MIA ΑΡΧΑΙΑ ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΝΕΚΡΟ (ΜΟΣΧΙΩΝ)


Στο παρακάτω απόσπασμα, πιθανώς από τον τραγωδία Φεραίοι,[1] ο Μοσχίων εκθέτει την άποψη ότι δεν έχει νόημα να τιμωρείς κάποιον μετά θάνατον βασανίζοντας το σώμα του. Δεν αποτελεί δείγμα λογικής και ανθρωπιάς το να τυραννάς κάτι που είναι πια ένα με την άφωνη γη, αφού ο νεκρός δεν διαθέτει πια αισθήσεις:

ΑΡΧΑΙΑ ΡΗΤΑ (BAKER 1998)


Ένα όμορφο ερωτικό τετράστιχο από την Πομπηία (CIL IV 9123)


Το ποίημα βρέθηκε γραμμένο με κόκκινο χρώμα σε τοίχο στην Πομπηία στις 25 Φεβρουαρίου του 1915, αλλά το χειμώνα του 1915, μετά από παρατεταμένη καταρρακτώδη βροχή, ο τοίχος γκρεμίστηκε και το πρωτότυπο χάθηκε:

Nihil durare potest tempore perpetuo.
Cum bene Sol nituit redditur Oceano;
Decrescit Phoebe quae modo plena fuit.
Sic Venerum feritas saepe fit aura levis. 

Τίποτα δεν μπορεί να αντέξει στον αιώνιο χρόνο.
Σαν λάμψει αρκετά ο Ήλιος, επιστρέφει στον Ωκεανό.
Εξαφανίζεται η Σελήνη που λίγο πριν ήταν ολόκληρη.
Έτσι κι η άγρια των ερώτων ορμή συχνά γίνεται αύρα ανάλαφρη.

Από τα Λακεδαιμονικά του Φαίστου


Είναι άγνωστο πότε έζησε ο Φαίστος και οι πληροφορίες που διαθέτουμε για το συγγραφέα αυτόν είναι μηδαμινές. Σε σχόλια στους Πυθιόνικους του Πινδάρου (4.28 και 9.90b) φέρεται ως συγγραφέας ενός έργου με τίτλο Λακεδαιμονικά Μακεδονικά [i]), από το οποίο σώζεται ένας και μοναδικός στίχος που αφορά τη σχέση ταύτισης του μέγιστου ελληνικού θεού, του Δία, με τον μέγιστο θεό των Αιγυπτίων, τον Άμμωνα.

(Σχόλ. Πινδ. Πυθ. 4.28:)      Οι Λίβυες τον Δία τον προσαγορεύουν Άμμωνα και τον τιμούν μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ υπάρχει και μαντείο του στη Λιβύη. Γιατί και ο Φαίστος στα Λακεδαιμονικά του λέει εύστοχα:
            Δία, Άμμωνα της Λιβύης, κερασφόρε μάντη, άκουσέ με.



[i] Έτσι δίνει τον τίτλο το σχόλιο στον Πυθιόνικο 9.90b, κάτι που θα έκανε τον μοναδικό παραδιδόμενο στίχο να παραπέμπει στην περίφημη επίσκεψη του Αλέξανδρου στο μαντείο του Άμμωνος. Επιπλέον το επίθετο Λακεδαιμονικός είναι σπανιότατο, αφού προτιμάται ο τύπος Λακεδαιμόνιος. Ωστόσο ακριβώς αυτή η λεπτομέρεια καθιστά τη γραφή Λακεδαιμονικός lectio difficilior και άρα προτιμότερη.

Η άποψη των αρχαίων φιλοσόφων για την ομοιοτροπία του Σύμπαντος


Ένα από τα θεμελιώδη αξιώματα της σύγχρονης κοσμολογικής επιστήμης είναι πως στο σύμπαν δεν υπάρχει προτιμώμενη κατεύθυνση, αλλά ότι είναι ομοιογενές, ομοιότροπο ή ισότροπο, δηλαδή ομοιόμορφο στην κατανομή της ύλης και στην ισχύ των ίδιων φυσικών νόμων. Η αρχή της ομοιοτροπίας (ισοτροπίας), όμως, όπως φαίνεται από τα παρακάτω αποσπάσματα, διατυπώθηκε ήδη από τους αρχαίους:

"Το «τώρα», όμως, δεν αποτελεί τμήμα (του χρόνου)": η αριστοτελική κριτική για τη φύση του χρόνου


Κατά τους Ατομικούς φιλοσόφους στην περιοχή της γνήσιας γνώσης ο χρόνος δεν υπάρχει ως συνεχές, παρά μόνο ως ξεχωριστές στιγμές, που συνυπάρχουν η μία δίπλα στην άλλη σε κάθε ξεχωριστό «τώρα», περίπου όπως οι κινηματογραφικές εικόνες στο φιλμ υπάρχουν ταυτόχρονα η μία δίπλα στην άλλη, αλλά όταν βλέπουμε το έργο νομίζουμε ότι ρέουν η μία μετά την άλλη. Αυτή είναι η μοναδική δυνατότητα να υποστηρίξει κανείς, αντίθετα προς τους Ελεάτες, ότι υπάρχει η κίνηση και η μεταβολή και ταυτόχρονα να αρνηθεί τη ροή του χρόνου. Στο χωρίο που ακολουθεί ο Αριστοτέλης, καταπολεμά αυτήν την άποψη με τον εξής συλλογισμό: αν όλα τα ξεχωριστά «νυν» υπάρχουν το ένα δίπλα στο άλλο ταυτόχρονα, τότε όλα τους πρέπει να υπάρχουν τώρα, δηλαδή στο ίδιο «νυν». Αλλά τότε όλα γίνονται ταυτόχρονα και δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον.

Η ετυμολογία της λέξης αριστερός (και το όνομα της Αριάδνης)


Η λέξη ἀριστερός συνδέεται από τους γλωσσολόγους με τη λέξη ἄριστος. Το πρόσφυμα -τερος διατηρεί εδώ την πρωταρχική του αντιθετική σημασία (= αυτός που είναι στα αριστερά σε αντίθεση με αυτόν που είναι στα δεξιά -πβ. δεξιτερός = δεξιός, ὀρέστερος = ο ορεινός σε αντίθεση με τον πεδινό). Η λέξη επομένως σχηματίστηκε προτού το πρόσφυμα αποκτήσει την κυρίως συγκριτική σημασία που έχει στα «ομαλά» συγκριτικά (όπως π.χ. σεμνός, σεμνότερος). Η αρχική σημασία του αριστερός, συνεπώς, ήταν «άριστος». Η τοπική σημασία προήλθε από την μαντική τέχνη ως ευφημισμός: οι οιωνοί που έρχονταν από τα αριστερά θεωρούνταν δυσοίωνοι και η λέξη αριστερός χρησιμοποιήθηκε με ευφημιστικό τρόπο (= «αυτός που έρχεται από την καλή μεριά». Πβ. και την εξίσου ευφημιστική χρήση του επιθέτου εὐώνυμος, «αυτός που έχει καλό όνομα», = αριστερός).  

Με τη σειρά της η λέξη ἄριστος περιέχει το υπερθετικό πρόσφυμα -ιστος και αποτελεί υπερθετικό βαθμό του συγκριτικού ἀρείων (καλύτερος). Στην ίδια ομάδα λέξεων ανήκει και το πρόσφυμα ἀρι- (καλά, πολύ) που εμφανίζεται μόνο ως πρώτο συνθετικό λέξεων (π.χ. ἀρίζηλος, ἀριπρεπής, ἀρίγνωτος και ίσως Άριάδνη, αν ισχύει η πληροφορία του Ησύχιου ότι ἀδνός = ἀγνός στην κρητική διάλεκτο, άρα Αριάδνη = η πολύ αγνή). Όλες οι παραπάνω λέξεις σχετίζονται με το ρήμα ἀραρίσκω (συνταιριάζω με τον κατάλληλο τρόπο), το οποίο σχηματίστηκε από τον αναδιπλασιασμό της ρίζας αρ- (ενεστωτικός αναδιπλασιασμός). Η ρίζα έχει την πρωταρχική σημασία «ταιριαστός, κατάλληλος». 

Παιάνας στην Υγεία (Αρίφρων)




            O Αρίφρων από τη Σικυώνα ταυτίζεται από ορισμένους μελετητές με τον τραγικό ποιητή Αρίφρονα, ο οποίος είναι γνωστός από μια αττική επιγραφή που χρονολογείται περίπου στα 400 π.Χ. (IG ii2 3092). Εντούτοις, πολλά στοιχεία του ποιήματος υποδεικνύουν ως περίοδο συγγραφής την Ελληνιστική Εποχή (βλ. παρακάτω). Ήταν πολύ δημοφιλές και γνωστό τραγούδι. Ο Λουκιανός (Υπέρ του πταίσματος 6) το αναφέρει ως τὸ γνωριμώτατον ἐκεῖνο καὶ πᾶσι διὰ στόματος, ενώ το γεγονός ότι όλα τα σωζόμενα αντίγραφα και παραθέματά του προέρχονται από τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. μαρτυρεί τη μακρόχρονη επιβίωσή του. Στην Επίδαυρο το ποίημα είχε αποκτήσει τη θέση επίσημου λατρευτικού ύμνου στο ιερό του Ασκληπιού.
            Ο ύμνος σώζεται τόσο σε χειρόγραφα (βασικά βλ. Αθήναιος 15, 701F-702B) όσο και σε επιγραφές. Ωστόσο, αν δεν υπήρχε η μαρτυρία του Αθήναιου, δε θα ξέραμε ότι είναι ένας παιάνας, αφού δεν περιέχει κανένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του είδους αυτού. Το ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος (στ. 1-2) συγκεφαλαιώνει το σκοπό επίκλησης της Υγείας από τον ποιητή και εκφράζει την ευχή να τον ευλογεί στο υπόλοιπο της ζωής του. Το δεύτερο μέρος (3-10) έχει ως κύριο θέμα του την ιδέα ότι όλα τα βραβεία και οι απολαύσεις της ζωής δεν έχουν νόημα χωρίς την υγεία. Το ποίημα κλείνει με μια βεβαίωση της ζωτικής συνεισφοράς της υγείας στην ανθρώπινη ευτυχία.
            Ούτε η γλώσσα του ποιήματος (λυρική Κοινή) ούτε το μέτρο [κατά βάση δακτυλοεπίτριτοι (3-9), ανάπαιστοι (1-2), ιαμβικό τρίμετρο (10)] αποδεικνύουν τη σύνθεσή του κατά την κλασική εποχή. Αντίθετα υπάρχουν 3 σημεία που υποδεικνύουν ότι συντέθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο: πρώτον, η έκφραση (στίχος 4) τᾶς ἰσοδαίμονος ἀνθρώποις βασιληίδος ἀρχᾶς, δηλαδή «η βασιλική εξουσία που υψώνει τον άνθρωπο στο επίπεδο των θεών», ταιριάζει περισσότερο στην ελληνιστική περίοδο, στην οποία οι βασιλείς έτειναν προς τη λατρεία του προσώπου τους. Δεύτερον, η έκφραση (4-5) πόθων οὓς κρυφίοις Ἀφροδίτας ἕρκεσιν θηρεύομεν, δηλαδή «έρωτες, που τους κυνηγάμε με τα κρύφια βρόχια της Αφροδίτης» έχει ελληνιστική απόχρωση. Ο Βίων (απ. 13) περιγράφει ένα αγόρι να κυνηγά τον Έρωτα σαν κυνηγός που προσπαθεί να συλλάβει ένα πουλί, ενώ πολυάριθμα ελληνιστικά επιγράμματα παρουσιάζουν τον ίδιο τον Έρωτα να συλλαμβάνει με βρόχια τα ανθρώπινα θύματά του. Επιπλέον η λεπτότητα του ερωτικού θέματος ταιριάζει περισσότερο στην ελληνιστική παρά την κλασική περίοδο: ενώ αρχαιότεροι λυρικοί ποιητές, όπως ο Ίβυκος ή ο Ανακρέων παρουσιάζουν την υποταγή τους στον Έρωτα ως βίαιη και ορμητική διαδικασία, η λεπτεπίλεπτη εικόνα του έρωτα που παρουσιάζει το ποίημα είναι κοινή στην ελληνιστική ποίηση. Τρίτον, η σύνθεση ποιημάτων για αφηρημένες οντότητες, όπως η Τύχη, η Μοίρα και η ίδια η Υγεία, είναι συνηθέστερη στην ελληνιστική εποχή. Επομένως, δε θα πέφταμε έξω, αν τοποθετούσαμε τη σύνθεση του ποιήματος στα τέλη του 4ου ή κατά τον 3ο αιώνα π.Χ.

Γιάννης Κεφαλληνός: 10 λευκές λήκυθοι (1956)




Η αλλαγή φύλου του μάντη Τειρεσία ως απόκρυφη μυητική τελετή


Φλέγων, Περί θαυμασίων[1]
Ο Ησίοδος, ο Δικαίαρχος, ο Κλέαρχος, ο Καλλίμαχος και ορισμένοι άλλοι ιστορούν για τον Τειρεσία και τα εξής: ο Τειρεσίας, γιος του Ευήρους, στην Αρκαδία, στο όρος της Κυλλήνης, όταν είδε φίδια να συνουσιάζονται, σκότωσε το ένα από τα δύο [2] και αμέσως άλλαξε μορφή. Από άντρας έγινε γυναίκα και έκανε έρωτα με άντρα. Ο Απόλλων του έδωσε χρησμό ότι εάν παραφυλάξει φίδια που συνουσιάζονται και με τον ίδιο τρόπο θανατώσει το ένα,[3] θα γίνει όπως ήταν. Ο Τειρεσίας παραφύλαξε και πραγματοποίησε όσα ειπώθηκαν από τον θεό. Έτσι ξαναπήρε την παλιά του μορφή. Όταν ο Δίας φιλονίκησε με την Ήρα και ισχυρίστηκε ότι στη συνουσία η γυναίκα πλεονεκτεί του ανδρός ως προς την ερωτική ηδονή, ενώ η Ήρα έλεγε το αντίθετο, αποφάσισαν να τον φέρουν και να τον ρωτήσουν, επειδή είχε εμπειρία και των δύο (ερωτικών) τρόπων. Όταν τον ρώτησαν, αποφάνθηκε ότι από τα δέκα μερίδια του έρωτα ο άντρας απολαμβάνει το ένα, ενώ η γυναίκα τα εννιά. Η Ήρα οργίστηκε, του πλήγωσε τα μάτια και τον τύφλωσε, ενώ ο Δίας του δώρισε την μαντική και ζωή για επτά γενιές.

Το ησιόδειο χωρίο: [4]

Ύμνος στον Πάνα (Καστορίων ο Σολεύς)




            O Καστορίων από τους Σόλους της Κιλικίας υπήρξε πρώιμος ελληνιστικός ποιητής, από τον οποίο ο Αθήναιος (10, 454F) μας διέσωσε ορισμένους πολύ περίτεχνους ιαμβικούς στίχους για τον Πάνα. Υπήρξε σύγχρονος (και κόλακας) του Δημητρίου του Φαληρέως, όπως φαίνεται από το ακόλουθο χαρακτηριστικό χωρίο του Αθήναιου (12, 542Ε): «Στην πομπή των Διονυσίων, την οποία διοργάνωσε (ο Δημήτριος), όταν έγινε άρχοντας (=309/8 π.Χ.), ο χορός τραγούδησε προς τιμήν του ποιήματα του Καστορίωνος του Σολέως, στα οποία ο Δημήτριος προσαγορευόταν ηλιόμορφος».
            O ύμνος στον Πάνα φαίνεται να αποτελεί ποίημα προορισμένο για ανάγνωση και όχι για τη λατρεία. Το περίπλοκο μετρικό του σύστημα (μονόμετροι στίχοι-όλοι από έντεκα γράμματα ο καθένας-ενώνονται ανά 3 δίνοντας την εντύπωση ιαμβικών τριμέτρων) φανερώνει λογιότατο ποιητή, ο οποίος ωστόσο κατορθώνει να μετουσιώσει τη γνώση του σε πραγματική ποίηση:

H άφιξη του Αρχέλαου στη Μακεδονία και η ίδρυση του οίκου των Αργεαδών (Μοσχίων)


Το παρακάτω απόσπασμα του τραγωδού Μοσχίωνος παραδίδεται από τον Στοβαίο και αφορά στην ίδρυση της μακεδονικής δυναστείας των Αργεαδών και συγκεκριμένα στην άφιξη του Αρχέλαου στη Μακεδονία ως ικέτη. Σύμφωνα με την μακεδονική παράδοση ο ιδρυτής της δυναστείας Αρχέλαος, γιος του Τήμενου, εκδιώχτηκε από το Άργος από τα αδέρφια του. Κατέφυγε στον βασιλιά της Μακεδονίας Κισσέα, τον οποίο βοήθησε στον πόλεμο με αντάλλαγμα το χέρι της κόρης του και τη διαδοχή στη βασιλεία. Ο Κισσέας θέλησε να παραβεί τον όρκο του και να σκοτώσει τον Αρχέλαο, αλλά ο Αρχέλαος ειδοποιήθηκε και τον πρόλαβε. Στη συνέχεια ίδρυσε τις Αιγές και θεμελίωσε την δυναστεία των Αργεαδών. Ο Ευριπίδης έγραψε μια τραγωδία με τον τίτλο Αρχέλαος, όταν βρισκόταν, στο τέλος της ζωής του (τέλη του 5ου αιώνα), φιλοξενούμενος του ομώνυμου βασιλιά Αρχέλαου, απόγονου του ιδρυτή της δυναστείας:

"Ακόμη το αγαθό αναζητά η ύπαρξή μου": ο απολογισμός της ζωής ενός Κυνικού


Στο απόσπασμα αυτό ο Κυνικός ποιητής Κερκίδας προβαίνει σε έναν απολογισμό της ζωής του: στο κατώφλι των γηρατειών πια, μας αυτοπαρουσιάζεται ως ένας υπηρέτης των Μουσών και του αγαθού. Όλη του τη ζωή υπηρέτησε την τέχνη, τώρα όμως τα γηρατειά τον έχουν καταβάλει, όπως κάθε άνθρωπο. Εντούτοις η ψυχή του ακόμη επιζητεί τα ίδια πράγματα προσηλωμένη στις αξίες της:

Padraic Colum, Orpheus, myths of the world / Εικόνες: Boris Artzybasheff


ΙΣΙΣ ΚΑΙ ΟΣΙΡΙΣ

ΝΕΚΡΟΣ ΟΣΙΡΙΣ

ΜΑΡΔΟΥΚ

Ορφικός ύμνος στις Ώρες


 
           
            Το ποίημα απευθύνεται στις Ώρες, θεότητες των εποχών, αλλά και παράγοντες ευταξίας και ρυθμισμένου βίου στις κοινωνίες των ανθρώπων. Τα ονόματά τους είναι χαρακτηριστικά: Ευνομία, Δίκη (=Δικαιοσύνη), Ειρήνη.[1] Το όνομα της μητέρας τους Θέμιδας είναι επίσης άρρηκτα συνδεμένο με τη δικαιοσύνη. Ως θεότητες των εποχών έχουν ένα πλήθος χαρακτηριστικών που τις συνδέει με τη φύση (βλ. στίχους 3-6). Επιπλέον, φυλάγουν τις πύλες του Ολύμπου και συνδέονται συχνά με τις γεννήσεις, την ανατροφή και τους γάμους θεών και ηρώων. Από την ελληνιστική εποχή και μετά συνήθως γίνονται τέσσερις, μια για κάθε εποχή, και η ομαλή εναλλαγή στους στη διάρκεια της χρονιάς θεωρούνταν απόδειξη της θεϊκής τάξης που διέπει τον κόσμο.[2] 

Zanetti, Delle antiche statue, Venezia 1740 (vol. 1). Πορτρέτα Ρωμαίων στρατηγών και αυτοκρατόρων και των συζύγων τους





Πύθιος Απόλλων: ο Απόλλων της φθοράς. Μια αρχαία ετυμολογία του επιθέτου Πύθιος


Το απόσπασμα αυτό του Κυνικού Μεγαλοπολίτη Κερκίδα έχει ως θέμα του τη φθορά, η οποία προκύπτει ως συνέπεια της μαλθακότητας του βίου και της διαβρωτικής δύναμης της μουσικής που κάνει τους ανθρώπους άχρηστους και άρρωστους. Τα πυρά του Κερκίδα συγκεντρώνουν παραδόξως ο Απόλλων και η μουσική: ο Απόλλων κατά τον Κερκίδα ονομάστηκε Πύθιος, όχι επειδή θανάτωσε το φίδι Πύθων, το οποίο φύλαγε το μαντείο των Δελφών πριν γίνει κύριος του τόπου ο Απόλλων. Αντίθετα, ο Κερκίδας συσχετίζει ετυμολογικά το Πύθιος με το αρχαίο ρήμα πύθω, το οποίο σημαίνει «σαπίζω, κάνω κάτι να σαπίσει, να φθαρεί». Έτσι ο θεός παρουσιάζεται να διαθέτει ένα όνομα ενδεικτικό φθοράς. Ο Κυνικός ποιητής αντιμετωπίζει, επομένως, τον Απόλλωνα με καχυποψία, επειδή των θεωρεί προστάτη των απολαύσεων.

Alfred Church, Stories from Virgil (Ιστορίες από τον Βεργίλιο) / Εικόνες: Pinelli