Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

"Πόσο πολύ αγαπάς τον άνθρωπο, Ιησού, πρώτο ρόδο του Πατέρα σου" : ένας μανιχαϊκός ψαλμός στον Ιησού


Το 1930 ήρθε στο φως στην Αίγυπτο (Medinet Madi) μια μεγάλη ποσότητα κοπτικών κειμένων του Μανιχαϊσμού, δηλαδή της αίρεσης-θρησκείας που ίδρυσε ο Μάνης. Η ανακάλυψη, δυστυχώς, επισκιάστηκε στη συνείδηση του κοινού, αλλά και των επιστημόνων, από τις εντυπωσιακές ιστορίες εύρεσης χειρογράφων των Γνωστικών στο Ναγκ Χαμαντί και των Εσσαίων στο Κουμράν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο η ανακάλυψη ακόμη περισσότερων μανιχαϊκών κειμένων σε πάμπολλες αρχαίες και μεσαιωνικές γλώσσες έδωσαν τελικά μεγάλη ώθηση στην έρευνα του Μαναχαϊσμού μετά το 1990 και το δυϊστικό αυτό πνευματικό κίνημα πήρε τη θέση που του άξιζε στην ακαδημαϊκή γνώση της θρησκειολογίας της ύστερης αρχαιότητας.

Ανάμεσα στα κείμενα του Medinet Madi υπήρχε και μια μεγάλη ομάδα ψαλμών της μανιχαϊκής Εκκλησίας από διάφορους συγγραφείς, άλλους ανώνυμους και άλλους επώνυμους (π.χ. από τον Ηρακλείδη, άμεσο μαθητή του Μάνη). Μια ομάδα ψαλμών αποκαλείται στα χειρόγραφα «ψαλμοί των σαρακοτών», δηλαδή ψαλμοί γραμμένοι για τους περιπλανώμενους ιεραπόστολους ή ασκητές του Μανιχαϊσμού. Η λέξη που έχει την ελληνική γενική σαρακοτῶν είναι ελληνοκοπτικό υβρίδιο, όπως συχνά συμβαίνει στα κοπτικά χειρόγραφα που βρίθουν ελληνικών λέξεων, ελληνοκοπτικών υβριδίων, ακόμη και ολόκληρων ελληνικών φράσεων.[1]  

Ο ψαλμός που μεταφράζεται παρακάτω είναι ένας τέτοιος ψαλμός των «σαρακοτών» αφιερωμένος στον Ιησού Χριστό, ο οποίος κατέχει κεντρική θέση ως σωτηριώδης μορφή, πλάι στον Μάνη, στη μανιχαϊκή Εκκλησία. Φυσικά δεν έχω μεταφραστική πρόσβαση στο κοπτικό κείμενο, αλλά στηρίχθηκα σε μια αγγλική (Iain Gardner- Samuel. N.C. Lieu, Manichaean Texts from the roman Empire, Cambridge 2004) και μια ιταλική μετάφραση (Gherardo Gnoli-Andrea Piras, Il Manicheismo, vol. 2, Mondadori, Milano 2006), για να δώσω την ελληνική απόδοση παρακάτω. Σε ορισμένα σημεία υπάρχουν μικρά κειμενικά κενά, τα οποία δεν επηρεάζουν την κατανόηση του κειμένου και τα συμπληρώνω με εύλογο και αβλαβή για το νόημα τρόπο:


Ιησού, φύλακα αληθή μου, είθε να με προστατεύεις.
Πρωτογέννητε του Πατέρα των Φώτων, είθε να με προστατεύεις.
Εσύ είσαι ο οίνος ο ζων, ο υιός της αμπέλου της αληθινής.
Δώσε μας να πιούμε οίνο ζωντανό από την άμπελό σου.
Στο μέσον της θαλάσσης, Ιησού, να με καθοδηγείς.
Μην μας εγκαταλείψεις, μην λάχει και μας αρπάξουν τα κύματα.
Όταν προφέρω το όνομά σου στη θάλασσα, ακινητοποιεί τα κύματά της.
Ποιος δεν θα χαρεί, όταν ο ήλιος είναι να ανατείλει από πάνω του.
Είσαι μια τέλεια μέρα, ίδιος ο Πατέρας σου ο εν τοις ουρανοίς.[2]
Μας προσκαλείς: άνοιξες για χάρη μας κρασί καινούργιο.
Όσοι το πίνουν αγάλλονται μ’ αυτό στις καρδιές τους.
Μεθούν με την αγάπη σου και καλοσύνη απλώνεται πάνω [απ’ την ψυχή τους].
Νομίζουν ότι βρίσκονται ψηλά και οπλίζονται να πολεμήσουν τον δράκο.[3]
Ο λόγος του Θεού είναι γλυκός, όταν βρίσκει ανθρώπους να τον ακούσουν.
Δεν κατοικεί σ’ ένα κλειστό μυαλό, δεν πηγαίνει σε ιερό που μολύνθηκε.
Μένει με τις παρθένους και εγκαθίσταται στην καρδιά των εγκρατών.
Σε όποιους κατοικεί, η χάρη του απλώνεται πάνω τους.
Ζώνονται με θάρρος και οπλίζονται να πολεμήσουν τον δράκο.
Ιησούς: ετούτο το όνομα το περιβάλλει μία χάρη.
Το βάρος σου ελαφρύ για όποιον μπορεί να το σηκώσει.
Πόσο πολύ αγαπάς τον άνθρωπο, Ιησού, πρώτο ρόδο του Πατέρα σου.
Μέχρι πού φτάνει η γλυκύτητά σου; ...
Όταν σε σκέφτομαι, Κύριέ μου, δέος μέγα με ζώνει.
Όταν είναι να σε δοξάσω, δεν βρίσκω κανέναν για να σε παρομοιάσω μαζί του.
Όταν σε αναζητώ, σε βρίσκω μέσα μου να με φωτίζεις.
Ίσως κι εγώ να είμαι άξιος ν΄ ακούσω την θεία κλήση.
[Αφιερώνω] τον εαυτό μου σ’ εσένα, δίκαιη είναι η δόξα σου στο στόμα μου, Κύριέ μου.
Το πλοίο του Ιησού ήρθε στο λιμάνι, γεμάτο στεφάνια και ολάνθιστη φοινικιά.[4]
Ο Ιησούς το οδηγεί και θα μας περιμένει στ’ αγκυροβόλι μέχρι να επιβιβαστούμε.
Τους αγίους παίρνει μαζί του και τις παρθένες.
Ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας, για να μπορέσουμε να κάνουμε το δικό μας ταξίδι.
Το πλοίο του Ιησού θα ταξιδέψει στα ύψη.[5]
Θ’ αφήσει το φορτίο του στην ακτή και θα επιστρέψει για να πάρει όσους έμειναν πίσω.
Είναι αυτοί που διασκορπίστηκαν απ’ την απάτη της ζωής.[6]
Θα τους φέρει στο λιμάνι των αθανάτων.
[Το πλοίο του Ιησού είναι φορτωμένο] με στεφάνια και ολάνθιστη φοινικιά στους αιώνες των αιώνων.
Νίκη κι ανάπαυση θα υπάρξει εκεί για την ψυχή της Μαρίας.[7]



[1] Ούτως ή άλλως οι ψαλμοί αυτοί πρωτοσυντέθηκαν στην Ελληνική και γράφτηκαν κατά την εποχή των θρησκευτικών διωγμών του Διοκλητιανού σε βάρος Χριστιανών και Μανιχαίων (τέλος 3ου αιώνα). Η κοπτική μετάφραση που έχουμε στη διάθεσή μας χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα. Στοιχεία των ψαλμών υποδεικνύουν ότι συντέθηκαν στην Αίγυπτο.
[2] Έμμεσος υπαινιγμός στον χαρακτηρισμό του Ιησού ως Εικόνα του Πατέρα.
[3] Αντιπροσωπεύει συμβολικά το κακό που πρέπει να πολεμούν οι γιοι του φωτός.
[4] Τα στεφάνια συμβολίζουν την επιβράβευση των αγίων και των μαρτύρων για τον ωραίο αγώνα τους. σημαντική υπενθύμιση σε μια εποχή διωγμών.
[5] Το συμβολικό αυτό πλοίο οδηγεί στους ουρανούς, δηλαδή στη σωτηρία.
[6] Όπως οι Γνωστικοί, έτσι και οι Μανιχαίοι θεωρούν τον υλικό κόσμο κακό κι απατηλό, μια φυλακή. Δεν είναι «λίαν καλός», όπως στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση.
[7] Μάρτυρας του Μανιχαϊσμού.