Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Η Αρμονία και η Αρετή των Αριθμών: η ετυμολογία των λέξεων


Η λέξη ἀριθμός προκύπτει από ρίζα ἀρι-, η οποία είχε αρχική σημασία «μετρώ, αριθμώ, βάζω σε κατάλληλη σειρά, τακτοποιώ». Από την ίδια ρίζα προκύπτει η λέξη νήριτος που σημαίνει «αναρίθμητος» από το στερητικό ν-/να-/νη- (πβ. νηνεμία = νη+άνεμος = χωρίς άνεμο) και το ἄριτος (νάριτος > νήριτος). Από την ίδια ρίζα με το πρόσφυμα -θμ- προκύπτει η λέξη ἀρι-θμ-ός. Με επέκταση της σημασίας η ρίζα έφτασε να σημαίνει «αριθμώ κάποιους για να τους ξεχωρίσω από τους άλλους» > «επιλέγω, διαλέγω». Έτσι προκύπτει η λέξη έπάριτοι (ἐπί + ἄριτος): ονομασία των στρατιωτών του κοινού των Αρκάδων (= επίλεκτοι, διαλεχτοί). Ως όνομα προσώπων πβ. Ἐπήριτος (ω 306), Πεδάριτος (Αρκαδία, Λακωνία, όπου πεδά = μετά), Μετήριτος (Ιωνία), το όρος Νήριτον στον Όμηρο. Επίσης εἰκοσιν-ήριτος (=εικοσαπλάσιος).

Η ρίζα ἀρι- και η σημασία της «μετρώ, αριθμώ» αποτελεί με τη σειρά της παραλλαγή και επέκταση της ρίζας ἀρ-, η οποία σημαίνει «ταιριάζω, προσαρμόζω κάτι σε κάτι άλλο, τακτοποιώ, βάζω στη σειρά». Η ρίζα αυτή είναι εξαιρετικά παραγωγική στην αρχαία Ελληνική και έδωσε αναρίθμητα θέματα και παράγωγες λέξεις. Ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές:

-ἄρμα (ουδέτερο): «αυτό που προσαρμόζεται σε κάτι άλλο» > «τροχός ως ρόδα που προσαρμόζεται στο άξονα της άμαξας» (αυτή είναι η μυκηναϊκή σημασία, δηλαδή τροχός, ρόδα) > με συνεκδοχή «άρμα».

-ἡ ἀρμή / ἡ ἄρμα (θηλυκό) = «το συνταίριασμα»> «η σεξουαλική ένωση» (Δελφοί, Ησύχιος).

-ἄρθρο: «αυτό που προσαρμόζεται σε κάτι άλλο» > «μέλος του σώματος» (πόδια, χέρια ως προσαρμοσμένα στο κορμό του σώματος) και «γραμματικό άρθρο» ως η λέξη που προσαρμόζεται, ταιριάζει, συναρθρώνεται με μια άλλη λέξη, κυρίως ουσιαστικό.

-άρμός = μέρος που συναρμόζονται δύο πράγματα, σύνδεση, συναρμογή

-ἀρμόζω ή ἀρμόττω =προσαρμόζω, ταιριάζω. Από εδώ η λέξη ἀρμονία (συναρμολόγηση, σύνδεση, συμφωνία), ἀρμόδιος, ἀρμοστής κ.ά.

-ἀρθμός = σύνδεση, σύνδεσμος, ένωση, φιλία

-ἀρείων / ἄριστος (=ο πολύ ταιριαστός, κατάλληλος)

-ἀρέσκω = «συνταιριάζω κατάλληλα τα πράγματα» > «συμβιβάζω» > «προκαλώ ευχαρίστηση με τον συμβιβασμό» > «ευαρεστώ κάποιον, ικανοποιώ, γίνομαι ευχάριστος».

-ἀρετή = η ικανότητα να ταιριάζεις, η καταλληλότητα, η κατάλληλη ικανότητα

-ἄρτι = ταιριαστά, κατάλληλα > την ώρα που έπρεπε > τώρα δα, μόλις τώρα. Η αρχική σημασία διατηρείται όμως στα σύνθετα π.χ. ἀρτιμελής, ἀρτίχειρ, ἀρτίφρων κ.ά. Πβ. ἄρτιος = ο ταιριαστός > τέλειος

-ὄαρ = η ταιριαστή > η σύντροφος, σύζυγος