Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Μελέαγρος και η Αταλάντη


Με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουμε από διάφορες  αρχαίες πηγές, η υπόθεση του χαμένου Μελέαγρου του Ευριπίδη φαίνεται ότι ήταν η εξής: στον πρόλογο του έργου η Άρτεμις εξηγούσε ότι ο Οινέας, ο βασιλιάς της Καλυδώνας, την είχε ξεχάσει, όταν είχε προσφέρει τις απαρχές της συγκομιδής στους θεούς.  Γι’ αυτό το λόγο  του είχε στείλει ένα αγριογούρουνο, το οποίο κατέστρεφε την γη του. Ανάμεσα στους ήρωες που μαζεύτηκαν για να κυνηγήσουν το αγριογούρουνο ήταν και ο Μελέαγρος, ο οποίος επέμενε, παρά τις αντιρρήσεις των υπολοίπων κυνηγών, αλλά και της μητέρας του Αλθαίας, ότι  η Αταλάντη θα έπρεπε να πάρει μέρος και αυτή στο κυνήγι.  Αυτή η διαφωνία μεταξύ Αλθαίας, Μελέαγρου και Αταλάντης παρουσιαζόταν στο έργο.  Η ιστορία του κυνηγιού και  της μοιραίας κατάληξής του γινόταν αντικείμενο αφήγησης από κάποιον αγγελιαφόρο. Ο Οινέας είχε υποσχεθεί την δορά του αγριογούρουνου  σ’ αυτόν που  θα το σκότωνε.  Στη διάρκεια του κυνηγιού η Αταλάντη ήταν η πρώτη η οποία χτύπησε το αγριογούρουνο, ο  Αμφιάραος  δεύτερος, ενώ ο Μελέαγρος το  αποτελείωσε.  Ο Μελέαγρος έδωσε το βραβείο στην Αταλάντη.  Ωστόσο οι  Θεστιάδες,  τα αδέρφια της Αλθαίας και θείοι του Μελέαγρου, το πήραν από αυτήν με βάση το επιχείρημα ότι τους ανήκε, αφού ήταν οι πιο στενοί συγγενείς του Μελέαγρου και ο Μελέαγρος το είχε απαρνηθεί.  Ο Μελέαγρος θυμωμένος σκότωσε τους  Θεστιάδες  και απέδωσε πίσω το βραβείο στην Αταλάντη, την οποία είχε ερωτευτεί. Όταν  η Αλθαία άκουσε όσα είπε ο αγγελιαφόρος, έκαψε τον μαγικό πυρσό από τον οποίον εξαρτιόταν η ζωή του Μελέαγρου. Προς το τέλος του έργου είναι πιθανόν ότι  ο νεκρός του Μελεάγρου μεταφερόταν πάνω στη σκηνή, μπροστά στους θεατές, και ότι η Αλθαία αυτοκτονούσε.  Το έργο έκλεινε πιθανώς με κάποια θεϊκή επιφάνεια.  
Το μοναδικό απόσπασμα που έχει σωθεί προέρχεται από το τέλος της αφήγησής του αγγελιαφόρου. Συνομιλητής του αγγελιαφόρου είναι ο βασιλιάς Οινέας. Όταν ο αγγελιαφόρος ανακοινώνει τον θάνατο των  Θεστιάδων, ο Οινέας εκφράζει τον αποτροπιασμό του και στη συνέχεια  ρωτάει τι απέγινε το βραβείο.  Ο αγγελιαφόρος ανακοινώνει ότι παραδόθηκε στην Αταλάντη και ότι ο Μελέαγρος μαζί με την Αταλάντη έχουν διαφύγει. Ο Οινέας στο τέλος φεύγει από τη σκηνή, πιθανώς για να παρηγορήσει την Αλθαία για τον θάνατο των αδελφών της, αλλά και για να την αποτρέψει από κάποια  ενδεχόμενη παράλογη ενέργεια.

(Οινέας) -Μας είπες πράγματα απίστευτα, εάν κατηγορώντας τους γι’ αυτό
τόλμησε να τους αφανίσει. Όμως εγώ θέλω κι αυτό να ξέρω,
ποιος από εδώ του άγριου θεριού το δέρμα πήρε.

(Άγγελος) -Δεν θα σ’ αρέσουνε, αφέντη μου, όσα θα μάθεις
κι εμένα δεν μου αρέσει που θα πω νέα μη αρεστά στο σπίτι σου.

(Οινέας) -Μην μου τα κρύψεις, αν έχεις να μου πεις κάτι απ’ αυτά...

(Άγγελος) -…κι ύστερα πάλι,
τιμώντας την κοπέλα, την κόρη του Σχοινέα,
το αριστείο τής έδωσε στα χέρια,
κάτι που τ’ άξιζε πολύ, μιας κι από πριν το είχε πάρει.

(Οινέας) -Και τώρα, γέροντα, για πες μου πού είναι η Αταλάντη;

(Άγγελος) -Ούτε αυτό, αφέντη, θα σου αρέσει.  Δεν έχει ώρα πολλή (που φύγανε)...

(Οινέας) -Μα τώρα πια είναι η ώρα να δράσουνε οι συγγενείς.
Εγώ θα πάω στο σπίτι, μήπως και σταματήσω την Αλθαία,
προτού να κάνει καμιά πράξη παράλογη.