Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Mετά την ανακάλυψη αρκετών επιγραφών στη θρακική γλώσσα γίνεται όλο και περισσότερο κατανοητό ότι η στενότερη συγγενής της Θρακικής δεν είναι άλλη από την Ελληνική. Μάλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ελληνικές γλώσσες», για να χαρακτηρίσει μια σειρά γλωσσών όπως η Παιονική (ίσως στην πραγματικότητα να πρόκειται για μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο, όπως η μακεδονική), η Θρακική, η Μεσσαπική (στη νότια Ιταλία) και η Φρυγική (στη Μικρά Ασία). Φαίνεται ότι όλες αυτές οι γλώσσες προέκυψαν από ένα παλαιοβαλκανικό διαλεκτικό συνεχές, στο οποίο οι νότιες διάλεκτοι απετέλεσαν την καθαυτό Ελληνική και οι βόρειες δημιούργησαν τις υπόλοιπες γλώσσες, με τη μακεδονική διάλεκτο να κατέχει ρόλο συνδέσμου. Οι Φρύγες μετακινήθηκαν στη Μικρά Ασία και οι Μεσσάπιοι στη Νότια Ιταλία.

            Τη στενή συγγένεια Θρακικής και Ελληνικής αναδεικνύουν  πρόσφατες επιγραφές από ναό του Απόλλωνα στην περιοχή της Ζώνης/Σαμοθράκης. Στηρίζομαι στο άρθρο του CBrixhe (Zôné et Samothrace: lueurs sur la langue thrace et nouveau chapitre de la grammaire comparée?), κατεξοχήν ειδικού στα θέματα των παλαιοβαλκανικών γλωσσών. Ο Brixhe πιστεύει ότι η Ελληνική, η Θρακική και η Φρυγική θα μπορούσαν να είναι τόσο συγγενικές όσο είναι λ.χ. η Ρουμάνικη με την Πορτογαλική.  
            Πρόκειται για αφιερώσεις στον Απόλλωνα, ο οποίος καταγράφεται με τον τύπο ΑΒΟΛΟ. Ο τύπος αντιστοιχεί στην τυπική δοτική Ἀπόλλωνι (για τον Απόλλωνα). Στην Ελληνική, ωστόσο, υπήρχε και δεύτερος τύπος του ονόματος του θεού, χωρίς την επέκταση -ν-, όπως φανερώνεται από τους τύπους ἈπόλλωἈπέλλω που τους βρίσκουμε λ.χ. στην Αττική, τη Λακωνία ή τη Θήρα (πβ. και το ζεύγος Ποσειδῶνα και Ποσειδῶ). Ο θρακικός τύπος πρέπει να αντιστοιχεί σε Ἀβόλω < Αβόλωι, με μακρό -ο (=ω) στο τέλος, επειδή α) σε άλλες θρακικές επιγραφές το άτονο βραχύ -ο μετατρέπεται σε -ε, πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ, και β) επειδή και σε άλλους θρακικούς τύπους το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου εκπίπτει (π.χ. καιε / καε βλ. παρακ.). Ο τύπος παρουσιάζει και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία: απλοποίηση του διπλού (λλ) σε απλό (λ), που όμως μπορεί να αποτελεί μόνο ορθογραφική σύμβαση, αφού συμβαίνει συχνά και στις αρχαϊκές ελληνικές επιγραφές. Και μετατροπή του άφωνου κλειστού (π) σε ηχηρό κλειστό (b). Η δεύτερη φωνητική μεταβολή φαίνεται να αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του βορειοελλαδικού χώρου, αφού εμφανίζεται και στη μακεδονική διάλεκτο (π.χ. Διγαία αντί Δικαία, επίθετο της Άρτεμης). Σε επιγραφές από το χώρο της Θράκης πβ. τα θρακικά ανθρωπωνύμια σε -τοκος (Σάδοκος και Σάτοκος, Αμάδοκος και Αμάτοκος). Πβ. επίσης Σιτάλκης και Σιδάλκης.
            Ο Απόλλων χαρακτηρίζεται με το επίθετο ΥΝΕΣΟ, το οποίο ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός είναι επίσης στη δοτική. Σε ορισμένες επιγραφές απαντά μόνο του (χωρίς το θεωνύμιο), προφανώς ως λατρευτικός τίτλος. Ο Brixhe υποθέτει ότι αντιπροσωπεύει ένα επίθετο που στα Ελληνικά θα αντιστοιχούσε σε *ὄνησος < ὄνίνημι = ωφελώ, βοηθώ. Απαντά ως ανθρωπωνύμιο Ὄνησος/Ὄνασος.  Θα ισοδυναμούσε με το συνηθέστερο ὀνήσιμος. Το αρχικό ο- κλείνει σε υ-, προφορά ου. Πβ. στην Ελληνική λ.χ. την παραλλαγή ἀπό και ἀπύ.
            Ακολουθεί στη μία επιγραφή σε ονομαστική το όνομα αυτού που έκανε την αφιέρωση: ΑΠΟΛΟΔΟΡΕ. Πρόκειται για το αντίστοιχο του Ἀπολλόδωρος. Παρατηρούμε έκπτωση του τελικού -ς. Το σύνολο των επιγραφικών θρακικών μαρτυριών μαρτυρεί έκπτωση των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική. Μόνο που στην Ελληνική κατάφεραν να επιβιώσουν τα -ρ, -ν, -ς, ενώ στην πορεία προς τη Νέα Ελληνική ως τελικά σύμφωνα απέμειναν μόνο το -ς και το -ν (στην πράξη μόνο στις ρηματικές καταλήξεις, π.χ. έλυσαν). Η τροπή του ο σε ε μαρτυρείται στο βόρειο χώρο στη θεσσαλική (Ιστιαιώτιδα): λ.χ. επιγραφικό Κλίανδρες αντί Κλέανδρος,[1] όπου παρατηρούμε και το κλείσιμο του ε σε ι, αντίστοιχο του κλεισίματος του ο σε υ στη Θράκη. Πβ. στη Θάσο Διεσκορᾶς αντί Διοσκορᾶς.    
            Οι επιγραφές κλείνουν με τον ρηματικό τύπο ΚΑΙΕ/ΚΑΕ. Αντιστοιχεί στο ελληνικό ρήμα καίω και πρέπει να πρόκειται για γ΄ ενικό παρελθοντικού χρόνου (ελληνικό αντίστοιχο ἔκαιε ή ἔκαυσε). Παρατηρείται πάλι η τάση απώλειας του δεύτερου στοιχείου της διφθόγγου και η απώλεια των τελικών συμφώνων, όπως και στην Ελληνική: ἔλυε < *ἔλυετ (για το -τ, πβ. μέση φωνή ἐλύετο). Το ρήμα στη θρακική παρουσιάζεται αναύξητο. Πβ. τους πολυάριθμους αναύξητους τύπους στον Όμηρο, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση και στην Ελληνική για καιρό ήταν προαιρετική μέχρι να οριστικοποιηθεί η χρήση της. Το ρήμα στη θρακική πρέπει να υπέστη μια διεύρυνση της σημασίας του από το «καίω (προσφορές)» γενικά στο «θυσιάζω, προσφέρω». Πβ. την ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη του ελληνικού θύω(καίω θυμιάματα) στο «θυσιάζω, προσφέρω στον θεό» και τη χρήση του ἀνέθυσε (<ἀναθύω) στην θέση του ἀνέθηκε (< ἀνατίθημι, προσφέρω, αφιερώνω) σε ελληνικές επιγραφές.     

==============================================================
[1] Το αρχικό Κλί- (= Κλέ-) του θεσσαλικού τύπου μαρτυρά κλείσιμο του ε σε ι, που παρατηρείται στο θρακικό επιγραφικό υλικό στην θρακική εναλλαγή λε/λι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…