Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναζητώντας τα αρχαιότερα ίχνη της ινδικής γλώσσας

H τέταρτη πινακίδα της πραγματείας του Kikkuli

Μια από τις μεγάλες γλωσσικές οικογένειες είναι η λεγόμενη ινδοϊρανική, της οποίας αναγνωρίζονται δύο βασικοί κλάδοι, ο ιρανικός και ο ινδικός. Τα αρχαιότερα κείμενα του ιρανικού κλάδου είναι ορισμένα από τα ζωροαστρικά κείμενα στη λεγόμενη συλλογή της Αβέστα, ενώ τα αρχαιότερα ινδικά είναι οι λεγόμενες Βέδες και ιδιαίτερα η Rigveda. Και οι δύο ομάδες κειμένων χρονολογούνται στο 2ο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. (περ. 1200-1000 π.Χ.). Οι γλωσσικές ομοιότητες μεταξύ των αρχαιότερων αυτών κειμένων είναι τόσο πολλές που φαίνεται ότι οι δύο ομάδες γλωσσών σ’ αυτό το στάδιο ήταν ακόμη σχετικά κοντά μεταξύ τους, όπως φαίνεται από τον παρακάτω παραλληλισμό (από ζωροαστρικό ύμνο μεταγραμμένο στη Βεδική):


Ιρανική μορφή                                                          Ινδική μορφή
ahya yāsā namahā                                                      ásya yācchā námasā
manyauš mazdā parviyam                                          manyór medhā́ pūrvyám
vahauš xratum manahah                                            vásoḥ krátum mánasā
ustānazastah rafϑrahya                                              uttānáhasto raptrasya
spantahya artā vispānh šyauϑnā                                śvantasya ártā víśvān cyautnā́
yā xšnavīša gauš ca ruvānam                                     yā́ kṣṇavīṣa góś-ca ruvānam

Οι κυριότερες ιρανικές γλώσσες (παλιές και σύγχρονες) είναι: Αβεστική, Περσική, Μηδική, Παρθική, Βακτριανή, Σογδιανική, Οσσετική, Αφγανική (Πάστο), Κουρδική και πολλές άλλες μικρότερες.

Κυριότερες ινδικές γλώσσες: Βεδική, Σανσκριτική, Πρακριτικές γλώσσες (π.χ. Παλική) και δεκάδες σύγχρονες ινδικές γλώσσες, όπως η  Ινδουστανική (Ουρντού), οι γλώσσες της Βεγγάλης, του Παντζάμπ, του Νεπάλ, η γλώσσα των τσιγγάνων κ.ά.

Ωστόσο η ανακάλυψη κειμένων στο βασίλειο του Μιτάννι (1600-1300 π.Χ.) στην Συρία και την νοτιοανατολική Μικρά Ασία έφερε τους γλωσσολόγους στην ευχάριστη θέση να εντοπίσουν, σε μια περιοχή που δεν το περίμενε κανείς, τα γλωσσικά ίχνη ομάδας ομιλητών που μιλούσαν μια μορφή της ινδικής, η οποία είναι ακόμη αρχαιότερη και από αυτή των Βεδών. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από αρματοφόρους πολεμιστές, οι οποίοι έφτασαν μέχρι τη Συρία, κατέλαβαν μια περιοχή που κατοικούνταν από έναν άλλο λαό, τους Χουρρίτες, και αποτέλεσαν την άρχουσα τάξη του βασιλείου που ίδρυσαν (Μιτάννι). Σύντομα αφομοιώθηκαν από κάθε άποψη από τους πολυάριθμους Χουρρίτες, πρόλαβαν όμως να αφήσουν τα γλωσσικά τους ίχνη που συνοπτικά είναι τα εξής: [1]

α) Ονόματα βασιλέων και άλλων προσώπων με ινδική προέλευση:
Μιταννική Ινδική                                          Βεδική Ινδική
Priyamazdha                                                   Priyamedha
Prītāśva                                                           Prītāśva
Artasmara                                                       Artasmara
 Tvaišaratha,                                                   Tveṣáratha
Artadhāma,                                                     Artadhāma
Shattivaza                                                        Sātivāja 
Indrauta                                                          Indrota
citraratha                                                        citraratha
Šubandhu                                                        Subandhu

β) Μια πραγματεία για τα άρματα και την εκπαίδευση αλόγων περιέχει πλήθος όρων με ινδική προέλευση (η λεγόμενη πραγματεία του Kikkuli):
Μιταννική Ινδική                                                      Βεδική Ινδική
aika                                                                            eka (ένα)
tera                                                                             tri (τρία)
pantsa                                                                         panca (πέντε)
satta                                                                            sapta (επτά)
na/nava                                                                       nava (εννέα)
vartanna                                                                      vartana (κύκλος, στροφή)
asva                                                                             asva (ίππος)
ratha                                                                            ratha (άρμα)

γ) Σε συνθήκες ειρήνης με τους Χετταίους εμφανίζονται πασίγνωστες ινδικές θεότητες: Midra = Mitra,[2]  Ruvana/Varuna = Varuna, Indara = Indra, Nasatya = Nasatya, Agni = Agni, Arta = Ṛta.

δ) Επίσης:
babru / pabru = babhru (καφετής)
parita = palita (γκρι)
pinkara = pingala (κόκκινος)
vasu = vasu (έξοχος)
kadi = khadi (βραχιόλι)
mani = mani (περιδέραιο)
marya = marya (πολεμιστής)
mišta = midha (μισθός, αμοιβή, βραβείο)
ušria (άρχοντας, πρίγκιπας) = uccair (= υψηλά)
maga = magha (δώρο)
mazdha = medha (σοφία)
priya = priya (αγαπητός)
Tvaiša = Tveṣá (ορμητικός)
citra = citra (λαμπερός)

ε) Το ίδιο το όνομα του βασιλείου Maitanni/Mitanni σχετίζεται με την ινδική ρίζα mith- / meth-  (< maith- = ενώνω). Άρα το όνομα του βασιλείου σημαίνει «Ένωση».

[Βασική Πηγή: A. Fournet, “About the Mitanni-Aryan Gods”, JIES 38 2010, 1-15]





[1] Τον αρχαιότατο χαρακτήρα της Μιταννικής Ινδικής δείχνουν τα φωνητικά της χαρακτηριστικά και κυρίως το γεγονός ότι οι δίφθογγοι δεν έχουν ακόμη μονοφθογγιστεί: π.χ. το ai δεν έχει ακόμη μονοφθογγιστεί σε e και το au σε o, όπως στη Βεδική ή τη Σανσκριτική (aika # eka / Indrauta # Indrota). Η Μιταννική Ινδική, επιπλέον, είναι μια ξεχωριστή ινδική διάλεκτος με τις δικές της ιδιομορφίες: διαφέρει και από την Βεδική και από την Σανσκριτική και δεν είναι απλώς μια αρχαιότερη μορφή των διαλέκτων αυτών, με τον ίδιο τρόπο που η Μυκηναϊκή Ελληνική της 2ης χιλιετίας π.Χ. δεν είναι πρόγονος κάποιας συγκεκριμένης διαλέκτου της 1ης χιλιετίας π.Χ., αλλά αρχαιότερος ξεχωριστός κλάδος της Αρκαδοκυπριακής Ελληνικής.
[2] Ισοδύναμος του περσικού Μίθρα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…