Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Η αινιγματική ετυμολογία των λέξεων ἄναξ και βασιλεύς


Μολονότι στο παρελθόν έχουν προταθεί πειστικές ετυμολογικές προσεγγίσεις για τις λέξεις ἄναξ και βασιλεύς, η κυρίαρχη άποψη, όπως τουλάχιστον εκφράζεται στα βασικά ετυμολογικά λεξικά της αρχαίας Ελληνικής μέχρι και πρόσφατα, είναι πως οι λέξεις αποτελούν δάνεια από κάποια προελληνική γλώσσα. Ωστόσο υπάρχει κάθε δυνατότητα να δώσουμε μια ελληνική ερμηνεία και για τους δύο όρους.
         Ο όρος ἄναξ μαρτυρείται ήδη στις πινακίδες Γραμμικής Β΄ και δηλώνει την κεφαλή της μυκηναϊκής ανακτορικής κοινωνίας. Η μορφή του όρου στην Ελληνική της 2ης χιλιετίας π.Χ. έχει στην αρχή της λέξης το κληρονομημένο δίγαμμα: wάναξ. Ο φθόγγος αυτός χάθηκε στις περισσότερες διαλέκτους της 1ης χιλιετίας, αλλά διατηρήθηκε στις πιο συντηρητικές, όπως στη δωρική. Ωστόσο αυτό που προβληματίζει τους γλωσσολόγους δεν είναι το δίγαμμα, αλλά η εμφάνιση ενός -τ- στις πλάγιες πτώσεις, π.χ. γενική τοῦ ἄνακτος. Μόνο άλλες δύο λέξεις της αρχαίας Ελληνικής παρουσιάζουν το ίδιο φαινόμενο: ἡ νύξ, τῆς νυκτός και τό γάλα (<*γάλακ), τοῦ γάλακτος. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα ποιο είναι το πρωταρχικό θέμα: χωρίς την επέκταση -τ- (wάνακ-) ή με την επέκταση (wάνακτ-); Το πιθανότερο σενάριο είναι η λέξη να διέθετε εξαρχής το -τ-, αλλά να το έχασε στην ονομαστική από αναλογία προς τα συγγενή τριτόκλιτα του τύπου ὁ κόραξ, τοῦ κόρακος. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε την προσπάθεια ετυμολογίας με αυτό το δεδομένο κατά νου. Τότε μπορούμε να χωρίσουμε τη λέξη στα εξής συστατικά μέρη: wan-ag-t-s. Στην περίπτωση αυτή η λέξη είναι σύνθετη: ένα πρώτο συνθετικό wan- που μπορεί ίσως να συνδεθεί με το σπάνιο ρήμα αἵνω / ἀνέω (ἀφανέω) < ρίζα wαν-. Το σπάνιο αυτό ρήμα δηλώνει συνήθως το λίχνισμα ή την εκκαθάριση από κάτι περιττό, αλλά ο λεξικογράφος Ησύχιος συνδέει το ρήμα με την έννοια «κόπτω», χτυπώ. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε μια παλιά σημασία σε πολεμικά συμφραζόμενα (χτυπώ στη μάχη, εκκαθαρίζω τον εχθρό) που χάθηκε αργότερα. Το δεύτερο συνθετικό ag- σημαίνει «οδηγώ, άγω». Εδώ προστίθεται η επέκταση -t- που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί (π.χ. νικητής, μαθητής κ.τ.λ.) και φυσικά η κατάληξη -s. Συνεπώς η λέξη σήμαινε αρχικά «αυτός που οδηγεί στο χτύπημα (στη μάχη)».
Και η λέξη βασιλεύς μαρτυρείται στην μυκηναϊκή εποχή, αλλά δηλώνει αξίωμα κατώτερο του άνακτος. Στη μυκηναϊκή εποχή έχει τη μορφή gwασιλεύς,[1] αφού κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. η Ελληνική διατηρεί ακόμη τα λεγόμενα χειλοϋπερωικά σύμφωνα kw, gw, gwh [2] που θα τραπούν μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού σε χειλικά (π, β, φ), όπως εδώ, ή οδοντικά (τ, δ, θ, π.χ. kwέλος > τέλος). Και αυτή η λέξη μπορεί να θεωρηθεί σύνθετη: το πρώτο συνθετικό gwασι- (<*gwhati-)[3] που δηλώνει τη μάχη, τη σφαγή, τον πόλεμο. Το δεύτερο συνθετικό είναι μια συντομευμένη παραλλαγή της ρίζας της λέξης λαός (δωρ.), ληός (ιων.). λεώς (αττ.), η οποία συγχωνεύθηκε με μια επέκταση -υ- ή -ευ- που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί. Για την επέκταση βλ. π.χ. το ουσιαστικό φονεύς και τις παραλλαγές Θησεύς / Θῆσυς, Τυδεύς / Τῦδυς στις παλιές αττικές επιγραφές. Συνεπώς βασιλεύς = «ο αρχηγός του λαού/στρατού στον πόλεμο».

[Βλέπε ενδεικτικά Lothar Willms, “On the IE Etymology of Greek (w)anax”, Glotta 86 2011, 232-271 και Vladimir Georgiev, “Griech. ἄναξ Herrscher, Herr, Fürst und βασιλεύς König”, IF 89 1984, 125–8].



[1] Πβ. και τη μετοχή gwασιλέwjοντες, η οποία θα ισοδυναμούσε στη μεταγενέστερη Ελληνική σε *βασιλείοντες ωσάν να προκύπτει από ρήμα *βασιλείω. Μετά την Εποχή του Χαλκού επικράτησε το βασιλεύω και φυσικά η μετοχή βασιλεύοντες στην αττική διάλεκτο.
[2] Για να καταλάβετε την ποιότητα των ήχων αυτών δοκιμάστε να πείτε το κ και το γκ με τα χείλη στρογγυλεμένα.
[3] Η μυκηναϊκή ανήκει στις λεγόμενες ανατολικές ελληνικές διαλέκτους (όπως και η αττικοϊωνική), οι οποίες κατά κόρον μετέτρεψαν την κληρονομημένη ακολουθία -τι- σε -σι-. Πβ. λ.χ. αττικό τριακόσιοι, αλλά δωρικό τριακάτιοι. Το πρώτο συνθετικό περιέχει πιθανώς τη ρίζα των λέξεων φόνος (<gwhonos) και θείνω (<gwhenjo, σκοτώνω). Από την ίδια ρίζα ή παραλλαγές: πε-φν-εῑν (με αναδιπλασιασμό και στη συνέχεια ανομοιωτική αποδάσυνση <φεφνεῖν), πέφνε, ἐπέφατο (<ἐφέφατο), θενεῖν, θείνας (μετοχή αορίστου), θενῶ (μέλλων), πέφαται (<φέφαται), πεφάσθαι, πεφήσεται. Το ρηματικό επίθετο -φατός (<gwhn-to-s) μόνο ως δεύτερο συνθετικό (π.χ. ἀρηΐφατος = σκοτωμένος από τον ίδιο τον Άρη ή γενικότερα σκοτωμένος στον πόλεμο).