Ανυπαρξία και μεταβολή στη δελφική κοσμοθέαση




[Στον διάλογο του Πλουτάρχου για το δελφικό Ε τον τελικό λόγο έχει ο δάσκαλος του συγγραφέα Αμμώνιος, πλατωνικός φιλόσοφος που διέθετε τη δική του σχολή και έζησε στην Αθήνα τον 1ο αιώνα μ.Χ. Τα λόγια που ακολουθούν αποδίδουν με υπέροχο τρόπο την έλλειψη μετοχής των θνητών όντων στην αληθινή ύπαρξη, αντλώντας έμπνευση κυρίως από την ηρακλείτεια και την πλατωνική παράδοση. Ανάμεσα στα θνητά είναι και ο άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια αέναη μεταβολή που από την ίδια τη φύση της αποτελεί αναίρεση της ύπαρξης, εφόσον αλλοιώνει διαρκώς την ανθρώπινη υπόσταση. Με λόγια πραγματικά αξέχαστα, ο Αμμώνιος εξισώνει την αλλαγή σταδίων στη ζωή του ανθρώπου με τον θάνατο, αποφαινόμενος ότι, μέχρι να έρθει η στιγμή που εμείς αφελώς αποκαλούμε «θάνατο», έχουμε ήδη πεθάνει αναρίθμητες φορές:]

Γιατί εμείς δεν έχουμε στην πραγματικότητα κανένα μερίδιο στην ύπαρξη, αλλά κάθε θνητή φύση βρίσκεται μεταξύ της γέννησης και της φθοράς και παρέχει μόνο ένα φάσμα και μια αμυδρή και αβέβαιη εικόνα του εαυτού της. Αν τώρα προσηλώσεις το νου σου επιθυμώντας να τη συλλάβεις: όπως το δυνατό δράξιμο του νερού κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας (από τα δάχτυλα) με την πίεση και τη συγκέντρωση του νερού στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποτυγχάνει, όταν επιζητεί την άκρα σαφήνεια για κάθε πράγμα από εκείνα που μπορούν να αλλοιωθούν και να μεταβληθούν, επειδή άλλοτε εξετάζει τη γέννησή του και άλλοτε τη φθορά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατανοήσει τίποτα από τα σταθερά και όντως όντα.
«Αδύνατο να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», κατά τον Ηράκλειτο, ούτε ν’ αγγίξεις θνητή ουσία δυο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής «σκορπά και πάλι μαζεύεται», ή καλύτερα ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συγκεντρώνεται και διαλύεται και «έρχεται και φεύγει». Γι’ αυτό το λόγο και δεν οδηγεί στο είναι ό,τι γεννιέται απ’ αυτήν (ακριβώς επειδή η γέννηση ποτέ δε σταματά ούτε στέκεται), αλλά μεταβάλλοντάς το αδιάκοπα, από τότε που είναι ακόμη σπέρμα, δημιουργεί το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, μετά το παιδί, κατόπιν στη σειρά τον έφηβο, το νέο, τον άνδρα, τον ώριμο άνθρωπο, το γέροντα, καταστρέφοντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες με τις επόμενες. Κι εμείς με τρόπο γελοίο φοβόμαστε ένα και μόνο θάνατο, τη στιγμή που έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε τόσους θανάτους! Γιατί δεν ισχύει μόνο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι «ο θάνατος της φωτιάς είναι γέννηση για τον αέρα και ο θάνατος του αέρα είναι γέννηση για το νερό», αλλά ακόμη σαφέστερα στη δική μας περίπτωση ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή του καταστρέφεται όταν γεννιέται ο γέροντας, καταστρέφεται ο νέος μεταπίπτοντας σε άνθρωπο στην ακμή του, το παιδί σε νέο, το νήπιο στο παιδί. Ο χθεσινός άνθρωπος έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στο σημερινό, ενώ ο σημερινός θα πεθάνει μεταπίπτοντας στον αυριανό. Κανείς δε μένει ο ίδιος και κανείς δεν είναι ένας, αλλά γινόμαστε πολλά πρόσωπα, καθώς η ύλη περιστρέφεται και γλιστρά γύρω από ένα είδωλο και ένα κοινό εκμαγείο. Γιατί πώς παραμένουμε οι ίδιοι, ενώ χαιρόμαστε τώρα με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπάμε και μισούμε, θαυμάζουμε και ψέγουμε (κάθε φορά) αντίθετα πράγματα, ενώ διαθέτουμε διαφορετικά λόγια και διαφορετικά συναισθήματα, χωρίς να διατηρούμε την ίδια όψη, την ίδια μορφή, ούτε καν την ίδια σκέψη; Γιατί ούτε είναι λογικό να νιώθει κανείς διαφορετικά συναισθήματα άνευ μεταβολής, ούτε και κανείς αν μεταβληθεί μένει ο ίδιος. Αν, τώρα, κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος, τότε ούτε και υπάρχει, αλλά μεταβάλλει την ίδια του τη φύση καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Και η αίσθηση, επειδή αγνοεί το ον, αποφαίνεται λανθασμένα ότι αυτό που μας φαίνεται υπάρχει στ’ αλήθεια.