Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Ετεοκλής και Πολυνείκης



Είναι γνωστός ο μύθος των δύο γιων του Οιδίποδα και της Ιοκάστης,  οι οποίοι,  ενώ αρχικά συμφώνησαν να μοιραστούν εναλλάξ την εξουσία στη Θήβα,  στο τέλος κατέληξαν στην προδοσία και την αλληλοεξόντωση. Κι αυτό,  επειδή ο Ετεοκλής,  όταν ήρθε η ώρα να παραδώσει την βασιλεία στον αδερφό του Πολυνείκη,  αρνήθηκε να το κάνει.  Ο Πολυνείκης  αναζήτησε συμμάχους στο Άργος και επέστρεψε στη Θήβα με επτά από αυτούς και τον αντίστοιχο στρατό για να την πολιορκήσει.  Είναι η περίφημη εκστρατεία των Επτά εναντίον της Θήβας.  Την πρώτη εκτενή πραγμάτευση του θέματος έκανε ο Αισχύλος στην ομώνυμη τραγωδία του,  ενώ σημαντική είναι και η τραγωδία Φοίνισσες του Ευριπίδη.  Στον Ευριπίδη η Ιοκάστη κάνει μία τελευταία απόπειρα να συμφιλιώσει τα δύο αδέρφια.  Από το έργο του Ευριπίδη εμπνεύστηκε τη δική του πραγμάτευση του θέματος ένας άγνωστος για μας τραγικός ποιητής, πιθανώς του τέταρτου αιώνα προ Χριστού. Από το έργο του  σώθηκε ένα απόσπασμα, όπου ακριβώς η Ιοκάστη προσπαθεί να φέρει κοντά τους δύο γιους της.  Στο σωζόμενο απόσπασμα ο Πολυνείκης, προκειμένου να δείξει την καλή του πρόθεση, δεν διστάζει να παραδώσει ακόμη και το ίδιο του το σπαθί στη μητέρα του. Είναι φανερό ότι σε κάποιο σημείο του έργου Ιοκάστη ζητούσε από τους δύο γιους της να παραδώσουν τα όπλα τους και να ορκιστούν ότι θα εφαρμόσουν την απόφαση της διαιτησίας της.

[Πολυνείκης] ... Την ψυχή μου  
ερχόμενος εδώ σου παραδίδω μια για πάντα, πολυαγαπημένη μου μητέρα.
Σου ζητώ να μου φυλάξεις το ξίφος μου στο πλάι σου.
[Ιοκάστη] Και βέβαια!  Πες: θα τηρήσω την κρίση της μητέρας μου.
[Πολυνείκης]  Όχι μόνο, αλλά εάν φανώ πονηρός, δεν θέλω ούτε καν να ζω.
Ετεοκλή, πίστεψέ το, δεν θα φανώ.
Εσένα όμως πάντα θα σε κατηγορώ πως μ’ αδικείς.
[Ετεοκλής]  Αν ο Ετεοκλής παραδώσει το σκήπτρο του στον αδερφό του,
πες μου,  δεν θα θεωρείται δειλός από τους ανθρώπους;
[Πολυνείκης]  Εσύ την εξουσία δεν θα μου παρέδιδες,  εάν δεν οδηγούσα εδώ μαζί μου ένα στρατό.
[χάσμα στο κείμενο]
[Ετεοκλής]   Το να μη θέλεις είναι δική σου υπόθεση,  το να στο δώσει όμως είναι δουλειά της τύχης.
[Πολυνείκης]  Ρίχνεις σ’ εμένα το βάρος των κατηγοριών για όσα εσύ κάνεις.
Γιατί εσύ με ανάγκασες να φέρω εδώ εχθρούς.
 Εάν  μοιραζόσουνα τη βασιλεία δίχως μάχη,
ποια ανάγκη θα ήταν να κουβαλήσω εγώ στρατό;
[χάσμα στο κείμενο]
[Πολυνείκης]  Κοινή είναι η μοίρα μας. Γι’ αυτό μην με διατάζεις.
Σε άλλους είσαι βασιλιάς, όχι στον αδερφό σου…
Δεν υπολόγισε,  μητέρα,  την πραότητά μου.
Γι’ αυτό αναγκαστικά (μ’ οργή) θα μιλήσω στο εξής.
Γιατί απ’ την χώρα αυτός άδοξα με απέλασε.
Η γη του Άργους μου έδωσε συμμάχους
κι ο ίδιος ήρθα έχοντας μαζί μου μεγαλύτερο στρατό…