Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΠΑΙΑΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΤΟΥ ΛΙΜΗΝΙΟΥ


Λιμήνιος ο Αθηναίος
Παιάνας και προσόδιο στον Απόλλωνα [1]

Μέλος της αθηναϊκής καλλιτεχνικής αποστολής του 128 π.Χ. στους Δελφούς υπήρξε και κάποιος Λιμήνιος, γιος του Θοίνου, ο οποίος αναφέρεται ως κιθαριστής και μας είναι άγνωστος από αλλού. Για τον παιάνα που παραδίδεται, όπως και εκείνος του >>>Αθήναιου, χαραγμένος στον τοίχο του θησαυρού των Αθηναίων στους Δελφούς με το όνομά του, καθώς και με τη συνοδεία μουσικών συμβόλων για όργανο, ισχύουν όσα είπαμε στην εισαγωγή του προηγούμενου παιάνα. Πρέπει μόνο να τονιστεί ότι είναι συνθεμένος κατά τη λυδική αρμονία (λυδιστί [2] ­- με εναλλαγές είτε προς τον υπολύδιο, είτε προς τον υπερλύδιο τρόπο), στο διατονικό γένος και ότι (από τη μέση του στίχου 33 κ.εξ.- όπου το μέτρο από κρητικό ή παιωνικό αλλάζει και γίνεται γλυκώνειος που καταλήγει σε χορίαμβο) τελειώνει με ένα προσόδιο.


Παιάνας και προσόδιο στο θεό, τα οποία συνέθεσε
και συνόδεψε παίζοντας κιθάρα ο Λιμήνιος, γιος του Θοίνου, Αθηναίος:

Ελάτε σε τούτη εδώ τη μακροθώρητη που αγαπά τους χορούς δίκορφη
πλαγιά του Παρνασσού, αρχή στον ύμνο μου κάντε,
Πιερίδες Mούσες, που στους χιονόδαρτους βράχους του Ελικώνα κατοικείτε.
Το χρυσομάλλη ψάλτε Πύθιο Φοίβο, τον μακροτοξευτή, λυράρη καλό,
που η Λητώ η μακάρια στο πλάι της λίμνης της ένδοξης [3] γέννησε,                                       5
πλούσιο κλαδί ελιάς γλαυκής με τα χέρια πιάνοντας απάνω στην αγωνία της γέννας. [4]
Κι όλος ο ουράνιος θόλος χάρηκε ανέφελος, λαμπρός,
ο αιθέρας το γοργόφτερο των καταιγίδων πέταγμα δίχως άνεμο κράτησε
και το κύμα το βαρύβροντο του Νηρέα  έπαψε να μανιάζει κι ο μέγας Ωκεανός,
που ολόγυρα στην υγρή του αγκαλιά τη γη την κυκλώνει.                                                     10
Τότε την Κυνθία νήσο[5] αφήνοντας, πάτησε ο θεός την ξακουστή, που πρώτη
δέχτηκε τους καρπούς,[6] Αθήνα, στην κορφή επάνω του λόφου της Αθηνάς.  
Κι ο λιβυκός αυλός φωνή μελίπνοη χύνοντας έψαλλε
κι έσμιγε το γλυκό του τον ήχο με τα περίπλοκα της κιθάρας τραγούδια.
Και μαζί αντιλαλούσε η ηχώ που στους βράχους το σπίτι της έχει.[7]                                15
Κι εκείνος χάρηκε σαν δέχτηκε κι αναγνώρισε μέσα στο νου του 
του Δία τη βουλή την αθάνατη. Έτσι από εκείνη τη μέρα τον καλούμε
Παιήονα [8] όλος ο λαός των αυτοχθόνων [9]
κι ο μέγας, ιερός, εσμός ο θυρσομανής [10]  
των μουσικών του Βάκχου στην πόλη του Κέκροπα.                                                          20
Μα εσύ, κάτοχε του χρησμοδότη του τρίποδα, έλα σε τούτη
τη θεοβάδιστη ράχη του Παρνασσού, τη φιλένθεη.
Γύρω απ' την πλεξούδα σου έπλεξες σκούρο δάφνης κλαδί
κι εκεί που έσερνες αμέτρητους θεμέλιους λίθους με τ' αθάνατο χέρι σου, [11]
άνακτα, συναντάς το πελώριο τέρας, της Γης παιδί. [12]                                                 25
Όμως εσύ της Λητώς βλαστάρι, με τα εράσμια μάτια, το άγριο σκότωσες
παιδί της Γης με τα βέλη σου, καθώς και τον Τιτυό,[13] όταν πόθησε
τη μητέρα σου...
...το θηρίο το σκότωσες...
...απ’ τη φωλιά του σφύριγμα...                                                                                        30
Κι ύστερα φύλαξες της Γης τον ιερό, βασιλιά, ομφαλό,
όταν ο βάρβαρος Άρης [14] με ασέβεια τη μαντική σου την έδρα
με τους πολλούς κρυφούς θησαυρούς λεηλάτησε και χάθηκε στην υγρή του χιονιού ζάλη.

Αλλά Φοίβε σώζε τη θεόκτιστη [15]
πόλη της Παλλάδας,                                                                                                         35
τον ξακουστό της λαό, και μαζί του κι εσύ θεά,
αφέντρα των τόξων
και των κρητικών σκύλων, Άρτεμη, και συ Λητώ
ενδοξότατη. Ο λαός
των Δελφών φροντίστε                                                                                                     40
μαζί με τα παιδιά του στα σπίτια να μένει
απείραχτος, στους νικητές των ιερών αγώνων
υπηρέτες του Βάκχου[16]
ευμενείς ελάτε, και των Ρωμαίων
την εξουσία τη δορυστεφανωμένη                                                                                     45
προικίστε με αγέραστη δύναμη,
για να 'ναι θαλερή και νικηφόρα.[17]





[1] Η δομή του ύμνου φαίνεται να έχει ως εξής: 1) Επίκληση των Μουσών. 2) Γέννηση του Απόλλωνα. 3) Πρώτη επίσκεψη του Απόλλωνα στην Αθήνα. 4) Κλήση του θεού να έρθει στους Δελφούς. 5) Αρεταλογία του Απόλλωνα (Πύθων, Τιτυός, Γαλάτες). 5) Προσόδιο.
[2] Αρμονία κατάλληλη για θρήνους και οδυρμούς, η οποία θεωρούνταν από τους αρχαίους ότι ταίριαζε, λόγω μαλθακότητας περισσότερο στις γυναίκες, παρά στους άνδρες (Πλάτων, Πολιτεία 398Ε). Τη χρησιμοποιούσαν συχνά οι τραγωδοί (Αριστόξ. απ. 81).
[3] Η Λητώ γέννησε τον Απόλλωνα στη νήσο Δήλο κοντά σε μια μικρή κυκλική λίμνη (Ηρόδ. 2, 170, Ευρ., Ιφ. Αυλ. 1103-4) με τη συνοδεία του τραγουδιού κύκνων (Καλλίμ, Ύμν. 4, 254).
[4] Σύμφωνα με μια πιο διαδεδομένη εκδοχή η Λητώ γέννησε κάτω από μια φοινικιά. Ο Λιμήνιος φαίνεται να διαλέγει εδώ επίτηδες την ελιά, αφού η σύνδεση της τελευταίας με την Αθηνά και την Αθήνα είναι πασίγνωστη. Παρακάτω στο ποίημα η Αθήνα είναι η πρώτη στάση του Απόλλωνα, από τη στιγμή που αφήνει τη Δήλο.
[5] Τη Δήλο, η οποία ονομάζεται και Κυνθία, από το βουνό της Κύνθος.
[6] Η Αττική ήταν η πρώτη περιοχή που έλαβε το δώρο της καλλιέργειας των σιτηρών από τη Δήμητρα μέσω του Τριπτόλεμου.
[7] Ο Λιμήνιος παρουσιάζει την Αθήνα ως την πρώτη πόλη που εφηύρε τον παιάνα, κατά την πρώτη επίσκεψη του θεού Απόλλωνα στην πόλη.
[8] Ο Λιμήνιος φαίνεται να υπονοεί ότι ο τίτλος του Απόλλωνα «Παιάν» προήλθε από την επαναλαμβανόμενη στους παιάνες κραυγή ιέ Παιάν. Στην πραγματικότητα ο Παιάν ήταν ανεξάρτητη θεότητα που απορροφήθηκε από τον Απόλλωνα και σ’ αυτόν απευθυνόταν η κραυγή.
[9] Οι Αθηναίοι είχαν την τάση να υπερηφανεύονται ότι ήταν αυτόχθονες στην Αττική σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες που ήταν στη χώρα τους Λακεδαίμονα απόγονοι των Δωριέων εισβολέων.
[10] Από το θύρσο, ιερό κλαδί των λατρευτών του Διόνυσου.
[11] Για το χτίσιμο του ναού του στους Δελφούς
[12] Εννοεί τον Πύθωνα.
[13] Ο Τιτυός προσπάθησε να βιάσει τη Λητώ (Οδ. λ 576-81), αλλά τον τιμώρησε ο Απόλλων και η Άρτεμη (Σ Πίνδ., Πυθ. 4, 160b).   
[14] Εννοεί την επιδρομή των Γαλατών εναντίον των Δελφών.
[15] Από εδώ και στο εξής αρχίζει το προσόδιο.
[16] Εννοεί την ομάδα των μουσικών και άλλων καλλιτεχνών που έστειλε η Αθήνα στους Δελφούς το 128/ 7 π.Χ., ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Λιμήνιος.
[17] Κάθε ιερή πρεσβεία (θεωρία) στους Δελφούς και σε άλλα πανελλήνια ιερά εκτός από τη θρησκευτική είχε και πολιτική διάσταση. Γι’ αυτό και ο ύμνος του Λιμήνιου επιζητεί την εύνοια της κυρίαρχης δύναμης της εποχής, της Ρώμης.