Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Από πού κατάγονται οι νεοελληνικές διάλεκτοι

[Άλλα πρόσφατα άρθρα στην ίδια κατηγορία: 

Οι σημερινές νεοελληνικές διάλεκτοι κατάγονται όλες τους (πλην μιας-βλ. στο τέλος) από την λεγόμενη Ελληνιστική Κοινή και όχι απευθείας από κάποια αρχαία διάλεκτο. Οι πολυάριθμες διάλεκτοι της Αρχαίας Ελληνικής άρχισαν να παρακμάζουν σταδιακά από την εποχή που η μεγάλη μακεδονική δύναμη επέλεξε την αττική διάλεκτο ως επίσημη γλωσσική έκφραση του βασιλείου της, παραμερίζοντας την ίδια τη μακεδονική διάλεκτο. Ο λόγος της επιλογής ήταν αναμφισβήτητα το πανελλήνιο κύρος που διέθετε το αττικό γλωσσικό όργανο, λόγω της πνευματικής και πολιτιστικής υπεροχής της Αθήνας κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο η Κοινή, αν και έχει ως βάση της την αττική διάλεκτο, έχει και μια δόση ιωνικών στοιχείων (π.χ. σσ αντί του αττικού ττ, μέλισσα αντί μέλιττα), αλλά η ιωνική ούτως ή άλλως ήταν ο πιο στενός συγγενής της αττικής και οι αμοιβαίες επιδράσεις είχαν μακρά ιστορία. Οι άλλες ελληνικές διάλεκτοι πρόσφεραν στην Κοινή κάποια λίγα λεξιλογικά στοιχεία (π.χ. η λέξη βουνό έχει δωρική προέλευση). Η σταδιακή εξαφάνιση των αρχαίων διαλέκτων υπό την πίεση της Κοινής στον καινούργιο κόσμο των μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων ήταν μακρά διαδικασία, αλλά αναπόφευκτη από κοινωνιολογική σκοπιά, καθώς η Κοινή έγινε η γλώσσα του πολιτισμού, της διοίκησης, των διεθνών επαφών κ.ο.κ., ενώ ομιλήθηκε και από τους νέους πληθυσμούς που ενσωμάτωσε η εξάπλωση του Ελληνισμού σε οικουμενικό επίπεδο. Όποιος ήθελε να επιβιώσει και να σταδιοδρομήσει στον νέο κόσμο έπρεπε να μιλά την Κοινή και όχι τη διάλεκτο του τόπου του με τον κίνδυνο να γίνει περίγελος στις εκλεπτυσμένες αστικές κοινωνίες της εποχής. Με τον ίδιο τρόπο οι σύγχρονες νεοελληνικές διάλεκτοι υποχωρούν ραγδαία υπό την πίεση της Κοινής Νεοελληνικής (ΚΝΛ) που μαθαίνουμε στο σχολείο.  

       Η νίκη της Κοινής δεν σημαίνει ότι σε τοπικό επίπεδο δεν επιβίωσαν γλωσσικά λείψανα των διαλέκτων υποστρώματος. Αλλά πρόκειται μόνο για γλωσσικά λείψανα, αφού όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι έχουν την Κοινή ως πρόγονο. Η διαμόρφωση των νέων ελληνικών διαλέκτων μπορεί να αρχίζει σταδιακά ήδη από το 1000 μ.Χ., δηλαδή από την αρχή της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Ο λόγος για τον οποίο η Ελληνική δεν διασπάστηκε ποτέ σε επιμέρους γλώσσες, όπως έπαθε η Λατινική, είναι η επιβίωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας για 1000 χρόνια, τη στιγμή που στη Δύση είχε επέλθει πλήρης κρατική κατάρρευση και πολυδιάσπαση μετά το 476 μ.Χ. και την πτώση της Ρώμης. Την κατάρρευση του Βυζαντίου διαδέχτηκε ο ενιαίος χώρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο οποίος παρά το βάρβαρο της ξένης κατοχής επέτρεψε αθέλητα την επικοινωνία των ελληνικών πληθυσμών δίχως προσκόμματα. Έτσι οι ελληνόφωνοι πάντα είχαν έναν βαθμό επαφής ικανό να διατηρήσει τη γλωσσική ενότητα, παρά τις διαφοροποιήσεις. Σ'όλα αυτά πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη μακρόχρονη παράδοση παιδείας στον ελληνόφωνο κόσμο. 
       Μετά την ανεξαρτησία του ελλαδικού κράτους, το γεγονός ότι τα πρώτα ελευθερωμένα εδάφη ήταν βασικά η Πελοπόννησος και η Στερεά ευνόησε την κυριαρχία των πελοποννησιακών ιδιωμάτων και την σταδιακή καθιέρωσή τους ως επίσημης γλώσσας. Σ'αυτή την καθιέρωση συνηγόρησε το γεγονός ότι τα ιδιώματα αυτά είχαν υποστεί λιγότερες φωνητικές αλλοιώσεις σε σχέση με τα λεγόμενα βόρεια ιδιώματα (πβ. "το παιδί μου" στην ΚΝΛ, αλλά "του μπδίμ" στα πιο "βαριά" από τα βόρεια ιδιώματα). Σήμερα μπορεί να πει κανείς ότι κυρίως στην Κύπρο είναι που κρατά καλά η τοπική διάλεκτος, παρά το γεγονός ότι το σχολικό σύστημα ευνοεί την ΚΝΛ. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στο ότι η Κύπρος δεν έγινε ποτέ τμήμα του ελλαδικού κράτους. 
        Πάντα ένα κράτος ευνοεί μια συγκεκριμένη γλωσσική ποικιλία σε βάρος των άλλων για λόγους που σχετίζονται με την ιδεολογική ενότητα και το ενιαίο της διοίκησης. Μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται κατανοητός ο θησαυρός που αποτελούν οι διάλεκτοι και γίνεται μια προσπάθεια διάσωσης ή έστω συστηματικής καταγραφής τους πριν χαθούν. Αλλά ο χρόνος και οι συνθήκες λειτουργούν σε βάρος τους. 
        Σε όλη την παραπάνω ενιαία εικόνα έρχεται να αντιπαρατεθεί η ύπαρξη της τσακωνικής διαλέκτου. Η τσακωνική διάλεκτος αποτελεί την μοναδική εξαίρεση, όντας απευθείας απόγονος μιας τοπικής μορφής της αρχαίας δωρικής. Δεν προέρχεται από την Κοινή, αν και δέχτηκε μες στους αιώνες την επίδρασή της, όπως είναι φυσικό. Μπορούμε με ασφάλεια να τολμήσουμε να πούμε ότι η Τσακωνική μπορεί να θεωρηθεί ως μια ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. Η δομή της και η φωνολογία της είναι τόσο ριζικά διαφορετική από των άλλων ποικιλιών της Ελληνικής που ένας γλωσσολόγος δεν θα δίσταζε να την αποκαλέσει ως ανεξάρτητη γλώσσα από την ΚΝΛ. Αρκεί να αναφέρω ένα μόνο χαρακτηριστικό του ρήματος που αποδεικνύει ότι η Τσακωνική είναι ΔΟΜΙΚΑ διαφορετικά από ΟΛΕΣ τις άλλες ποικιλίες της ζώσας Ελληνικής: ο ενεστώτας του ρήματος είναι περιφραστικός, αποτελούμενος από τον κατάλληλο τύπο του είμαι+την ενεστωτική μετοχή του ρήματος (π.χ. ένι ορού ή ορούα = είναι ὁρῶν ή ὁρῶσα = βλέπει). Με τέτοιους περιφραστικούς τύπους πειραματίστηκε ήδη η κλασική ελληνική (εἰμί ὁρῶν) και μάλιστα και στο σχηματισμό άλλων χρόνων (π.χ. ἦν ὁρῶν -παρατατικός), αλλά οι περιφραστικοί ρηματικοί σχηματισμοί δεν ευδοκίμησαν τελικά για τον ενεστώτα, τον παρατατικό και τον αόριστο (ευδοκίμησαν όμως σε όλους τους άλλους νεοελληνικούς χρόνους!). Δυστυχώς η Τσακωνική τείνει προς εξαφάνιση, καθώς ομιλείται με φυσικό τρόπο από λίγους και συνήθως μεγάλης ηλικίας ομιλητές. Η νέα γενιά μεταναστεύει στις πόλεις και μαθαίνει την ΚΝΛ. 
      

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

Thesaurus gemmarum antiquarum astriferarum (Θησαύρισμα Αρχαίων Αστροφόρων Λίθων-200 εικόνες), Florentiae 1750

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 1, Roma 1767

MUSEUM CORTONENSE, ROMA 1750

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

MUSEUM FLORENTINUM, 1734, 80 ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΛΥΠΤΩΝ

Giovanni Gaetano Bottari, Musei capitolini Tomus Primus, Roma 1741 (53 ΠΡΟΤΟΜΕΣ ΔΙΑΣΗΜΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ)

Giovanni Gaetano Bottari, Musei capitolini Tomus Secundus, Roma 1741 (50 ΠΡΟΤΟΜΕΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ)

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

Ετυμολογική διερεύνηση του ονόματος της θεάς Αρτέμιδος

Κατά τη διερεύνηση του χαρακτήρα μιας τόσο πολυσήμαντης και πολυεπίπεδης θεότητας, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αρχικά η εξέταση του ονόματός της, καθώς στο παρελθόν ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι η φύση και ο χαρακτήρας ενός προσώπου, το ‘σημαινόμενο’, καθρεφτίζεται στο όνομά του, το ‘σημαίνον’. Επομένως οι διάφορες ετυμολογικές προσεγγίσεις του ονόματός της στην αρχαία, αλλά και στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορεί παρά να είναι αποκαλυπτικές για τη φύση της θεάς, όπως αυτή έγινε αντιληπτή τόσο από τους αρχαίους, όσο και από τους σύγχρονους μελετητές. Στο όνομα λοιπόν Ἄρτεμις ή στη δωρική του μορφή Ἄρταμις εχει αναγνωριστεί η λέξη ἄρταμος δηλαδή ‘σφαγέας’, ετυμολογία που συνδέεται άμεσα με τη βίαιη φύση της θεάς και φυσικά τη στενή της σχέση με το θάνατο. Άλλοι πιστεύουν ότι προέρχεται από τη λέξη ἀρτεμής, η οποία σημαίνει ‘ήρεμος, ήσυχος, ακίνητος’, ως εξής: π τορτεμ ποιεν· λγεται γρ θες ναιρετικ τν γυναικν·… π τορτεμς παρωνμως ρτεμις, τουτστιν γις κανεπληπτος …