. Η επιτυχία των τελευταίων σταδίων της μύησης απαιτεί ο μυσταγωγός να έχει πρώτα την δική του  μυστικιστική εμπειρία-όραμα, προκειμένου να γίνει η ενσάρκωση του συμπαντικού Νου, ο οποίος αποτελεί την ένατη σφαίρα. Ο μαθητής τότε εισέρχεται στην όγδοη σφαίρα αναγνωρίζοντας την παρουσία του συμπαντικού Νου και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν την αναγνώριση μετέχοντας στον  χορό των φωνών των πνευματικών όντων που κατοικούν στην όγδοη σφαίρα και ψάλλουν έναν σιωπηλό ύμνο στον παγκόσμιο Νου. Φτάνει στην ένατη σφαίρα, όταν έχει την εμπειρία της δικής του ενότητας μ’ αυτόν το Νου και όταν λάβει την επιβεβαιωτική ενόραση στην οποία ο χορός της όγδοης σφαίρας τραγουδά πια γι’ αυτόν τον ίδιο!
Αυτό και άλλα ερμητικά κείμενα μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο μικρών ομάδων αφιερωμένων στην απόκρυφη γνώση και τη μυστικιστική εμπειρία. Σε αυτές τις ομάδες οι προχωρημένοι θα δίδασκαν και θα καθοδηγούσαν τους νεόφυτους  με τη βοήθεια και ορισμένων τελετουργικών πράξεων, όπως προσευχών και  ύμνων,  τους οποίους άλλωστε συναντάμε σε πολλά ερμητικά κείμενα. Επίσης οι πραγματείες πιθανότατα χρησίμευαν ως βάση για συζήτηση μεταξύ των μελών των ομάδων, αλλά και ως κείμενα για προσωπικό διαλογισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο συγγενεύει με ελληνικά φιλοσοφικά σχήματα, πλατωνικά, στωικά και άλλα. Ωστόσο υπάρχει ένα αιγυπτιακό επίχρισμα με την αναφορά στην αιγυπτιακή πόλη της Διοσπόλεως, στα ιερογλυφικά και στους Θεούς με πρόσωπα ζώων, όλα αυτά προς το τέλος του κειμένου. Το έργο στην παρούσα μορφή του χρονολογείται πιθανότατα στον δεύτερο αιώνα μ.Χ.
Το κείμενό μας εμφανίζει συνηχήσεις με αρκετά κείμενα της ερμητικής παράδοσης, προπάντων όμως με την 1η και την 13η πραγματεία του Corpus Hermeticum. Επίσης εμφανίζονται θέματα που απαντούν και αλλού στην ερμητική παράδοση, όπως λόγου χάρη το θέμα της ομορφιάς, το οποίο εμφανίζεται επίσης στην 6η ερμητική πραγματεία (CH 6.4-5) καθώς και στους λεγόμενους αρμενικούς Ορισμούς (10.1). Το εκστατικό όραμα μέσω του οποίου ο εκλεκτός, έχοντας ήδη κατακτήσει την Εβδομάδα, φτάνει στη θέαση της Ογδοάδος καθώς και των ψυχών και των αγγέλων που τραγουδούν μέσα στη σιωπή ύμνους προς την Εννεάδα και τις δυνάμεις της καθώς και στον Θεό αγγίζοντας την αθάνατη ζωή, έχει την αντιστοιχία του με την 1η ερμητική πραγματεία, τον περίφημο Ποιμάνδρη (CH 1.25-26),  όπου ο άνθρωπος, υπερβαίνοντας την έβδομη σφαίρα, θεάται την φύση της όγδοης και των δυνάμεων που τραγουδούν ύμνους προς τιμήν του Πατέρα, προς τον οποίο στη συνέχεια ανέρχονται όσοι έχουν φτάσει στην Ογδοάδα και γίνονται κατόπιν θεοί. Αυτό το διάστημα, το οποίο στον Ποιμάνδρη είναι ανώτερο από την Ογδοάδα, πιθανότατα αντιστοιχεί στην Εννεάδα της παρούσας πραγματείας. Η οπτική είναι δίχως αμφιβολία ένα μείγμα κοσμολογίας και αστρολογίας, όπου στην Εβδομάδα μπορούμε να αντιστοιχίσουμε την σφαίρα του Κρόνου, στην Ογδοάδα τον ουρανό των απλανών αστέρων, ο οποίος αποτελεί ένα όνομα του Θεού σύμφωνα με τον μαγικό πάπυρο PGM XIII 743, 753, ενώ η Εννεάδα είναι κατά συνέπεια ο  συμβολικός τόπος για εκείνους οι οποίοι έχουν υπερβεί τον φυσικό κόσμο.
[Επειδή δεν γνωρίζω αρχαία κοπτικά, στηρίχτηκα αναγκαστικά στην ιταλική μετάφραση του Alberto Camplani και την αγγλική των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott]
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 28-11-2016

Cesare Pavese, Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου


Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου,
ετούτος ο θάνατος που σύντροφος είναι
απ' το πρωί ως το βράδυ, ακοίμητος,
κρυφός σαν τύψη αρχαία 
ή σαν αμάρτημα παράλογο. Τα μάτια σου
θα 'ναι μια λέξη κενή,
μια κραυγή σιωπηλή, μια σιγή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί,
καθώς σκύβεις μονάχη
στον καθρέφτη. Αγαπημένη ελπίδα,
κείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να παύεις ένα αμάρτημα,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ξανά ν’ αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα χείλι κλειστό.
Σιωπηλοί θα κατεβούμε στην άβυσσο.

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi-
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola
un grido taciuto, un silenzio.
Così li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.

Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti. 


Yehuda Amichai, Ποιήματα για μια γυναίκα


Ποιήματα για μια γυναίκα
1.
Το σώμα σου είναι λευκό σαν άμμος
που εντός της τα παιδιά ποτέ δεν έχουν παίξει.

Τα μάτια σου είναι θλιβερά και όμορφα
σαν τις εικόνες λουλουδιών σ’ ένα βιβλίο.
Τα μαλλιά σου αιωρούνται προς τα κάτω
σαν τον καπνό απ’ τον βωμό του Κάιν.

Πρέπει τον αδελφό μου να σκοτώσω
κι ο αδελφός μου πρέπει να σκοτώσει εμένα.

2.
Είναι η ζωή μου θλιβερή ωσάν την περιπλάνηση
περιπλανώμενου.

Οι ελπίδες μου είναι χήρες,
οι πιθανότητές μου δεν θα παντρευτούν, ποτέ.

Οι αγάπες μας φορούνε τις στολές των ορφανών
σε ορφανοτροφείο.

Οι μπάλες επιστρέφουν στα χέρια τους
από τον τοίχο.

Ο ήλιος δεν επιστρέφει.
Κι οι δύο μας είμαστε μια ψευδαίσθηση.

3.
Εάν ανοίξεις το παλτό σου,
πρέπει να διπλασιάσω την αγάπη μου.

Εάν φοράς το στρογγυλό λευκό καπέλο,
πρέπει να πολλαπλασιάσω το αίμα μου.

Στον τόπο που βρίσκεται η αγάπη σου,
όλα τα έπιπλα πρέπει να εκκαθαριστούν απ’ το δωμάτιο,

όλα τα δέντρα, όλα τα βουνά, όλοι οι ωκεανοί.
Είναι πολύ στενός ο κόσμος.

4.
Το φεγγάρι, δεμένο μ’ αλυσίδα,
στέκει ήσυχο έξω.

Το φεγγάρι, πιασμένο στα κλαδιά της ελιάς,
δεν μπορεί να ελευθερωθεί.

Το φεγγάρι των στρογγυλών ελπίδων
κυλά ανάμεσα στα σύννεφα.

5.
Τα βουνά έχουν κοιλάδες
κι εγώ έχω σκέψεις.

Απλώνονται
μέχρι την ομίχλη και μέχρι εκεί που δεν υπάρχουν δρόμοι.

Πίσω από το λιμάνι της πόλης
κατάρτια στέκονται.
Πίσω μου ο Θεός αρχίζει
με σχοινιά και σκάλες,
με κιβώτια και γερανούς,
με αιώνες των αιώνων.

Η άνοιξη μας βρήκε.
Όλα τα βουνά από γύρω
είναι πέτρινα βαρίδια
για να ζυγίζουν πόσο αγαπάμε.

Το αιχμηρό γρασίδι δάκρυσε
στη σκοτεινή κρυψώνα μας.

Η άνοιξη μας βρήκε.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 20-11-2016
[< Chana Bloch and Stephen Mitchell, The Selected Poetry of Yehuda Amichai, University of California Press, 2013 (1986)]

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges), Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας


Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας

Πού να’ ναι τώρα η ανάμνηση των ημερών
που ήταν δικές σου πάνω στη γη και ύφαιναν συνάμα
τη χαρά και τον πόνο κι ήταν για σένα όλο το σύμπαν;
Ο ποταμός του αριθμού των χρόνων
τις έχει χάσει. Είσαι μια λέξη σ’ έναν κατάλογο.

Οι θεοί σε άλλους χάρισαν δόξα ατελεύτητη,
επιγραφές, ανάγλυφα, μνημεία κι εξαίρετους ιστορικούς.
Για σένα ξέρουμε μονάχα, φίλε ασήμαντε,
πως άκουσες το αηδόνι κάποιο απόγευμα.

Ανάμεσα στους ασφοδέλους της σκιάς, ο μάταιος ίσκιος σου
θα σκέφτεται ότι οι θεοί σταθήκαν φειδωλοί.
Ωστόσο οι μέρες είναι ένα δίχτυ από αθλιότητες κοινότυπες,
κι υπάρχει ανώτερη ευλογία παρά να είσαι η στάχτη
απ’ την οποία είναι πλασμένη η λησμονιά;

Σε άλλους ρίξανε οι θεοί το φως της δόξας αδυσώπητο
να επιτηρεί τα ενδότερα και ν’ αριθμεί ρωγμές
μιας δόξας που καταλήγει φθείροντας το λατρεμένο ρόδο της.
Με σένα, αδερφέ, υπήρξαν οι θεοί πιο ελεήμονες.
Στην έκσταση ενός δειλινού που ποτέ του δεν θα γίνει βράδυ
ακούς το λάλημα απ’ το αηδόνι του Θεόκριτου.

Ερμηνεία και ανάλυση
Το υπέροχο αυτό ποίημα με τον καβαφικό τόνο είναι αφιερωμένο σε κάποιον ανώνυμο και ελάσσονα ποιητή της λεγόμενης ελληνικής ανθολογίας, μιας μεγάλης σειράς από ελληνικά επιγράμματα. Το όνομα του ποιητή έχει ξεχαστεί, το ίδιο η ζωή και η ποίησή του. Σε άλλους ποιητές η μοίρα επιφύλαξε μεγαλύτερη δόξα. Ωστόσο αυτή η δόξα είναι αδυσώπητη, με την έννοια ότι υπόκειται στη διαρκή φθορά του χρόνου και της κριτικής, η οποία τελικά καταλήγει να διαλύει το αντικείμενο (ρόδο) της αρχικής λατρείας της. Ο ασήμαντος ποιητής αντίθετα δεν έχει να φοβάται κάτι τέτοιο, εφόσον ούτως ή άλλως είναι ήδη λησμονημένος. Από αυτή την άποψη δεν πρέπει να τα βάζει με τους θεούς που δεν τον δόξασαν, αλλά αντίθετα να τους ευγνωμονεί, επειδή υπήρξαν στην πραγματικότητα φιλάνθρωποι μαζί του, αφού δεν τον υπέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής φθοράς που γνωρίζει η μεγάλη ποίηση.  Ο ταπεινός ποιητής μας έχει τουλάχιστον το προνόμιο να ακούει παντοτινά, στο ατελεύτητο λυκόφως του χρόνου, τη φωνή των σπουδαιότερων ποιητών (αηδόνι), όπως αυτή του Θεόκριτου.
Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, 19-11-2016

A UN POETA MENOR DE LA ANTOLOGIA
¿Dónde está la memoria de los días 
que fueron tuyos en la tierra, y tejieron 
dicha y dolor y fueron para ti el universo?

El río numerable de los años
los ha perdido; eres una palabra en un índice.

Dieron a otros gloria interminable los dioses,
inscripciones y exergos y monumentos y puntuales historiadores;
de ti sólo sabemos, oscuro amigo,
que oíste al ruiseñor, una tarde.

Entre los asfodelos de la sombra, tu vana sombra 
pensará que los dioses han sido avaros.

Pero los días son una red de triviales miserias,
¿y habrá suerte mejor que ser la ceniza 
de que está hecho el olvido?

Sobre otros arrojaron los dioses
la inexorable luz de la gloria, que mira las entrañas y enumera las 
grietas,
de la gloria, que acaba por ajar la rosa que venera; 
contigo fueron más piadosos, hermano.

En el éxtasis de un atardecer que no será una noche, 

oyes la voz del ruiseñor de Teócrito.

John Keats, Σονέτο στον Όμηρο (To Homer, 1818)



John Keats, Σονέτο στον Όμηρο

Εδώ που απόμακρος σε τεράστια άγνοια στέκομαι
για σένα ακούω και για τις Κυκλάδες,
σαν κάποιος που στέκει σ’ ακτή και ποθεί, αν του τύχει,
στα βάθη της θάλασσας να συναντήσει των κοραλλιών τα δελφίνια.

Ναι, ήσουν τυφλός -μα ύστερα εσχίστη το πέπλο,
ο Δίας τα ουράνια αποκάλυψε για να ζήσεις εσύ,
ο Ποσειδώνας σου έφτιαξε αφρισμένη σκηνή
κι ο Πάνας έκανε να τραγουδήσει για σένα η κυψέλη στο δάσος.

Ναι, στις ακτές του σκότους υπάρχει φως,
στις χαράδρες φανερώνεται γρασίδι ανέγγιχτο,
στα μεσάνυχτα εντός βλασταίνει το αύριο,
στα βάθη της τυφλότητας ζει μια όραση τριπλή.

Τέτοιο ήταν το βλέμμα σου, σαν αυτό που κάποτε έλαχε
η Άρτεμις, άνασσα της Γης, τ’ Ουρανού και της Κόλασης.

Ανάλυση και ερμηνεία


Στο σονέτο αυτό, αγγλικού τύπου (4, 4, 4, 2 στίχοι), γραμμένο το 1818, ο ποιητής μας εκφράζει τον θαυμασμό του για τον μέγιστο των αρχαίων ποιητών, τον Όμηρο. Έχοντας διαβάσει Όμηρο, συνειδητοποίησε την δική του ποιητική έλλειψη γνώσης για το τι αποτελεί πραγματικά μεγαλειώδες. Τώρα που έχει κατανοήσει αυτή την άγνοια, μοιάζει σαν κάποιον ο οποίος μέχρι τότε στεκόταν απλώς στην ακρογιαλιά, ενώ τώρα έχει κυριευθεί από την επιθυμία να βυθιστεί στα βαθιά νερά της θάλασσας και να αντικρίσει τα κοράλλια και τα δελφίνια της. Έχουμε εδώ έναν σαφή υπαινιγμό πως μέχρι τότε ο ποιητής μας έγραφε ρηχά, ενώ τώρα επιθυμεί να προσεγγίσει το ποιητικό βάθος και τους θησαυρούς του που κατέκτησε κάποτε ο Όμηρος. Η αναφορά στα δελφίνια δεν φαίνεται τυχαία, καθώς το ζώο θεωρείται ιερό του Απόλλωνος, προστάτη της ποιητικής, αλλά και της μαντικής έμπνευσης. Την υποψία μας ότι έχουμε εδώ έναν υπαινιγμό στον θεό Απόλλωνα την ενισχύει η αινιγματική αναφορά στις Κυκλάδες, στις οποίες ανήκει και η Δήλος, ο γενέθλιος τόπος του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, η οποία κάνει την εμφάνισή της πράγματι στο τέλος του ποιήματος. 

Στη συνέχεια έχουμε αναφορά στην γνωστή από την παράδοση τυφλότητα του Ομήρου. Η τυφλότητα αυτή είναι μονάχα εξωτερική. Ο αρχαίος ποιητής, με τη βοήθεια των θεϊκών δυνάμεων, την υποκατέστησε από μια εσωτερική ενόραση, η οποία διεισδύει μέχρι τα βάθη της πραγματικότητας. Η εσωτερική όραση του Ομήρου, χάρισμα των θεών, του επιτρέπει να προσεγγίσει τα μυστικά του ουρανού, της θάλασσας και της γης. Η επιλογή του Πανός ως εκπροσώπου του βασιλείου της γης φαίνεται ότι γίνεται επιλεκτικά, στη θέση της Γαίας, προκειμένου να συμπληρωθεί η τριάδα των αρσενικών θεοτήτων που χαρίζουν την τριπλή όραση στον ποιητή. Η αναφορά επίσης στην κυψέλη είναι φανερό ότι παραπέμπει στην αρχαία μεταφορά της μέλισσας για την γλυκύτητα της ποίησης. 

Στη συνέχεια ακολουθεί το βαθύτερο ίσως κομμάτι του σονέτου, όπου ο ποιητής αγγίζει την λεκτική τελειότητα στο αγγλικό πρωτότυπο. Μέσα στο σκότος της τύφλωσης ο Όμηρος ανακαλύπτει το φως της έμπνευσης και της αλήθειας, του αποκαλύπτονται ολόφρεσκες χαράδρες απάτητες από οποιονδήποτε άλλο αοιδό ή άνθρωπο. Το σκοτάδι της νύχτας/τύφλωσης δεν είναι κάτι άγονο, γιατί εγκυμονεί το ίδιο το μέλλον. Η τριπλή όραση του ποιητή παραλλάσσεται στο τελευταίο δίστιχο και ταυτίζεται με την όρασή της Άρτεμης, στην τριπλή της ιδιότητα ως Άρτεμη, Σελήνη και Εκάτη. Ως Άρτεμη είναι βασίλισσα της γης, ως Σελήνη είναι βασίλισσα του ουρανού και ως Εκάτη είναι βασίλισσα της κόλασης ή του κάτω κόσμου. Δεν μπορούμε να μην υποψιαστούμε μια κάπως σκοτεινότερη παραλλαγή του μοτίβου της τριπλής όρασης στο τέλος ακριβώς του ποιήματος: ενώ η τριάδα Δίας, Ποσειδώνας και Πάνας μοιάζει να λειτουργεί στο φως, η μόνη Άρτεμις στην τριπλή της ιδιότητα λειτουργεί περισσότερο στο σκοτάδι. Συνεπώς ο Όμηρος, αλλά και ο ποιητής ο οποίος τον έχει ως πρότυπο του, κατορθώνει να προσεγγίσει και την φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της βαθύτερης αλήθειας των πραγμάτων.
Σταύρος Γκιργκένης Θεσσαλονίκη, 17-11-2016

John Keats, To Homer


Standing aloof in giant ignorance
Of thee I hear and of the Cyclades,
As one who sits ashore and longs perchance
To visit dolphin-coral in deep seas.


So thou wast blind;–but then the veil was rent,
For Jove uncurtain’d Heaven to let thee live,
And Neptune made for thee a spumy tent,
And Pan made sing for thee his forest-hive;


Aye on the shores of darkness there is light,
And precipices show untrodden green,
There is a budding morrow in midnight,
There is a triple sight in blindness keen;


Such seeing hadst thou, as it once befel
To Dian, Queen of Earth, and Heaven, and Hell.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ονειροχώρα (Edgar Allan Poe, Dreamland)


Από δρόμο μοναχικό κι αδιόρατο,[1]
με νοσηρούς στοιχειωμένο μονάχα αγγέλους,
όπου είδωλο ένα με τ΄ όνομα Νύχτα
σε μαύρο θρόνο βασιλεύει ορθό,
μόλις έφτασα σε τούτη τη γη
απ’ την έσχατη δυσδιόρατη Θούλη,
από άγριο παράδοξο τόπο που έξοχος στέκει
έξω από χώρο και χρόνο.

Φαράγγια απύθμενα, δίχως όρια πλημμύρες,
χάσματα και σπηλιές και τιτάνια δάση,
με μορφές που κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει
απ’ τα δάκρυα που ολόγυρα στάζουν.
Βουνά που εσαεί καταρρέουν
σε θάλασσες χωρίς ακρογιάλια,
θάλασσες που παλεύουν ακούραστα
σ’ ουρανούς της φωτιάς να υψωθούν.
Λίμνες που αδιάκοπα απλώνουν
τα μοναχικά τους νερά -νεκρά και μόνα-
τα ακίνητά τους νερά -κρύα κι ακίνητα-
με τα χιόνια κρεμάμενων κρίνων.

Πλάι στις λίμνες που έτσι απλώνουν
τα μοναχικά τους νερά -νεκρά και μόνα-
τα θλιμμένα νερά τους -θλιμμένα και κρύα-
με τα χιόνια κρεμάμενων κρίνων.
Πλάι στα όρη, κοντά στο ποτάμι
που με τόνο χαμηλό ψιθυρίζει, παντοτινά ψιθυρίζει,
πλάι στα δάση τα γκρίζα, πλάι στον βάλτο
όπου μένουν ο φρύνος κι ο τρίτωνας,
πλάι στα κατηφή τα τέλματα και τις στέρνες,
όπου κατοικούνε οι δαίμονες-
κάθε σημείο και πιο ανόσιο-
κάθε γωνιά και πιο μελαγχολική-
εκεί ο ταξιδιώτης έμφοβος βρίσκει
καλυμμένες μνήμες του παρελθόντος,
σαβανωμένες μορφές που κινούν να στενάζουν
καθώς προσπερνούνε τον οδοιπόρο,
λευκοντυμένες μορφές φίλων δοσμένων καιρό
στον ουρανό και τη γη, μ’ αγωνία.

Στην καρδιά που αμέτρητοι οι πόνοι της είναι
είναι ετούτη η χώρα ειρηνική και παρήγορη,
για το πνεύμα που στο σκότος βαδίζει
είν' αυτή ένα Ελ Ντοράντο.
Μα ο ταξιδιώτης που μέσα απ’ αυτήν ταξιδεύει
είναι καλό να μην τολμήσει φανερά να την δει.
Τα μυστικά της ποτέ δεν εκτίθενται
στ’ ανοιχτά αδύναμα ανθρώπινα μάτια.
Έτσι είναι του βασιλιά η βουλή που απαγόρεψε
το ανασήκωμα των παρυφών του πέπλου.
Κι η θλιμμένη ψυχή που περνά από δω
την βλέπει, αλλά μέσα από γυαλί σκοτεινό.

Από δρόμο μοναχικό κι αδιόρατο,
με νοσηρούς στοιχειωμένο μονάχα αγγέλους,
όπου είδωλο ένα με τ΄ όνομα Νύχτα
σε μαύρο θρόνο βασιλεύει ορθό,
μόλις γύρισα από ταξίδι πίσω στο σπίτι,
απ’ αυτή την έσχατη δυσδιόρατη Θούλη.

Ανάλυση του ποιήματος
Το ποίημα ανοίγει με έναν μυστηριώδη  δρόμο ή μονοπάτι μέσω του οποίου πορευόμαστε από ένα μέρος σε ένα άλλο. Δεν ξεκαθαρίζεται ωστόσο με σαφήνεια από πού προέρχεται ο οδοιπόρος ή ποιος είναι ο τελικός προορισμός του ταξιδιού του. Η χρήση της λέξης obscure είναι αμφίσημη, αφού σημαίνει κάτι που είναι σκοτεινό, αλλά και κάτι που είναι δύσκολο να το βρεις ή να το προσδιορίσεις. Η μοναχικότητα του δρόμου υπονοεί και τη μοναξιά του ταξιδιώτη. Έτσι με λίγες λέξεις ο Πόε κατορθώνει να μας μεταδώσει μία συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Η χρήση της λέξης ill για τους αγγέλους που στοιχειώνουν την περιοχή είναι επίσης αμφίσημη. Μπορεί απλώς να υποδηλώνει έναν κακό άγγελο, αλλά ακόμη χειρότερα έναν αρρωστημένο άγγελο, ο οποίος ίσως λειτουργεί ως αντανάκλαση των εσωτερικών παθών του ομιλητή. Σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια νοσηρή ατμόσφαιρα. Ο βασιλιάς ή μάλλον η βασίλισσα της περιοχής είναι η Νύχτα ή καλύτερα το είδωλό της, το φάσμα της, το οποίο βασιλεύει  στητό (upright) και ακίνητο στον μαύρο του θρόνο. Μας θυμίζει  τα αγάλματα αρχαίων θεοτήτων τα οποία δεσπόζουν μέσα στην ακινησία τους. Αμέσως μετά ο αφηγητής μάς μιλά για την Θούλη, το αρχαίο όνομα ενός νησιού στην άκρη του κόσμου, το μακρινότερο μέρος στο οποίο μπορεί κανείς να πάει, ένα μέρος  έξω από τον γνωστό κόσμο, έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μέρος υπερφυσικό.
Στη δεύτερη στροφή μαθαίνουμε περισσότερα για την τοπογραφία και τα στοιχεία της γεωγραφίας του τόπου στον οποίο κατέφτασε ο αφηγητής. Έχουμε τη χρήση μιας σειράς επιθέτων, τα οποία δηλώνουν την έλλειψη ορίων ή τον γιγαντισμό όσων υπάρχουν στην περιοχή, όπως τα τεράστια δάση. Οι μορφές των πραγμάτων είναι ακαθόριστες, γιατί παντού κυριαρχούν τα δάκρυα, τόσο στα μάτια του αφηγητή, όσο και στο γύρω περιβάλλον,[2] καθιστώντας ελλιπή την όραση και δίνοντας την εντύπωση ότι μετέχουμε σε μια παραίσθηση. Τα όρια των πραγμάτων συγχέονται, τα βουνά καταρρέουν, οι θάλασσες δεν έχουν ακτές, Προσπαθούν να αγγίξουν, όπως κανονικά κάνουν τα βουνά,[3] έναν πύρινο ουρανό. Σε αντίθεση με τις θάλασσες και τα βουνά και τον ουρανό που βρίσκονται σε διαρκή αναταραχή, οι λίμνες της περιοχής εκφράζουν αντιθετικά την ακινησία, την στασιμότητα, τη μοναξιά και τον θάνατο. Η ακινησία αυτή επισφραγίζεται από το χιόνι που καλύπτει τα πάντα και έχει το χρώμα του κρίνου.
Στην τρίτη στροφή επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές η εικόνα των λιμνών, δημιουργώντας ένα είδος  υπνωτικής επανάληψης. Αμέσως μετά εισερχόμαστε σε ένα καινούργιο μέρος αυτής της παράξενης χώρας. Εδώ υπάρχει ένα ποτάμι που δεν σταματάει να κυλά ποτέ, γκρίζα δάση, έλη και βάλτοι, στάσιμα νερά. Ο αρρωστημένος αυτός τόπος κατοικείται  από νοσηρά πλάσματα, δαίμονες και βρικόλακες. Εδώ επίσης κατοικούν φαντάσματα από μνήμες του παρελθόντος, από φίλους οι οποίοι παραδόθηκαν για πάντα στη γη και στον θάνατο. Οι φασματικές αυτές μορφές προσπερνούν τον ταξιδιώτη δίχως να τον αναγνωρίσουν, γεγονός που δείχνει ότι είναι στερημένες από τη μνήμη τους. Η περιγραφή είναι εμπνευσμένη εδώ από την κάθοδό του Οδυσσέα στον Άδη και τη συνάντηση του με τα είδωλα των νεκρών που περιπλανιούνται άσκοπα και χωρίς να θυμούνται τίποτα στα λιβάδια του Κάτω Κόσμου. Με μια παράδοξη ανατροπή της συναισθηματικής κατάστασης, ο αφηγητής μάς βεβαιώνει πως εδώ νιώθει καλύτερα, παρά την τρομακτική υφή του κόσμου που αντικρίζει. Ίσως γιατί η ψυχή του είναι εξίσου νοσηρή και βρίσκει ανακούφιση στη νοσηρότητα αυτού του αρρωστημένου κόσμου. Όσο όμως και αν ο ταξιδιώτης αισθάνεται μία ορισμένη εσωτερική ειρήνη εδώ που έχει φτάσει, ωστόσο δεν πρόκειται για τη χώρα του, γι’ αυτό και είναι απλώς περαστικός και δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει στην πληρότητά τους τα μυστικά αυτού του κόσμου, τα οποία τα βλέπει μονάχα μέσα από ένα θολό καθρέφτη, Πρόκειται για μια προφανή αναφορά στο διάσημο χωρίο  της επιστολής του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 13.12,  βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι). Τα  μυστικά αυτά ίσως  να του αποκαλυφθούν οριστικά, όταν θα επιστρέψει  όχι ως  θλιμμένη περαστική ψυχή, αλλά ως μόνιμος κάτοικος, σαν τα φαντάσματα των νεκρών αυτού του κόσμου. Δεν είμαστε βέβαιοι αν ο βασιλιάς αυτής της περιοχής ταυτίζεται με το είδωλό της νύχτας που αναφέρθηκε στην αρχή του ποιήματος, αν και η ταύτιση αυτή ενισχύεται από την επανάληψη των αρχικών στίχων που αποτελεί και το τέλος του ποιήματος. Υπάρχει μόνο μια μικρή διαφορά. Ο ταξιδευτής έχει επιστρέψει πια στο  ανώνυμο σπίτι του.
Λαμβάνοντας υπόψη τον τίτλο του ποιήματος, Ονειροχώρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλα όσα προηγήθηκαν αποτελούν το περιεχόμενο ενός συμβολικού ονείρου. Επομένως η υποθετική επιστροφή στο σπίτι αποτελεί στην  πράξη το ξύπνημα του ποιητικού υποκειμένου. Ωστόσο αυτό το όνειρο γειτονεύει ανησυχητικά και με την πραγματικότητα, όπως την βιώνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, αλλά ενδεχομένως και με τη μεταφυσική αλήθεια, όπως θα την βιώσουμε μετά τον θάνατο. Συνεπώς η χώρα του ονείρου είναι ένας ενδιάμεσος τόπος και χρόνος, ένα είδος γεύσης του παρόντος και πρόγευσης του μέλλοντος.

Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, 14-11-2016


[1] By a route obscure and lonely,
Haunted by ill angels only,
Where an Eidolon, named NIGHT,
On a black throne reigns upright,
I have reached these lands but newly
From an ultimate dim Thule—
From a wild clime that lieth, sublime,
Out of SPACE— out of TIME.

Bottomless vales and boundless floods,
And chasms, and caves, and Titan woods,
With forms that no man can discover
For the tears that drip all over;
Mountains toppling evermore
Into seas without a shore;
Seas that restlessly aspire,
Surging, unto skies of fire;
Lakes that endlessly outspread
Their lone waters— lone and dead,—
Their still waters— still and chilly
With the snows of the lolling lily.

By the lakes that thus outspread
Their lone waters, lone and dead,—
Their sad waters, sad and chilly
With the snows of the lolling lily,—
By the mountains— near the river
Murmuring lowly, murmuring ever,—
By the grey woods,— by the swamp
Where the toad and the newt encamp—
By the dismal tarns and pools

Where dwell the Ghouls,—
By each spot the most unholy—
In each nook most melancholy—
There the traveller meets aghast
Sheeted Memories of the Past—
Shrouded forms that start and sigh
As they pass the wanderer by—
White—robed forms of friends long given,
In agony, to the Earth— and Heaven.

For the heart whose woes are legion
'Tis a peaceful, soothing region—
For the spirit that walks in shadow
'Tis— oh, 'tis an Eldorado!
But the traveller, travelling through it,
May not— dare not openly view it!
Never its mysteries are exposed
To the weak human eye unclosed;
So wills its King, who hath forbid
The uplifting of the fringed lid;
And thus the sad Soul that here passes
Beholds it but through darkened glasses.

By a route obscure and lonely,
Haunted by ill angels only,
Where an Eidolon, named NIGHT,
On a black throne reigns upright,
I have wandered home but newly
From this ultimate dim Thule.
[2] Επομένως συγχέεται ο εξωτερικός κόσμος (βροχή) με τον συναισθηματικό κόσμο (δάκρυα) και ταυτίζονται. Τα δάκρυα-βροχή σαν ομίχλη θολώνουν την όραση.
[3] Τα βουνά εδώ δεν μπορούν να αγγίξουν τον ουρανό, γιατί έχουν καταρρεύσει μέσα στις θάλασσες, οι οποίες παίρνουν τη θέση των βουνών και προσπαθούν να αγγίξουν αυτές τον ουρανό.

Ο Κάδμος και ο Πρωτέας από την Αίγυπτο στη Χαλκιδική


Η τριακοστή δεύτερη ιστορία του Κόνωνος αφορά την εξαφάνιση της θυγατέρας του Φοίνικα, της Ευρώπης,[1] και πώς ο πατέρας της έστειλε τους γιους του για να αναζητήσουν την αδερφή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κάδμος, μαζί με τον οποίο αναχώρησε και ο Πρωτέας από την Αίγυπτο, φοβούμενος την βασιλεία του Βουσίριδος.[2] Μετά από αρκετή περιπλάνηση και επειδή δεν είχαν βρει τίποτα, σταμάτησαν στην Παλλήνη. Ο Πρωτέας έδωσε δώρα φιλοξενίας στον Κλίτο και απέσπασε τη φιλία του. Ο Κλίτος ήταν σώφρων και δίκαιος βασιλιάς των Σιθώνων, ενός θρακικού λαού. Ο Πρωτέας πήρε ως σύζυγο την θυγατέρα του Κλίτου, την Χρυσονόη. Όταν οι Βισάλτες εκδιώχθηκαν από τη χώρα τους εξαιτίας του εναντίον τους πολέμου που διεξήγαγαν ο Κλίτος και ο Πρωτέας, βασιλιάς της περιοχής έγινε ο Πρωτέας και απέκτησε παιδιά τα οποία δεν του έμοιαζαν, αλλά ήταν άγρια και άνομα.[3] Τα παιδιά αυτά τα σκότωσε ο Ηρακλής, ο οποίος μισεί τους κακούς ανθρώπους. Ο πατέρας τους τα έθαψε, ενώ καθάρισε από τον φόνο τον Ηρακλή, ο οποίος είχε μολυνθεί.[4]

[Από τη Βιβλιοθήκη του Φωτίου]


[1] Μολονότι η ιστορία αφορά θεωρητικά την Ευρώπη, ουσιαστικά γίνεται ελάχιστος λόγος γι’ αυτήν. Η αναφορά στο όνομά της χρησιμεύει απλώς για την ανάπτυξη της ιστορίας του Πρωτέα στη Χαλκιδική. Εδώ η Ευρώπη θεωρείται θυγατέρα του Φοίνικα, αντί για θυγατέρα του Αγήνορα, όπως συμβαίνει αλλού. Συνήθως ο Φοίνιξ θεωρείται αδερφός του Κάδμου και της Ευρώπης, αλλά η παράδοση ότι ήταν πατέρας τους μπορεί να ήταν αρχαιότερη.
[2] Σύμφωνα με μία παράδοση, την οποία επαναλαμβάνει ο Κόνων στην τριακοστή έβδομη ιστορία του, ο Κάδμος ξεκίνησε από τις Θήβες της Αιγύπτου. Εκεί απορρίπτει την εκδοχή ότι ο Κάδμος ταξίδεψε για να βρει την Ευρώπη, αλλά εδώ φαίνεται να αποδέχεται αυτό το κίνητρο, πιθανώς επειδή ο λόγος για τον οποίον ταξιδεύει ο Κάδμος δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο στη συνέχεια της ιστορίας. Μια σύνδεση του Κάδμου με την Παλλήνη και άλλες περιοχές της Θράκης μαρτυρείται και από άλλες πηγές, όπως και η σχέση του Πρωτέα με τη Χαλκιδική, κανένας άλλος όμως συγγραφέας δεν συνδέει τους δύο ήρωες μεταξύ τους.
            Ο Κάδμος, σύμφωνα με τον Ηγήσιππο, ήρθε στην Παλλήνη και παντρεύτηκε μια ντόπια, την Ευρώπη. Βασίλεψε εκεί για ένα διάστημα, αλλά έφυγε μετά τον θάνατο της μητέρας του που τον συνόδευε. Στη Θράκη ο Κάδμος έγινε πλούσιος χάρη στα μεταλλεία του Παγγαίου. Τελικά περιπλανώμενος έφτασε στη Θήβα της Βοιωτίας.
Οι παραδόσεις που αφορούν τον Πρωτέα και τη σχέση του με την περιοχή της Χαλκιδικής, αν και διαφέρουν μεταξύ τους στις λεπτομέρειες, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Ο Πρωτέας ήταν ένας Θράκας ή ένας Αιγύπτιος που μετανάστευσε στη Θράκη. Μόνο ο σχολιαστής της Αινειάδας, ο Σέρβιος, αναφέρει ότι ο Πρωτέας εγκατέλειψε την Αίγυπτο εξαιτίας του Βουσίριδος. Ο Πρωτέας παντρεύεται την Τορώνη, την επώνυμη ηρωίδα της πόλης της χερσονήσου της Παλλήνης. Αυτή του γέννησε δύο γιους, τον Πολύγονο ή Τμώλο  και τον Τηλέγονο.  Είτε επειδή τα παιδιά του ήταν άνομα, γεγονός που τον φόβιζε και τον ενοχλούσε, είτε επειδή σκοτώθηκαν από τον Ηρακλή, προσευχήθηκε στους θεούς, είτε στον ίδιο του τον πατέρα, τον Ποσειδώνα, να του επιτρέψουν να γυρίσει στην Αίγυπτο. Στη συνέχεια πήδηξε σ’ ένα χάσμα που οδηγούσε σε μια σπηλιά, η οποία με τη σειρά της περνούσε κάτω από τη θάλασσα και έφτανε στην Αίγυπτο. Ορισμένες πηγές προσθέτουν ότι ήταν αυτήν ακριβώς την περίοδο που ο Πρωτέας έγινε ένα θαλάσσιο πλάσμα. Οι περιπέτειες του Αιγύπτιου Πρωτέα στη Θράκη ερμηνεύονται από ορισμένους ως αποτέλεσμα ταύτισης ανάμεσα σε μια αιγυπτιακή θεότητα ή ήρωα και έναν ομώνυμο ή ομόηχο ήρωα της Θράκης.
[3] Βλέπουμε ότι η εκδοχή που ακολουθεί ο συγγραφέας μας διαφέρει σημαντικά από τις παραδόσεις που καταγράψαμε στην προηγούμενη σημείωση. Ο Κλίτος, ο βασιλιάς των Σιθώνων, μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο, όπως μας λέει ο Κόνων σε μια άλλη ιστορία του (10), παντρεύτηκε την Παλλήνη, την θυγατέρα του βασιλιά Σίθωνος, και κληρονόμησε το βασίλειό του. Υπήρχε πόλη Κλίται (Πτολ., Γεωγρ. 3.12.35) στη χερσόνησο της Παλλήνης. Αυτός ο Κλίτος μας είναι γνωστός μόνο από δύο άλλες πηγές πέραν του Κόνωνος, μολονότι η λογοτεχνική του παρουσία στην παράδοση μπορεί να ήταν παλιά και να έφτανε χρονικά πίσω ακόμη και ως τον επικό κύκλο. Ο γάμος του Πρωτέα με τη θυγατέρα του Κλίτου, την Χρυσονόη, η οποία μας είναι άγνωστη από αλλού, αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα για το πώς ένας ξένος ανέρχεται στο θρόνο ενός βασιλείου παίρνοντας ως σύζυγο τη θυγατέρα του βασιλιά. Ο πόλεμος ενάντια στους Βισάλτες αναφέρεται μονάχα εδώ και δεν υπάρχει άλλη καταγραφή για κάποια σύγκρουση ανάμεσα στους Βισάλτες και τους Σίθωνες. Ωστόσο αυτή δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην οποία ο Κόνων αποτελεί τη μοναδική μας πηγή για άγνωστες κατά τα άλλα παραδόσεις για πρόσωπα και φυλές στην Θράκη.
[4] Η ιστορία του Ηρακλή που σκοτώνει τους γιους του Πρωτέα μάς είναι γνωστή και από άλλες πηγές, που προσθέτουν επιπλέον λεπτομέρειες. Συνήθως αναφέρεται ότι προσπάθησαν να ληστέψουν τον Ηρακλή ή ότι ο Ηρακλής τους νίκησε σε κάποιον αγώνα πάλης. Καμία άλλη πηγή δεν μας αναφέρει ότι ο Πρωτέας καθάρισε τελετουργικά τον Ηρακλή μετά τον φόνο των γιων του. Πίσω από αυτή την ιστορία πιθανώς κρύβεται κάποιο αίτιο για μια συγκεκριμένη λατρεία του Ηρακλή, αλλά η ασάφεια των γεωγραφικών πληροφοριών κάνει οποιαδήποτε ταύτιση με γνωστή λατρεία του ήρωα αδύνατη.

Ο Εύηνος και τα πρόβατα του Ήλιου (Ηρόδοτος 9.93-94)



[Ηρόδοτος 9.93-94:]
Σε τούτη την Απολλωνία[1] υπάρχουν πρόβατα ιερά του Ήλιου, τα οποία στη διάρκεια της ημέρας βόσκουν πλάι στον ποταμό Αώο, ο οποίος πηγάζει από το βουνό του Λάκμωνος, διασχίζει την περιοχή της Απολλωνίας και χύνεται στη θάλασσα κοντά στον λιμένα του Ωρικού. Στη διάρκεια της νύχτας όμως τα φυλάγουν, ο καθένας για έναν ολόκληρο χρόνο, διαλεχτοί άνδρες οι οποίοι ξεχωρίζουν ιδιαίτερα ως προς τον πλούτο και την καταγωγή μεταξύ των πολιτών. Οι κάτοικοι της Απολλωνίας θεωρούν πολύ σπουδαία αυτά τα πρόβατα εξαιτίας κάποιου χρησμού. Τα έχουν μαντρωμένα μέσα σε ένα σπήλαιο μακριά από την πόλη.
Κάποτε λοιπόν ο Ευήνιος είχε επιλεγεί για να τα φυλά, αλλά κοιμήθηκε στη διάρκεια της σκοπιάς και μερικοί λύκοι μπήκαν μέσα στο σπήλαιο και θανάτωσαν περίπου εξήντα πρόβατα. Εκείνος, όταν το κατάλαβε, το φύλαξε μυστικό και δεν το είπε σε κανέναν, έχοντας κατά νου να αγοράσει άλλα και να τα αντικαταστήσει. Ωστόσο το γεγονός δεν έμεινε απαρατήρητο από τους κατοίκους της Απολλωνίας, αλλά το έμαθαν με κάποιο τρόπο και τον οδήγησαν στο δικαστήριο, καταδικάζοντάς τον, επειδή κοιμήθηκε στη διάρκεια της σκοπιάς, να χάσει τα μάτια του. Όταν όμως τύφλωσαν τον Ευήνιο, ευθύς αμέσως τα πρόβατά τους δεν γεννούσαν πια και η γη τους με παρόμοιο τρόπο δεν τους έδινε καρπούς. Ζήτησαν χρησμό από την Δωδώνη και τους Δελφούς και όταν ρώτησαν τους προφήτες για την αιτία της παρούσας συμφοράς, εκείνοι τους απάντησαν ότι άδικα στέρησαν την όραση από τον φύλακα των ιερών προβάτων Ευήνιο. Διότι οι ίδιοι οι θεοί έστειλαν τους λύκους και δεν πρόκειται να πάψουν να τους τιμωρούν, προτού αποκαταστήσουν την αδικία που του έκαναν και μάλιστα με βάση όσα τυχόν επιλέξει εκείνος ως ανταπόδοση και θεωρήσει ως δίκαιη αποκατάσταση. Όταν θα συμβούν αυτά, οι ίδιοι οι θεοί θα δώσουν ένα χάρισμα στον Ευήνιο, τέτοιο που οι περισσότεροι άνθρωποι θα τον μακαρίζουν, επειδή θα το έχει. Τα μαντεία, λοιπόν, αυτούς τους χρησμούς έδωσαν, αλλά οι  κάτοικοι της Απολλωνίας  τους κράτησαν κρυφούς και ανέθεσαν σε κάποιους άνδρες από την πόλη να φέρουν σε πέρας την υπόθεση. Εκείνοι λοιπόν ενήργησαν ως εξής. Ο Ευήνιος καθόταν σ’ ένα κάθισμα και εκείνοι τον πλησίασαν, κάθισαν δίπλα του και του είπαν κάτι διαφορετικό, ότι δηλαδή είχαν έρθει ως εκεί για να τον συλλυπηθούν για τις συμφορές του. Αφού λοιπόν οδήγησαν  τη συζήτηση σ’ αυτό το σημείο, τον ρώτησαν ποια ανταπόδοση θα προτιμούσε, αν τυχόν είχε την επιθυμία να υποστούν οι κάτοικοι της Απολλωνίας τιμωρία για όσα του είχαν κάνει. Εκείνος, μιας και δεν είχε πληροφορηθεί για τον χρησμό, επέλεξε και είπε να του έδινε κάποιος χωράφια, δίνοντας μάλιστα και τα ονόματα κάποιων πολιτών για τους οποίους γνώριζε ότι κατείχαν τα δυο ωραιότερα αγροτεμάχια στην περιοχή της Απολλωνίας. Επιπλέον ζήτησε και ένα σπίτι που γνώριζε ότι ήταν το ωραιότερο στην πόλη. Τους είπε ότι αν καταφέρει να τα αποκτήσει αυτά, στο εξής θα έπαυε την οργή του, και ότι θα είχε αποκατασταθεί επαρκώς μ’ αυτόν τον τρόπο η αδικία. Εκείνος λοιπόν τους έλεγε αυτά, ενώ αυτοί που ήταν καθισμένοι δίπλα του πήραν το λόγο και είπαν: «Ευήνιε, οι κάτοικοι της Απολλωνίας θα πληρώσουν αυτήν την αποκατάσταση για την τύφλωσή σου σύμφωνα με έναν χρησμό που τους έχει δοθεί». Εκείνος όταν το άκουσε αυτό, το πήρε πολύ βαριά, θεωρώντας ότι αδικήθηκε, αφού μάλιστα στη συνέχεια πληροφορήθηκε όλη την υπόθεση. Οι κάτοικοι της Απολλωνίας όμως, αφού τα αγόρασαν από τους κατόχους τους, του παρέδωσαν αυτά τα οποία ζήτησε. Αμέσως μετά από αυτό το γεγονός ο Ευήνιος απέκτησε έμφυτη την ικανότητα της μαντικής, με αποτέλεσμα να γίνει ονομαστός.




[1] Η Απολλωνία Ιλλυρική ή προς Επίδαμνον ή Ηπειρωτική ήταν αρχαία πόλη της Ιλλυρίας, αποικία των Κορινθίων. Βρισκόταν στα νότια της Ιλλυρίας κοντά στους ποταμούς Αώο και Άψο, όπως αναφέρει ο Στράβων (7.316). Ιδρύθηκε στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα ως αποικία Κορινθίων και Κερκυραίων. Ο Στράβων χαρακτηρίζει την πόλη «εὐνομωτάτη». Το πολίτευμά της ήταν ολιγαρχικό και επαινείται από τον Αριστοτέλη. Το 312 π.Χ. οι Απολλωνιάτες απέκρουσαν επιτυχώς την στρατιά του Κάσσανδρου και αργότερα συμμάχησαν με τον βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο Α'. Το 229 π.Χ. η πόλη υποτάχθηκε στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή επικοινωνούσε με τη Μακεδονία με την Εγνατία Οδό. Από το 148 π.Χ. οι Ρωμαίοι περιέλαβαν την πόλη στην επαρχία της Μακεδονίας. Πολλοί επιφανείς Ρωμαίοι έμειναν στην Απολλωνία, μεταξύ αυτών ο Οκταβιανός και ο Μαικήνας χάριν σπουδών. Το 48 π.Χ. κατελήφθη από τον Καίσαρα, κατόπιν από το Μάρκο Αντώνιο και μετά από τον Βρούτο. Φαίνεται ότι η πόλη διατηρούσε την ακμή της και κατά τους βυζαντινούς χρόνους, αφού αναφέρεται από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο. Τότε υπαγόταν στο θέμα του Δυρραχίου. Σήμερα η περιοχή βρίσκεται στην επικράτεια της Αλβανίας. Πηγή: βικιπαίδεια.

Η Ευχή των Προβολών (η προσευχή των εκπορεύσεων): η αινιγματική προσευχή των Μανιχαίων


Η Ευχή των Προβολών, δηλαδή η προσευχή των εκπορεύσεων, είναι ένα ελληνικό μανιχαϊκό κείμενο, το οποίο ανακαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1992 στην αιγυπτιακή όαση Dakhleh, όπου έχουν βρεθεί  από το 1991 και εξής πολυάριθμα  μανιχαϊκά κείμενα του 4ου αιώνα μ.Χ. Το κείμενο είναι γραμμένο πάνω σε ξύλινη πινακίδα με διαστὰσεις 31 εκατοστὰ ύψος και 9 εκατοστὰ πλάτος, αλλά η γραπτή επιφάνεια είναι 28x7. Οι τρύπες στο άγραφο περιθώριο δείχνουν ότι η πινακίδα αποτελούσε σελίδα από ένα ξύλινο βιβλίο με περισσότερα φύλλα. Έχει σωθεί σε καλή κατὰσταση και αποτελεί μια από τις λίγες σχετικά μανιχαϊκές πηγές που έχουν  διασωθεί στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Εννοείται ότι στην εποχή του Μάνη και των μαθητών του υπήρχαν πολύ περισσότερα ελληνικά κείμενα, αλλά τα περισσότερα έχουν χαθεί ή έχουν διασωθεί μεταφράσεις τους σε άλλες παλιές γλώσσες. Η πρώτη έκδοση του κειμένου έγινε από τον R. G. JENKINS το 1995. 
Είναι βέβαιο ότι σύμφωνα με τον συγγραφέα της Ευχής των Προβολών υπάρχει μόνο ένας Θεός και η δύναμή του ψάλλεται σε όλη την έκταση του κειμένου. Ωστὸσο το κείμενο  σε άλλα σημεία αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον μανιχαϊστικό και δυιστικό χαρακτήρα του. Εξάλλου οι Μανιχαίοι αποκαλούσαν πάντα ως Θεό μόνο την Καλή Αρχή και μερικές φαινομενικές εξαιρέσεις σ’ αυτή την τακτική οφείλονται είτε σε εχθρικές προς τον Μανιχαϊσμό πηγές ή εξηγούνται ως προσαρμογές του τρόπου του λόγου. Επιπλέον ο ριζικός δυισμός δεν σημαίνει απαραίτητα και έναν συμμετρικό δυισμό: το να πεις ότι υπάρχουν εξαρχής δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές δεν σημαίνει ότι τις θεωρείς ισάξιες από αξιολογική ή ηθική άποψη. Πράγματι  οι οπαδοί του Μάνη πάντοτε έδιναν έμφαση στην κυριαρχία της δύναμης του φωτὸς πάνω στη δύναμη του σκότους, χωρίς αυτὸ να τους εμποδίζει να δηλώνουν την συνύπαρξη των δύο αιώνιων βασιλείων. Αυτὸ ακριβώς συμβαίνει και με το κείμενό μας.
Τὸσο ο θεός του αγαθού όσο και ο θεός του κακού αποκαλούνται πρακτικά με τον ίδιο όρο,  σύστασις ή  σύστημα, γεγονός που υπονοεί την ύπαρξη δύο ξεχωριστών βασιλείων και παραπέμπει στον χαρακτηρισμό τους αλλού ως αρχών ή ριζών. Το ίδιο ισχύει και για τις θεϊκές οντὸτητες που εκπορεύονται από τις δύο αντίθετες αρχές, το φως και το σκότος, οι οποίες αποκαλούνται με τον ίδιο όρο, Δυνάμεις. Οι σκοτεινές δυνάμεις θέλησαν να αντιταχθούν στον αρχηγό των πάντων, δηλαδή τη δύναμη του φωτὸς. Και εδώ πρέπει να εννοήσουμε την προτεραιότητα του φωτὸς όχι οντολογικά, αλλά αξιολογικά. Από άλλες μανιχαϊκές πηγές μαθαίνουμε ότι υπήρξε και υπάρχει ένα είδος πραγματικού πολέμου ανάμεσα στο φως και το σκότος, την έναρξη του οποίου προκάλεσε η προσπάθεια του βασιλείου του σκότους να προσεγγίσει το βασίλειο του φωτὸς και να κυριαρχήσει επάνω του. Ο Πρωταρχικός Άνθρωπος πολέμησε ακριβώς σ’ αυτὸ τον πόλεμο. Ένα από τα μυστήρια που ο Παράκλητος αποκάλυψε στον Μάνη είναι το μυστήριο της πρωταρχικής σύγκρουσης που προκάλεσε το σκοτὰδι, όπως φαίνεται από τα μανιχαϊκά Κεφάλαια. Ο αντίπαλος του φωτὸς στην προσευχή μας αποκαλείται πολέμιος και αντίπαλος, ενώ σε άλλα κείμενα βρίσκουμε επίσης τις λέξεις αντίδικος, εχθρός, δυσμενής. Άλλες  δυαδικές αντιθέσεις που υπάρχουν στο κείμενό μας είναι ανάμεσα στους φωτεινούς αγγέλους  και τους αλαζονικούς αγγέλους, το αγαθό και την κακία, το ψευδές και το αληθές, το πονηρό και το  δίκαιο. Αυτές οι αντιθέσεις θυμίζουν τα λόγια του Μάνη από άλλα μανιχαϊκά κείμενα ότι ήρθε για να διαχωριστούν μέσω αυτού οι πιστοί από τους άπιστους, τα παιδιά της βασιλείας από τα παιδιά του πονηρού, οι απόγονοι του Ύψους από τα γεννήματα του Βάθους. Αυτοί οι απόγονοι ανήκουν στα αντίστοιχα βασιλεία και ο ουράνιος Πατέρας διακρίνει τα οικεία από τα ανοίκεια.