Γοργόνες, Γραίες, Μέδουσα: σύντομο ετυμολογικό σημείωμα



Οι Γοργόνες σχετίζονται ετυμολογικά και εννοιολογικά άμεσα με τις Γραίες μέσω κοινής ρίζας. Ας δούμε γιατί. Το όνομά τους έχει ρίζα γορ-, η οποία αναδιπλασιάζεται, αλλά συντομευμένη: Γορ-γ-ώ. Η γενική στον Όμηρο είναι τῆς Γοργοῦς, ενώ εμφανίζεται αιτιατική πληθυντικού τάς Γοργούς στον Ησίοδο. Ωστόσο συνήθως το ουσιαστικό μετά τον Ησίοδο περνά δευτερογενὠς στην κλίση των ρινικών: Γοργόνες. Η ρίζα δεν σχετίζεται με την ταχύτητα, όπως υποθέτει κανείς εκ πρώτης όψεως, αλλά με την αδυναμία, την εξασθένιση, τα γηρατειά, την αποξήρανση. Στη μορφή γορ- έχει ενεργητική σημασία: Γοργώ είναι αυτή που προκαλεί εξασθένιση, αρρώστια, αδυναμία, γήρας.[1] Αντίθετα στη μορφή γερ-/γρα-/γηρ- έχει παθητική σημασία. Εδώ ταιριάζουν οι Γραῖαι, οι οποίες είναι αυτές που υποφέρουν από αδυναμία, γηρατειά κ.τ.λ. Η Γοργόνα Μέδουσα εξουδετερώνει την αντίθεση Γοργόνων / Γραιών, επειδή υποφέρει από θνητότητα, σε αντίθεση με τις αδελφές της, ενώ από την άλλη πετρώνει τους ανθρώπους, διαθέτει δηλαδή την απόλυτη ικανότητα αποξήρανσης. Κατά έναν συμβολικό τρόπο, χαρακτηριστικό του ελληνικού μύθου, η θνητή αυτή γοργόνα είναι παραδόξως μέδουσα, δηλαδή η αρχηγός των άλλων γοργόνων (<μέδω = βασιλεύω, εξουσιάζω).
[1] Το επίθετο γοργός έχει πρωταρχική σημασία "αυτός που προκαλεί φόβο, τρόμο με την όψη ή το βλέμμα του". Μετά αποκτά τη σημασία "γρήγορος".

[Βλ. Alain Blanc et al., « Chronique d'étymologie grecque 9», Revue de philologie, de littérature et d'histoire anciennes 2004/1 (Tome LXXVIII), p. 155-179]