Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Αλκαίος, Ύμνος στους Διόσκουρους



            H παράδοση για τους θεϊκούς διδύμους Κάστορα και Πολυδεύκη είναι διπλή. Στη Σπάρτη ονομάζονταν Τυνδαρίδαι, από τον θνητό τους πατέρα Τυνδάρεω και τη μητέρα τους Λήδα. Όπως στην περίπτωση της αδερφής τους Ελένης, υπήρχε η πίστη ότι πραγματικός τους πατέρας ήταν ο Δίας, και το γεγονός αυτό εξηγεί τη λατρεία τους, όπως και της Ελένης, στη Θεράπνη κοντά στη Σπάρτη. Όπως ο Ζήθος και ο Αμφίων, το αντίστοιχο ζεύγος στη Θήβα, συνδέονταν με άσπρα άλογα. Απ’ αυτήν την άποψη αποτελούσαν το μυθικό παράδειγμα των αριστοκρατικών νέων στη Σπάρτη. Σε παραστάσεις αγγείων βλέπουμε τους Διόσκουρους να οδηγούν τα άλογά τους προς το άνετο κρεβάτι και το πλούσια στρωμένο τραπέζι, στο οποίο τους προσκαλούσαν κατά τη γιορτή των Θεοξενίων. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι οι Διόσκουροι  συνόδευαν και προστάτευαν τους στρατούς των δύο βασιλιάδων τους.
            Στον αιολικό-ιωνικό κόσμο αναπτύχθηκε μια άλλη παράδοση. Σύμφωνα με αυτήν οι Διόσκουροι ήταν προστάτες των ναυτικών, γι’ αυτό και συχνά καλούνταν Σωτήρες. Σ’ αυτή τους την ιδιότητα εμφανίζονται ως λάμψη που σπινθηρίζει στο κατάρτι του πλοίου, ένα φαινόμενο που είναι πιο γνωστό ως φωτιά του Αγίου Έλμου. Ακόμη και κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. ο απόστολος Παύλος ταξίδεψε από τη Μάλτα στη Ρώμη με ένα πλοίο που είχε για σήμα τους Διόσκουρους (Πράξεις 28, 11).
            Οι πάπυροι που διέσωσαν αυτό το ποίημα του Αλκαίου διατήρησαν μόνο τις τρεις πρώτες στροφές, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτελούνταν από 6. Η ελλιπής διάσωση του ποιήματος δε μας επιτρέπει να γνωρίζουμε με βεβαιότητα το λόγο, για τον οποίο ο Αλκαίος καλεί τους Διόσκουρους ως σωτήρες. Πιο πιθανή φαίνεται η υπόθεση ότι τους καλεί ως σωτήρες για τον ίδιο και τους φίλους του σε κάποια πολιτική κρίση. Επομένως πρέπει να δούμε την καταιγίδα που απειλεί το καράβι στην 3η στροφή μεταφορικά ως πολιτική κρίση.[1] Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να φανταστούμε τον Αλκαίο να τραγουδά τον ύμνο σε κάποιο συμπόσιο, ανάμεσα σε άλλους εξόριστους από τη Μυτιλήνη.

            Εμπρός, για χάρη μου το νησί του Πέλοπα αφήστε,
            δυνατά του Δία και της Λήδας παιδιά,
            και φανείτε μπροστά μου με καρδιά ευνοϊκή, Κάστορ
            και Πολυδεύκη.

            Εσείς τη γη την πλατιά και τη θάλασσα
            όλη διασχίζετε με τα γοργόποδα άλογα,
            εύκολα[2] τους ανθρώπους γλιτώνετε
            απ’ τον παγερό[3] θάνατο,

            από μακριά πηδώντας στις κορφές των καλόζυγων[4] πλοίων
            λαμπροί τρέχετε επάνω στα πρότονα[5]
            και μέσα στην άγρια νύχτα φέρνετε φως
            στο μαύρο πλοίο.






[1] Υπάρχει και εναλλακτική ερμηνεία για το ποίημα: ο Αλκαίος καλεί τους Διόσκουρους, επειδή σκοπεύει πράγματι να ταξιδέψει με πλοίο.
[2] Η ευκολία με την οποία οι θεοί μπορούν να κάνουν ό,τι για τους ανθρώπους φαίνεται ακατόρθωτο ή δύσκολο αποτελεί σήμα κατατεθέν της ανώτερης ύπαρξής τους σε σχέση με τον άνθρωπο.
[3] Η λέξη ζακρυόεις είναι σύνθετη από το ζα- (αιολική μορφή του τύπου δια-, πβ. τη λέξη ζάπλουτος) και το επίθετο κρυόεις < κρύος. Το πρόθημα ζα- άλλοτε λειτουργεί ως απλή πρόθεση και άλλοτε ως επιτατικό της σημασίας της λέξης, όπως στη λέξη ζάπλουτος (=πάρα πολύ πλούσιος). Σ’ αυτή του τη λειτουργία διαδόθηκε από την αιολική διάλεκτο σε όλη την ελληνική ποίηση (π.χ. ζάθεος, ζάκοτος, ζάπυρος, ζαφλεγής, ζάχρυσος κ.τ.λ.).
[4] Επίθετο το οποίο αποδίδεται στα πλοία και σημαίνει «αυτός που έχει καλά καθίσματα».
[5] Οι πρότονοι ή τα πρότονα είναι δυο σκοινιά από την κορυφή του ιστίου προς την πλώρη. Όταν κόβονταν, ο ιστός του πλοίου έπεφτε.