Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα είδη του κενού: κεχωρισμένο, παρεσπαρμένο, μέγα κενόν. Oι απόψεις του Στράτωνος και του Δημόκριτου


Στο πρώτο από τα χωρία που ακολουθούν ο Σιμπλίκιος, σχολιάζοντας ένα σημείο από το Περί ουρανού του Αριστοτέλη, κάνει διάκριση ανάμεσα στο κεχωρισμένο και το παρεσπαρμένο κενό, εννοώντας με τον πρώτο όρο το κενό μεταξύ των συνθέτων σωμάτων και με τον δεύτερο όρο το κενό που υπάρχει διάσπαρτο μέσα στα σύνθετα σώματα. Αυτή η διάκριση φαίνεται να έχει ως πηγή τον Περιπατητικό Στράτωνα, ο οποίος ξεχώριζε το κενό που είναι διάσπαρτο σε μικρά κομμάτια μέσα στα σώματα από το αθρόο κενό μεταξύ των κόσμων. Αυτή τη διάκριση ο Στράτων την έκανε μόνο και μόνο για να απορρίψει την ύπαρξη του δεύτερου τύπου κενού, αφού ο ίδιος δεν πίστευε ότι υπάρχουν άλλοι κόσμοι έξω από το δικό μας. Ο Δημόκριτος δε θα μπορούσε να κάνει διάκριση ανάμεσα στο παρεσπαρμένο και το κεχωρισμένο κενό, αφού γι’ αυτόν όλο το κενό που υπάρχει μέσα σ'  έναν κόσμο, είτε είναι εγκλωβισμένο μέσα στα σύνθετα σώματα, είτε βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά, είναι ουσιαστικά κενό του ίδιου τύπου: όπως τα σύνθετα σώματα έχουν μεταξύ των ατόμων τους μικρά κενά που  χωρίζουν τα άτομα μεταξύ τους, έτσι και ο αέρας που χωρίζει τα σύνθετα σώματα στον κόσμο μας αποτελείται από άτομα που διακρίνονται μεταξύ τους με επίσης μικρά διαστήματα κενού. Στο χωρίο του Φιλόπονου από την άλλη, ο Δημόκριτος φαίνεται να διακρίνει το κενό που υπάρχει σε σχετικά μικρές ποσότητες στον κόσμο μας από το μεγάλο κενό μεταξύ των κόσμων (μέγα κενόν). Όμως, η διάκριση αυτή είναι καθαρά ποσοτική και όχι ποιοτική. Το κενό που υπάρχει ανάμεσα στους κόσμους (μέγα κενόν) αντιπαραβάλλεται εδώ με το κενό που υπάρχει ως ελάχιστα διαστήματα μεταξύ των ατόμων ενός σώματος. Μεγάλες ποσότητες κενού μέσα στον κάθε κόσμο δε φαίνεται να παραδεχόταν ο Δημόκριτος, αφού κατά την άποψή του τα άτομα σπεύδουν το ένα προς το άλλο (πρὀς ἄλληλα συντρέχειν). Έτσι, το κενό ωθείται έξω από τον κόσμο, όπου υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες. Ο Πλάτων, Τίμαιος 58Α μπορεί να έχει υπόψη του αυτή τη θεωρία του Δημόκριτου. Ο Στράτων, που αναφέρθηκε παραπάνω, συμμεριζόταν την άποψη του Δημόκριτου για τις μικρές ποσότητες κενού μέσα στον κόσμο, διαφωνούσε όμως μαζί του στην ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων κενού έξω από τον κόσμο, αφού ως Περιπατητικός ταύτιζε το σύμπαν με το δικό μας μοναχικό κόσμο. Κατά την άποψη του Στράτωνα αθρόο κενό μπορούμε να δημιουργήσουμε στον κόσμο μας μόνο με τεχνητά μέσα (βλ. Ήρων, Πνευματικά 1, προοίμ. 332 κ.εξ., ο οποίος αντλεί προφανώς από το Στράτωνα). Το τρίτο χωρίο του Σιμπλίκιου επισημαίνει ότι το κενό για τους ατομικούς είναι εξίσου ον, όπως και τα άτομα, και όχι μια απλή έλλειψη του όντος. Έχει συνεπώς την δική του ιδιαίτερη οντολογική υπόσταση:

Σιμπλ., Εις το Περί ουρανού 305b10, σελ. 633, 11: «Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δεν υπάρχει καθόλου το κενό, στο οποίο να επεκτείνονται τα σώματα, όπως ο ίδιος απέδειξε, τότε είναι φανερή η αδυναμία αυτής της θεωρίας: με ποιο τρόπο, δηλαδή, ή πώς το ίδιο σώμα θα καταλάβει περισσότερο χώρο, αν δεν υπάρχει κάποιος κενός χώρος άνευ σώματος, στον οποίο θα χυθεί το σώμα με τα λεπτότερα μόρια; Αν, πάλι,  υπάρχει το κενό, όπως λένε οι οπαδοί του Δημόκριτου, μέσα από το οποίο γίνεται η επέκταση των σωμάτων, είναι λογική η δυνατότητα των σωμάτων να επεκτείνονται στο χώρο, είναι όμως παράλογη η ιδέα ότι πρέπει πάντα εξ ανάγκης αυτό που αποχωρίζεται από ένα μίγμα, όπως ο αέρας, να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο... Ο Αλέξανδρος (ο Αφροδισιεύς), αφού εφάρμοσε αυτήν την ερμηνεία στην περίπτωση του κεχωρισμένου κενού (γιατί αυτό θα ήταν ο τόπος, στον οποίο γίνεται η επέκταση των σωμάτων), χωρίς να το καταλάβει μετέβη στο παρεσπαρμένο κενό... Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει το όλο επιχείρημα σε σχέση με το παρεσπαρμένο κενό. Γιατί αυτό είναι που αποτελεί κατά τους οπαδούς του Δημόκριτου την αιτία της επέκτασης των σωμάτων. Γιατί το κεχωρισμένο κενό δεν είναι αίτιο της επέκτασης, αλλά απλώς παρέχει τόπο στα επεκτεινόμενα σώματα». [i]
Φιλόπονος, Εις τα Φυσικά 214a22, σελ. 613, 21: «Κι αυτό το κενό... είναι διεσπαρμένο μέσα στα σώματα και τα εμποδίζει να είναι συνεχή, όπως έλεγαν οι οπαδοί του Δημόκριτου και του Λεύκιππου... (24) έξω από τον ουρανό  υπάρχει το καθαυτό κενό ...».
Σιμπλ., Εις τα Φυσικά 213a22, σελ. 648, 11: «Γιατί εκείνοι έλεγαν ότι υπάρχει ενεργεία ένα είδος χώρου, το οποίο όντας ανάμεσα στα σώματα δεν τα αφήνει να είναι συνεχή. Αυτό ισχυρίζονταν οι οπαδοί του Δημόκριτου και του Λεύκιππου, λέγοντας ότι κενό δεν υπάρχει μόνο μέσα στον κόσμο αλλά και έξω από αυτόν. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι το κενό δε θα μπορούσε να είναι τόπος, αλλά ότι υπάρχει αυτό καθαυτό. Την ίδια άποψη είχε και ο Μητρόδωρος ο Χίος ... και αργότερα ο Επίκουρος».




[i] Αυτό αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία του Σιμπλίκιου, η οποία δε δικαιολογείται από το σχολιαζόμενο κείμενο του Αριστοτέλη. Ο Σιμπλίκιος θεωρεί το παρεσπαρμένο κενό αίτιο της επέκτασης των σωμάτων (causa efficiens), ενώ το κεχωρισμένο κενό απλώς τόπο, μέσα από τον οποίο γίνεται η κίνηση (condicio sine qua non). Σε κάθε περίπτωση το κενό για τους Ατομικούς δεν αποτελεί αίτιο με τη συνήθη σημασία της δύναμης που ενεργεί πάνω σε κάτι, αλλά αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης της κίνησης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…