10.Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου: Το επιστολικό προοίμιο (προς τον Ρωμαίο Κορνήλιο Γάλλο)



[Eπιστολικό προοίμιο]

Ο ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΓΑΛΛΟ: ΧΑΙΡΕ!

Θεωρώντας, Κορνήλιε Γάλλε, ότι προπάντων σ΄ εσένα ταιριάζει η συλλογή ερωτικών παθημάτων, έκανα μια επιλογή, όσο το δυνατόν πιο συμπυκνωμένη, και σου την έστειλα.[1] Έτσι, όσες από τις ιστορίες υπάρχουν σε ορισμένους ποιητές, αλλά δεν αναπτύσσονται από αυτούς επαρκώς, θα τις κατανοήσεις -τις περισσότερες- χάρη σε τούτη εδώ τη συλλογή.[2] Επίσης εσύ ο ίδιος θα έχεις τη δυνατότητα να μετατρέψεις σε επικά και ελεγειακά ποιήματα τις πλέον κατάλληλες από τις ιστορίες.[3] Κι ούτε να σκεφτείς αρνητικά γι’ αυτές, επειδή τους λείπει η εκλέπτυνση, την οποία εσύ επιδιώκεις.[4] Γιατί τις ιστορίες τις συγκέντρωσα σαν ένα είδος σύντομου βοηθήματος της μνήμης και θα έχουν τώρα, καθώς φαίνεται, παρόμοια χρησιμότητα και για εσένα.




[1] Η χρήση στο πρωτότυπο του μέσου αορίστου ἀναλεξάμενος υπονοεί πιθανώς ότι ο Παρθένιος έκανε τη συλλογή των ερωτικών ιστοριών αρχικά για ιδιωτική του χρήση, με σκοπό δηλαδή να τη χρησιμοποιήσει για τη σύνθεση ποιημάτων, και ότι τώρα τη στέλνει στο Γάλλο (ή πρόκειται να τη δώσει προς γενική δημοσίευση), για να τη χρησιμοποιήσει και εκείνος (ή ενδεχομένως και άλλοι) για να φτιάξει τα δικά του ποιήματα.
[2] Ο Παρθένιος έχει πιθανώς στο μυαλό του μύθους ή ιστορίες, οι οποίες, αν και μνημονεύονται περαστικά, ίσως ως μυθικά exempla, από προγενέστερους ποιητές, δεν αναπτύσσονται με επάρκεια από αυτούς, με αποτέλεσμα να μένουν κάπως σκοτεινές για τον αναγνώστη που δεν τις γνωρίζει. Φιλοδοξία της συλλογής είναι να αναπτύξει αυτούς τους μύθους αυτοτελώς προς διαφώτιση του αναγνώστη ή του υποψήφιου ποιητή που θα ήθελε να τους εκμεταλλευτεί σε μια δική του σύνθεση.
[3] Ο Παρθένιος επισημαίνει ότι δυνητικά δεν έχουν όλες οι ιστορίες της συλλογής την ίδια αξία ως ενδεχόμενο ποιητικό υλικό. Άλλες ίσως θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανεξάρτητα αφηγηματικά ποιήματα, άλλες μέρος μιας ευρύτερης αφήγησης, άλλες παρέκβαση σε μια πλατιά σύνθεση, άλλες έναν περαστικό υπαινιγμό σε κάποιο ποίημα με άλλο θέμα. Η αναφορά στον εξάμετρο και ελεγειακό στίχο υπαινίσσεται την ύπαρξη ενός είδους «μόδας» στη Ρώμη για ποίηση με ερωτικό και μυθικό περιεχόμενο, γραμμένη σ’ αυτά τα μέτρα. Οι Έλληνες είναι βέβαιο ότι θεωρούσαν αυτά τα μέτρα κατάλληλα για μια ποίηση με παρόμοια θεματική, όπως φαίνεται και από τα ποιητικά αποσπάσματα που παραθέτει ο ίδιος ο Παρθένιος σε ορισμένα σημεία της συλλογής. Ξέρουμε ότι ο Γάλλος έγραψε σε ελεγειακό στίχο, ενώ γνωρίζουμε ότι ο Κάλβος, ο Κίννας, ο Κάτουλλος και ο Βεργίλιος αξιοποίησαν τον εξάμετρο στίχο.     
[4] Η χρήση της λέξης περιττόν στο αρχαίο κείμενο υπονοεί ότι ο Γάλλος καλλιεργεί ή πρόκειται να καλλιεργήσει μια ποίηση με αλεξανδρινού τύπου αισθητική, δηλαδή ποίηση με εκλεπτυσμένους υπαινιγμούς, προσεκτικά επιλεγμένες λεπτομέρειες (ἀκρίβεια), ποίηση πολλές φορές στυλιζαρισμένη, που είναι αποτέλεσμα πολυμάθειας και τριβής με την προγενέστερη ποιητική και μυθική παράδοση και ενθέτει ενδεχομένως και έναν ορισμένο αρχαϊσμό ή σπάνιες ποιητικές λέξεις στο λεξιλόγιό της.

9.Η αξία των Ερωτικών Παθημάτων για τον σύγχρονο αναγνώστη


 Κλείνοντας την εισαγωγή στα Ερωτικά Παθήματα μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς θα μπορούσε να προσελκύσει έναν σύγχρονο αναγνώστη η συλλογή αυτών των ιστοριών ακραίου ερωτικού πάθους. Οι ιστορίες έχουν ενδιαφέρον, επειδή συχνά παρουσιάζουν μια σπάνια παραλλαγή ενός μύθου, η οποία διαφέρει πολύ από την ευρύτερα γνωστή εκδοχή της. Επίσης έχουν ενδιαφέρον, γιατί μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στο πώς δουλεύει ένας τυπικός ποιητής της ελληνιστικής και ελληνορωμαϊκής εποχής, πώς μαζεύει το υλικό του από διάφορες αρχαίες πηγές, για να χτίσει το δικό του έργο. Μαθαίνουμε επιπλέον για έναν από τους τρόπους, με τους οποίους υλικό του ελληνικού μύθου διαδιδόταν στο ρωμαϊκό εκλεπτυσμένο κοινό. Το έργο προσφέρει επίσης τη δυνατότητα να θέσουμε ερωτήματα και να κάνουμε υποθέσεις για το είδος, το ύφος, το περιεχόμενο της χαμένης πια ποίησης των Ρωμαίων φίλων του Παρθένιου, του Γάλλου, του Κίννα και των άλλων νεωτερικών ποιητών των μέσων του 1ου αιώνα π.Χ., οι οποίοι πειραματίζονταν με το επύλλιο, την ελεγεία και νέα ελληνικά είδη ποίησης.  Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ μυθογραφίας και ποίησης και την αλληλεπίδρασή τους, για τους διάφορους τύπους μυθογραφικών και παραδοξογραφικών έργων που γράφονταν κατά την ελληνιστική εποχή (π.χ. μεταμορφώσεις, μυθολογικές ιδρύσεις πόλεων κ.τ.λ.), το είδος της ιστοριογραφίας από την οποία προέρχονται ορισμένες από τις διηγήσεις, τη σχέση του έργου και του υλικού του με το ελληνικό μυθιστόρημα που αναπτύσσεται την ίδια εποχή. Θέτει επίσης ερωτήματα για το ποικίλο είδος των ιστοριών που εμπεριέχει, τον τρόπο δημιουργίας τους, το κοινό που τις διάβαζε, τις ηθικές και κοινωνικές του αξίες. 


8.Οι πηγές του Παρθένιου και τα σημειώματα στις ιστορίες


 Αναφερόμενοι στις πηγές που χρησιμοποίησε ο Παρθένιος είναι αδύνατο να αποφύγουμε και το θέμα με τα σύντομα σημειώματα που υποτίθεται ότι καταγράφουν ακριβώς αυτές τις πηγές. Ο ίδιος ο Παρθένιος σιωπά συνήθως για τις πηγές του, αν και στο επιστολικό προοίμιο αναφέρει ο ίδιος ότι χρησιμοποίησε ποιητικά έργα για το σκοπό του. Πιθανώς όμως χρησιμοποίησε και πεζά έργα, ιστορικά, συλλογές μύθων ή άλλου τύπου. Ένα πιθανό παράδειγμα για το τελευταίο είναι η ιστορία του Πάρη, της Οινώνης και του Κόρυθου (4 και 34), όπου πιθανή πηγή είναι ένα πεζό τρωικό ρομάντζο του Ηγησιάνακτα. Επίσης η ιστορία της Ηρίππης και του εραστή της από τη Γαλατία (8), η οποία τοποθετείται στην ιστορική εποχή, μπορεί να προέρχεται από κάποιο πεζό πρωτότυπο.  Πάντως ο ίδιος ο Παρθένιος αναφέρει μόνο ποιητικές πηγές: το Νικαίνετο (11), τον Αλέξανδρο τον Αιτωλό (14), το Νίκανδρο (34) και «αυτόν που έγραψε την Κτίση της Λέσβου» (21), ίσως τον Απολλώνιο το Ρόδιο.    
Τα σύντομα σημειώματα που καταγράφουν τις πηγές του Παρθένιου δεν αποτελούν τμήμα του κειμένου στο χειρόγραφο που διασώζει το έργο, αλλά είναι προσαρτημένα στο πάνω ή κάτω περιθώριο των ιστοριών στην οικεία σελίδα.[1] Το ίδιο συμβαίνει και στο κείμενο του Λιβεράλη, το οποίο διασώζεται στο ίδιο χειρόγραφο. Τα σημειώματα προέρχονται από το χέρι του αρχικού αντιγραφέα και, όπως οι τίτλοι των ιστοριών, είναι σε κεφαλαία. Τα σημειώματα που σχετίζονται με τη συλλογή του Παρθένιου καταγράφουν 29 συγγραφείς: 11 ποιητές, 17 πεζογράφους και μία αμφίβολη περίπτωση. Είναι απίθανο να περιλαμβάνονταν στην αρχική έκδοση του έργου, να ήταν δηλαδή πόνημα του ίδιου του Παρθένιου, αφού τα σημειώματα των ιστοριών 11 και 34 δεν αναφέρουν καν την πηγή που ομολογεί ο ίδιος ο Παρθένιος ότι χρησιμοποίησε! Η δημιουργία αυτών των σημειωμάτων γενικά δεν έχει ερμηνευτεί ικανοποιητικά, αλλά σίγουρα είναι μεταγενέστερα του συγγραφέα μας. Είναι δελεαστικό να θεωρήσουμε ότι καταγράφουν πράγματι με ακρίβεια τις πηγές του Παρθένιου, αλλά τίποτε δεν αποκλείει να καταγράφουν απλώς έργα, στα οποία ένας λόγιος ή ένας μορφωμένος αναγνώστης θα μπορούσε να βρει τις ίδιες ιστορίες σε πιο αναλυτική μορφή. Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στη μέση. Άγνωστο επίσης παραμένει πότε συντάχθηκαν για πρώτη φορά και από ποιον, αν και η διαδικασία θα μπορούσε να είναι αθροιστική, δηλαδή έργο πολλών διαδοχικών λογίων, αρχίζοντας ακόμη και αμέσως μετά την έκδοση του έργου.





[1] Δεν διαθέτουν όλες οι ιστορίες αυτά τα σημειώματα.

7.Χαρακτηριστικά θέματα και μοτίβα στα Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου




Ο Παρθένιος άντλησε τις ιστορίες του από ποικίλες πηγές, αλλά κυρίως από συγγραφείς της Ελληνιστικής Εποχής. Ορισμένες από τις ιστορίες δημιουργήθηκαν αιώνες πριν και στην εποχή τους είχαν συγκεκριμένο, συχνά πολιτικό, σκοπό, όπως τη διεκδίκηση μιας περιοχής, την απόδειξη συγγένειας μεταξύ πόλεων ή την αξίωση για προτεραιότητα μιας λατρείας, μιας ιερής τοποθεσίας ή πόλης σε σχέση με άλλες. Την εποχή που έγραφε ο Παρθένιος ο πολιτικός ή άλλος σκοπός είχε πια χαθεί και είχαν μείνει μόνο οι συχνά παράδοξες ή σκοτεινές πια ιστορίες και υπαινιγμοί, οι οποίοι αποσκοπούν στην ευχαρίστηση και την περιέργεια του κοινού. Αυτό δίνει την ευχέρεια στον Παρθένιο ή τις πηγές του να μεταφέρουν τις ιστορίες από τον ένα τόπο σε έναν άλλο, να πάρουν μοτίβα και θέματα που ανήκουν σε γνωστούς μύθους και να τα μεταφέρουν σε άλλους. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούνται νέες ιστορίες, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι όλες οι ομοιότητες του μυθικού υλικού αποτελούν καθαρή μίμηση: μπορεί απλώς να αντανακλούν παρόμοιες τοπικές παραδόσεις σε διάφορα μέρη και εποχές του ελληνικού κόσμου, λαϊκές ή ποιητικές δημιουργίες που βασίζονται συχνά σε πανανθρώπινα κοινά μοτίβα, τα οποία ανακαλούνται από το ασυνείδητο, όταν δημιουργούνται οι μύθοι.
Ας δούμε τώρα ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά θέματα που απαντούν στις ιστορίες των Ερωτικών παθημάτων. Σε ένα γενικό επίπεδο η συλλογή επικεντρώνεται σε ανορθόδοξους έρωτες[1] που τελειώνουν άσχημα, με βιασμό, αυτοκτονία ή φόνο. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον για την ψυχολογία του αρρωστημένου πάθους. Πολλοί μύθοι είναι μύθοι κτίσεως πόλεων, οι οποίοι αποδεικνύουν ένα ενδιαφέρον για την απαρχή και τη θεμελίωση ιστορικών οικισμών και για το όνομά τους. Άλλοι μύθοι περιλαμβάνουν λαϊκά θέματα και φολκλορικά μοτίβα. Εδώ ανήκουν οι ιστορίες μεταμόρφωσης, γνωστές ήδη από την εποχή του Ομήρου.[2] Η Βυβλίς (11), η Αρπαλύκη (13), η Δάφνη (15) μεταμορφώνονται σε πηγή, πουλί και νερό αντίστοιχα. Ο μύθος εδώ λειτουργεί ως αίτιον.[3] Η Δάφνη ανήκει σε μια υποκατηγορία αιτίων για φυτά, τα οποία δημιουργούνται από τον ευνοούμενο ή τον εραστή μιας θεότητας. Η Δάφνη ανήκει στον τύπο όπου το αντικείμενο του πόθου της θεότητας προσπαθεί να διατηρήσει την αγνότητά του.[4] Η Βυβλίς ανήκει στην κατηγορία των μύθων όπου τη μεταμόρφωση υφίστανται τα δάκρυα μιας ηρωίδας που θρηνεί. Η Αρπαλύκη ανήκει στον τύπο των ιστοριών όπου ένα μισητό αρπακτικό πουλί της νύχτας δημιουργείται ως τιμωρία για εγκλήματα, ασέβεια σε βάρος των θεών ή σεξουαλικές διαστροφές. Με την ιστορία της Αρπαλύκης περνάμε και στο θέμα της ανθρωποφαγίας, η οποία συνδέεται στενά στο μύθο με την αιμομιξία ως ένα είδος συμβολικού παράλληλου: ο πόθος για έναν συγγενή οδηγεί στην αθέλητη κατανάλωση ενός άλλου, ο οποίος είναι συνήθως ο γόνος που προκύπτει από τον αιμομικτικό δεσμό. Τα τρία μοτίβα (μεταμόρφωση, αιμομιξία, ανθρωποφαγία) τα βρίσκουμε άρρηκτα δεμένα στον πασίγνωστο μύθο του Τηρέα ή του Θυέστη. Σ’ αυτού του τύπου τις ιστορίες η μεταμόρφωση λειτουργεί ως ένα είδος διαφυγής από μια κατάσταση που εκφεύγει από τη δυνατότητα των ανθρώπων να λύσουν το πρόβλημα.
Το μοτίβο της αιμομιξίας που θίχτηκε παραπάνω είναι από τα κυρίαρχα στη συλλογή του Παρθένιου: περίπου το ένα τέταρτο των ιστοριών σχετίζονται μ’ αυτό. Τα ζευγάρια είναι αδελφός και αδελφή, πατέρας και κόρη, μητέρα και γιος. Ο εραστής, αφού παλεύει για ένα διάστημα με τα συναισθήματά του, στο τέλος υποκύπτει σ’ αυτά και επιτυγχάνει το σκοπό του με τη βία ή την απάτη.[5] Σπάνια αντιστέκεται στο πάθος του (Λύρκος). Μετά την πράξη ακολουθεί φόνος, αυτοκτονία, εξορία ή μεταμόρφωση. 
Ένα άλλο μοτίβο που εμφανίζεται στη συλλογή του Παρθένιου είναι της κοπέλας, η οποία ερωτεύεται τον εχθρό της πατρίδας της μετά από μια τειχοσκοπία και προδίδει την πόλη της (5, 21, 22). Ιστορίες αυτού του τύπου είναι παλιές και φτάνουν ως τις Ηοίες του Ησιόδου (η κοπέλα από την Πήδασο που ερωτεύεται τον Αχιλλέα -απ. 214 MW).





[1] Αντανακλούν έτσι τη γενικότερη άνοδο στην προτίμηση ερωτικών θεμάτων που παρατηρείται από την Ελληνιστική Εποχή και εξής, όταν ο έρωτας εμφανίζεται ως ένα από τα κεντρικά θέματα σε τόσο διαφορετικά είδη έργων, όπως η υψηλή επική ποίηση και ο ταπεινός μίμος.
[2] Αηδών (Οδ. τ 518-523), Νιόβη (Ω 602-617).
[3] Το περιστατικό μεταμόρφωσης στην ιστορία της Κίρκης (12) ανήκει σε άλλο είδος, αυτό της μεταμόρφωσης που σχετίζεται με τη μαγεία.
[4] Αντίθετα ο μύθος του Υάκινθου, τον οποίο δεν αναφέρει ο Παρθένιος, ανήκει στον τύπο του μύθου όπου ο ερωμένος του θεού διαφυλάσσεται από το θάνατο.
[5] Μόνο στην περίπτωση του γάμου των θυγατέρων και των γιων του Αίολου η αιμομιξία είναι ηθελημένη. Στην περίπτωση της μητέρας του Περίανδρου έχουμε το επιπλέον μοτίβο του άγνωστου εραστή: εδώ το αντικείμενο του πόθου πείθεται να ενδώσει με την προϋπόθεση ότι δε θα επιδιώξει να μάθει την ταυτότητα του εραστή, ο οποίος είναι συγγενικό πρόσωπο.

6.Τα Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου και η μυθογραφική παράδοση


Τα Ερωτικά παθήματα τυπικά ανήκουν στο γένος της μυθογραφίας, το οποίο έχει την απαρχή του στους γενεαλόγους και τους συγγραφείς τοπικής ιστορίας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., αν και για μας τα σημαντικότερα δείγματα προέρχονται από την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Τα μυθογραφικά έργα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στο περιεχόμενο και τη μορφή, από τους συνοπτικούς γενεαλογικούς κύκλους του Φερεκύδη (5ος αιώνας π.Χ.) ως τη Βιβλιοθήκη που σώζεται με το όνομα του Απολλοδώρου (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.), και από τα Τραγωδούμενα του Ασκληπιάδη, μαθητή του Ισοκράτη, ο οποίος συνέκρινε το χειρισμό των μύθων από τους τραγικούς της Αθήνας σε σχέση με τη λυρική ή επική τους πραγμάτευση, ως τους Αργοναύτες ή Αργοναυτικά του Διονύσιου του Σκυτοβραχίονα (3ος αιώνας π.Χ.) που πλησίαζαν το πεζό ρομάντζο με μια ευημερηστικού τύπου προσέγγιση, η οποία άλλαζε το μύθο ριζοσπαστικά. Εδώ μπορούν να προστεθούν οι υποθέσεις, οι οποίες αφού παρέθεταν τον πρώτο στίχο ενός δραματικού έργου, στη συνέχεια έδιναν σύντομα την πλοκή. Υπήρχαν επίσης επιτομές των επών, που μας είναι γνωστές ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ., χάρη σε μια αναφορά του Αριστοτέλη (Ρητορική 1417a15). Όλα αυτά τα έργα στόχευαν κυρίως στο να κάνουν βατό σε ένα ευρύτερο κοινό το υλικό ενός πλήθους πηγών, οι οποίες συνήθως είχαν μεγάλη έκταση, ποιητική μορφή και συχνά ήταν κάπως σκοτεινές.
Πιο κοντά στο χαρακτήρα των Ερωτικών παθημάτων βρίσκονται συλλογές σχετικά σύντομων ιστοριών ή ανεκδότων, συνήθως με θεματική συνάφεια. Οι μύθοι για τα διάφορα άστρα αποτελούσαν τη συλλογή Καταστερισμοί, οι οποίοι αποδίδονται στον Ερατοσθένη. Μπορούν να αναφερθούν επίσης οι Μεταμορφώσεις του Αντωνίνου Λιβεράλη (2ος ή 3ος αιώνας μ.Χ.) και διάφορες συλλογές παραδόξων, όπως η Ιστοριών παραδόξων συναγωγή του Αντίγονου από την Κάρυστο (3ος αιώνας π.Χ.) και το Περί θαυμάτων που έγραψε ο Φλέγων από τις Τράλλεις την εποχή του Αδριανού. Οι δύο τελευταίοι συχνά παραθέτουν στο έργο τους και στίχους από τις πηγές που χρησιμοποίησαν, όπως κάνει και ο Παρθένιος. Το έργο το οποίο ίσως παρουσιάζει τις περισσότερες ομοιότητες με τα Ερωτικά παθήματα είναι μια συλλογή 50 ιστοριών του Κόνωνος, η οποία γράφτηκε στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. ή στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. και σώζεται κατά βάση ως επιτομή στο Φώτιο (κώδικας 186). Ο Κόνων ασχολείται κυρίως με κτίσεις πόλεων, λατρευτικά αίτια, ερωτικούς μύθους, ορισμένοι από τους οποίους επαναλαμβάνουν υλικό του Παρθένιου και επαναλαμβάνουν μοτίβα και τύπους ιστοριών που συναντάμε στα Ερωτικά παθήματα. Από γεωγραφική άποψη οι ιστορίες του Παρθένιου και του Κόνωνος, αν και καλύπτουν όλο τον ελληνικό κόσμο, επικεντρώνονται κυρίως στη Δυτική Μικρά Ασία. Από χρονολογική άποψη καλύπτουν τη μυθική περίοδο (λ.χ. Οδυσσέας, Πάρης), την ψευδοϊστορία (παραδόσεις του αποικισμού της Μικράς Ασίας -λ.χ. ιστορία του Καύνου) και την ιστορία (λ.χ. ιστορία της Νανίδος -εποχή του Πέρση βασιλιά Κύρου), αν και μια τέτοια διάκριση δεν ήταν αυτονόητη για τους Έλληνες, οι οποίοι θεωρούσαν τους μύθους ως πολύ αρχαία ιστορία.


5,Τα Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου και οι "ερωτικοί λόγοι" των Περιπατητικών



 Στην περιπατητική παράδοση επίσης ακούμε για τους λεγόμενους ερωτικούς λόγους. Φαίνεται ότι επρόκειτο για συλλογές ανέκδοτων ερωτικών ιστοριών, είτε με τη μορφή διαλόγων, είτε με τη μορφή πραγματειών. Καλύτερα πληροφορημένοι είμαστε για το έργο του Κλέαρχου, το οποίο ήταν μια σειρά από ζητήματα και περιλάμβαναν συμβολικές ερμηνείες, ψυχολογικές αναλύσεις, ανέκδοτα με χαρακτήρα ηθικού παραδείγματος, λογοτεχνική ιστορία και εξορθολογισμένο μύθο. Σ’ αυτά τα χαμένα έργα φαίνεται ότι κυριαρχούσε η μελέτη του έρωτα ως παράλογης δύναμης, οι κίνδυνοί του για την ψυχή, τα αποτελέσματά του στην ανθρώπινη φυσιολογία, η φαινομενολογία του. Σταδιακά, ωστόσο, τα έργα αυτού του τύπου μαρτυρούν μια αυξανόμενη έλξη για περίεργες και σκανδαλιστικές ιστορίες. Τα Ερωτικά παθήματα του Παρθένιου φαίνεται ότι πλησιάζουν τον τελευταίο τύπο έργων, αφού δεν υπάρχει φιλοσοφικό περιεχόμενο, ούτε καν συστηματική θεματική σύνδεση μεταξύ των διαδοχικών ιστοριών. Διατηρούν μόνο τη μορφή της συλλογής ανεκδότων για τις πιο περίεργες και σκοτεινές πλευρές του έρωτα.      
Η συλλογή του Παρθένιου δε φαίνεται να έχει ιδιαίτερη ηθική στόχευση, μολονότι πολλές από τις διηγήσεις αφορούν έρωτες, οι οποίοι παραβιάζουν κάθε είδους ταμπού. Οι ιστορίες αντλούνται από ποικίλες πηγές και είναι διαφόρων τύπων, οπότε η εγγενής θέαση του έρωτα εντός τους είναι πολύ διαφοροποιημένη. Κυριαρχεί μια μάλλον περιπατητικού και  ουδέτερου τύπου συγκέντρωση υλικού με στοιχεία παραδοξολογίας, αν και περιστασιακά ο Παρθένιος ενθέτει αρνητικού τύπου σχόλια για τα αχαλίνωτα συναισθήματα,[1] ενώ ορισμένες φορές ηρωικές μυθικές μορφές φωτίζονται με μη ηρωικό φως (λ.χ. ο  Οδυσσέας στις ιστορίες αρ. 2 και 3, ο Ηρακλής στην 30η ιστορία, ο Πάρης στο ποιμενικό υπόβαθρο του 4ου μύθου).




[1] Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ο Ρωμαίος ποιητής που θα χρησιμοποιούσε το υλικό να χρωμάτιζε τη δική του ποιητική πραγμάτευση του μύθου με κάποιο ηθικό δίδαγμα.  

4.Τα Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου ως "υπομνήματα" (βοηθήματα μνήμης)




Το πόνημα αυτό του Παρθένιου είναι το μόνο πεζό έργο από ελληνιστικό ποιητή που σώζεται ακέραιο.[1] Τα Ερωτικά παθήματα αποτελούν μια συμπυκνωμένη συλλογή ερωτικών ιστοριών, από το μύθο ή το χώρο της ιστορίας (ή ψευδοϊστορίας). Η ακριβής τους χρονολόγηση είναι αδύνατη. Ο terminus post quem είναι το έτος 52 π.Χ., έτος κατά το οποίο ο Γάλλος, στον οποίο αφιερώνεται το έργο, ήταν 18 χρονών, ενώ ο terminus ante quem είναι το έτος 27/6 π.Χ., χρονιά κατά την οποία ο Γάλλος αυτοκτόνησε. Οι ιστορίες, συνήθως με δραματικό για τους ήρωες τέλος, λέγονται απογυμνωμένα και στα βασικά τους σημεία. Λείπουν οι λεπτομέρειες, τα πολλά ρητορικά στολίδια και κυριαρχεί η ουσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά της συλλογής δεν είναι τυχαία: γράφτηκε, όπως αναφέρεται στο επιστολικό της προοίμιο, για να αποτελέσει ένα είδος εγχειριδίου ή σημειώσεων ή υπομνήματος για το Ρωμαίο ποιητή Κορνήλιο Γάλλο, προκειμένου ο τελευταίος να εκμεταλλευτεί τις ιστορίες, για να γράψει τα δικά του εκλεπτυσμένα ποιήματα. Ο ακριβής όρος που χρησιμοποιεί ο Παρθένιος είναι ὑπομνημάτιον, συνοπτικό βοήθημα της μνήμης. Πάντως η αφιέρωση στο Γάλλο, η οποία αποτελεί ένα είδος διαφήμισης του έργου με την αναφορά στο σπουδαίο Ρωμαίο πάτρωνα, μπορεί να ανήκει σε ένα δεύτερο στάδιο και η συλλογή να συντάχθηκε αρχικά από τον Παρθένιο για δική του χρήση. Δεν αποκλείεται επίσης, παρά το φαινομενικό της προορισμό για ιδιωτική χρήση, ο Παρθένιος τελικά να είχε ως στόχο και την επίσημη δημοσίευσή της, αφού οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν (και διαβάζονται) αυτόνομα.
Το είδος του έργου που γράφει ο Παρθένιος αντλεί από πολλές και διάφορες πηγές το υλικό του, αλλά φαίνεται να εδράζεται σε συγκεκριμένες γραμματειακές παραδόσεις. Η λέξη υπόμνημα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Θουκυδίδη (2.44.2, 4.126.1) στην ετυμολογική του σημασία «υπενθύμιση». Στο Θεαίτητο του Πλάτωνα (143Α) μια συζήτηση καταγεγραμμένη με τη μορφή σημειώσεων αποκτά αργότερα με άνεση χρόνου πληρέστερη μορφή. Αργότερα η λέξη χρησιμοποιείται για τα λογοτεχνικά υπομνήματα των φιλολόγων σε έργα των κλασικών, όπως τα ομηρικά υπομνήματα του Αρίσταρχου. Σε μια άλλη εξέλιξη η λέξη αποκτά στο πλαίσιο της ιστοριογραφίας τη σημασία των πρόχειρων σημειώσεων, τις οποίες ο ιστορικός δουλεύει στη συνέχεια σε πληρέστερη μορφή (βλ. λ.χ. Λουκιανός, Πώς δει ιστ. συγγ. 48), όπως θα κάνει ο Γάλλος με το υλικό που του στέλνει ο Παρθένιος. Στην ύστερη ρωμαϊκή δημοκρατία η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται σε ένα είδος πολιτιστικών ανταλλαγών διπλής διαδρομής: Έλληνες πελάτες δέχονται πρωτογενές υλικό από τους πάτρωνές τους, για να το τελειοποιήσουν προς δόξα των Ρωμαίων πατρώνων τους, ενώ Έλληνες των γραμμάτων συλλέγουν υλικό για τους Ρωμαίους ιστορικούς και ποιητές.
Τα υπομνήματα συνδέονται επίσης ιδιαίτερα με τους Περιπατητικούς, των οποίων η χαρακτηριστική μορφή διδασκαλίας ήταν οι προφορικές διαλέξεις μέσω σημειώσεων. Οι ακροατές με τη σειρά τους κρατούσαν σημειώσεις, δημιουργώντας καινούργια υπομνήματα. Τα υπομνήματα τελικά γίνονται όρος για μια μονογραφία πάνω σε ένα παραδοξολογικό, εθνογραφικό, λογοτεχνικό ή αρχαιοδιφικό θέμα. Οι Ελληνιστικοί ποιητές, ειδικά της Αλεξάνδρειας που συνέχιζαν την περιπατητική παράδοση από πολλές απόψεις (Καλλίμαχος και οι μαθητές του Ίστρος και Φιλοστέφανος), γράφουν υπομνήματα με πολύχρωμο υλικό, μεταμορφώσεις, αλλαγές ονομάτων κ.ο.κ., υλικό που είχε εξίσου θέση σε έργα εθνογραφίας, παραδοξογραφίας και μυθολογικής ποίησης.




[1] Διασώζεται σε ένα και μοναδικό χειρόγραφο (Palatinus Heidelbergensis graecus 398) των μέσων του 9ου αιώνα. 

3.Η μεταθανάτια επιβίωση της ποίησης του Παρθένιου


Περνώντας στο θέμα της υστεροφημίας του Παρθένιου μετά το θάνατό του, μπορούμε καταρχήν να αναφερθούμε στο επίγραμμα του Ερύκιου (Παλατινή ανθολογία 7.377), το οποίο υποτίθεται ότι γράφτηκε με αφορμή το θάνατο του συγγραφέα μας. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να αποτελεί ένα είδος επιθετικής λογοτεχνικής κριτικής ενάντια στον Παρθένιο όσο ο ίδιος ο ποιητής ήταν ακόμη ζωντανός:[1]

Εἰ καὶ ὑπὸ χθονὶ κεῖται͵ ὅμως ἔτι καὶ κατὰ πίσσαν
τοῦ μιαρογλώσσου χεύατε Παρθενίου͵
οὕνεκα Πιερίδεσσιν ἐνήμεσε μυρία κεῖνα
φλέγματα καὶ μυσαρῶν ἀπλυσίην ἐλέγων.
ἤλασε καὶ μανίης ἐπὶ δὴ τόσον͵ ὥστ΄ ἀγορεῦσαι
πηλὸν Ὀδυσσείην καὶ πάτον Ἰλιάδα.
τοιγὰρ ὑπὸ ζοφίαισιν Ἐρινύσιν ἀμμέσον ἧπται
Κωκυτοῦ κλοιῷ λαιμὸν ἀπαγχόμενος.

Τι κι αν είναι κάτω απ’ τη γη; Κι έτσι ακόμη
χύστε πίσσα στον βρομόστομο Παρθένιο.
Πάνω στις Πιερίδες Μούσες ξέρασε τόνους
φλέματα κι απλυσιά από σιχαμένες ελεγείες.
Τόσο πολύ καβάλησε την τρέλα, που είπε
λάσπη την Οδύσσεια, κόπρο την Ιλιάδα.
Στου Κωκυτού[2] τη μέση οι ζοφερές οι Ερινύες
τον έχουν δέσει, με περιλαίμιο είναι κρεμασμένος.

Το μίσος του Ερύκιου εναντίον του Παρθένιου είναι τόσο έκδηλο, ώστε πρέπει να υπόκειται κάποια προσωπική έχθρα. Τίποτα στο σωζόμενο έργο του Παρθένιου δε δικαιολογεί τέτοιους χαρακτηρισμούς που του αποδίδονται για τον Όμηρο. Το πολύ που μπορούμε να υποθέσουμε είναι ότι ο Παρθένιος άσκησε κριτική σε κάποιες πλευρές της ομηρικής ποίησης, την οποία ο Ερύκιος απομόνωσε και διαστρέβλωσε στο επίγραμμά του. Οι δύο τελευταίοι στίχοι παραπέμπουν στην εικόνα του Παρθένιου ως δούλου (βλ. όσα λέγονται στην ενότητα 1 της Εισαγωγής) ή έμμεσα ακόμη και ως αλυσοδεμένου σκύλου.
            Στο βίο του ποιητή μας είδαμε ότι ένας από τους θαυμαστές του ήταν και ο μελλοντικός αυτοκράτορας Τιβέριος. Ο Τιβέριος αρεσκόταν στον αρχαϊσμό, τους λογίους, τη φιλοσοφική και διδακτική γραμματεία. Τα ελληνικά διαβάσματά του εξελλήνισαν τη συμπεριφορά του και έγραφε ελληνικούς και λατινικούς στίχους, όπως λ.χ. έναν θρήνο για το Λούκιο Καίσαρα. Ο Τιβέριος θαύμαζε το Ριανό, τον Παρθένιο και τον Ευφορίωνα και έγραψε κατά μίμησή τους. Συγκέντρωσε όλα τα γραπτά τους και εγκατέστησε τους ανδριάντες τους στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Έτσι πολλοί λόγιοι της εποχής συναγωνίζονταν στο να γράψουν μακρά υπομνήματα για τα έργα τους. Τα σωζόμενα σχόλια στον Πάπυρο της Γενεύης και στα αποσπάσματα του Τιμάνδρου μπορεί να έχουν ως απώτερη πηγή ορισμένα από αυτά τα υπομνήματα της εποχής του Τιβέριου.
            Για τον Παρθένιο ακούμε πάλι στην εποχή του Αδριανού, αυτοκράτορα από το 117 ως το 138 μ.Χ. Το σωζόμενο σε κακή κατάσταση επίγραμμα IG xiv 1089 γράφτηκε με αφορμή την αποκατάσταση του τάφου τού Παρθένιου, ο οποίος είχε καταστραφεί. Πιθανότατα είναι γραμμένο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν μέγιστος θαυμαστής της ελληνικής παιδείας. Η αναφορά του επιγράμματος στην Αρήτη δείχνει ότι αυτή αποτελούσε ακόμη το πλέον φημισμένο έργο του ποιητή μας ή τουλάχιστον ότι ήταν το αγαπημένο του αυτοκράτορα.
Μια άλλη μαρτυρία της ίδιας εποχής προέρχεται από τον Πωλλιανό (Παλ. ανθ. 11.130), ο οποίος σε επίγραμμά του αναφέρει ότι προτιμά τον Παρθένιο και τον Καλλίμαχο ως πιο πρωτότυπους από τους ποιητές που μιμούνται άκριτα την ομηρική φρασεολογία. Εντούτοις δηλώνει ταυτόχρονα ότι δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την ποίησή τους. Η συνύπαρξη του ονόματος του Παρθένιου πλάι σ’ αυτό του Καλλίμαχου φανερώνει ότι κατά την εποχή αυτή ο Παρθένιος δε θεωρούνταν απλώς επίγονος του Καλλίμαχου, αλλά ισάξιός του. Πρόκειται στην πραγματικότητα για έμμεση αναγνώριση της αξίας του, από μια πηγή μάλιστα που δεν τον θαυμάζει και ιδιαίτερα.
Ο Γέλλιος (Noctes Atticae 13.27.1 και 9.9.3) αναφέρει δυο φορές τον Παρθένιο σχολιάζοντας τον τρόπο, με τον οποίο ο Βεργίλιος μιμούνταν άλλους ποιητές, και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι μιμήσεις του των ελληνιστικών ποιητών είναι ισάξιες με τα πρότυπά του. Από το 2ο αιώνα μ.Χ. έχουμε τις μαρτυρίες του Λουκιανού (Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 56-57), του Γαληνού (De sententiis medicorumKalbfleisch 1942, 177) και του Αρτεμιδώρου (Ονειρ. 4.63). Ο Λουκιανός ειρωνεύεται τον Παρθένιο, τον Καλλίμαχο και τον Ευφορίωνα για την πολυλογία τους. Ο Γαληνός παραδίδει ένα ανέκδοτο για τον ποιητή μας. Το κείμενο σώζεται μόνο σε τέσσερα χειρόγραφα με λατινική μετάφραση του ελληνικού πρωτοτύπου, η οποία με τη σειρά της βασίζεται σε μια αραβική μετάφραση. Ο Παρθένιος εμφανίζεται ανώνυμα σε μια σχολή, όπου δύο γραμματικοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν κάποιους στίχους του. Ο ένας γραμματικός έχει συλλάβει το πνεύμα του ποιητή, ο άλλος δίνει μια αντίθετη ερμηνεία. Ο Παρθένιος, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του, υπερασπίζεται την ορθή ερμηνεία, λέγοντας ότι την άκουσε από τον ίδιο τον Παρθένιο. Όταν ο γραμματικός με τη λανθασμένη ερμηνεία επιμένει πεισματικά στην άποψή του, ο Παρθένιος καταλήγει λέγοντας ότι θα πρέπει να φέρει τους φίλους του, για να αποδείξει ότι είναι ο ίδιος ο Παρθένιος. Στόχος του ανεκδότου είναι φυσικά να δείξει τη δυσκολία της ποίησης του Παρθένιου. Ο ασχολούμενος με την ερμηνεία των ονείρων Αρτεμίδωρος, πάλι, τονίζει την παραδοξότητα και το σκοτεινό ύφος της ποίησης του Παρθένιου, τον οποίο εξισώνει με τον περιβόητα σκοτεινό Λυκόφρονα. Ο Αρτεμίδωρος πιστεύει ότι ορισμένα αινιγματικά όνειρα μπορούν να ερμηνευτούν μόνο με τη λεπτομερή γνώση της μυθολογίας. Συστήνει, λοιπόν, την ανάγνωση του έργου του Παρθένιου, του Λυκόφρονα και άλλων παρόμοιων ποιητών σε όσους μαθητές του επιθυμούν να ερμηνεύουν παρόμοια όνειρα.
Η μαρτυρία του Αρτεμιδώρου είναι σημαντική, επειδή δείχνει ότι κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. το έργο του Παρθένιου ήταν ακόμη διαθέσιμο για λεπτομερή ανάγνωση. Η ανακάλυψη παπυρικών αποσπασμάτων του 3ου ή 4ου αιώνα έργων του Παρθένιου (ΑρήτηΤίμανδρος) με συνοδευτικά σχόλια δείχνει ότι ο ποιητής μας εξακολουθούσε να διαβάζεται αυτή την εποχή. Κατά τον 4ο αιώνα φαίνεται ότι διάβαζε τον Παρθένιο και μια τόσο σπουδαία προσωπικότητα όσο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Το ποιητικό του έργο γράφτηκε μετά το 383 μ.Χ. και σε ένα του ποίημα (29.157- 37.896 Migne) παραπέμπει σαφέστατα στην Κομαιθώ του Παρθένιου. Ο τελευταίος γνωστός αναγνώστης του Παρθένιου είναι ο Νόννος από την Πανόπολη της Αιγύπτου κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος στο έργο του Διονυσιακά έχει διάφορες απηχήσεις του Παρθένιου. Ίσως να διάβασε τα έργα του στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.




[1] Ο Ερύκιος πρέπει να ήταν σύγχρονος του Παρθένιου και να άκμασε στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Παραδείγματα άλλων «επιτάφιων» επιγραμμάτων για ζωντανούς συγγραφείς είναι το επίγραμμα του Θεοδωρίδα για τον Ευφορίωνα (Παλ. ανθ. 7.406). Πβ. επίσης Παλ. ανθ. 13.21, 7.348, SH 738.
[2] Ποταμός του Κάτω Κόσμου, από το κωκύω, «θρηνώ, μοιρολογώ».

2.Τα χαμένα έργα του Παρθένιου


   
            Στην εποχή του ο Παρθένιος ήταν διάσημος για το ποιητικό του έργο, ιδιαίτερα το ελεγειακό. Υπήρξε ο αγαπημένος συγγραφέας των αυτοκρατόρων Τιβέριου και Αδριανού. Οι αρχαίες μαρτυρίες τον θεωρούν σχεδόν ισάξιο με τον κορυφαίο συγγραφέα της Ελληνιστικής Εποχής, τον Καλλίμαχο, ενώ τον συγκρίνουν με τον Ευφορίωνα και το Λυκόφρονα, διάσημους για το κυνήγι του εκλεπτυσμένου ή και σκοτεινού υπαινιγμού και την αναζήτηση παράξενων ή ελάχιστα γνωστών ιστοριών και παραλλαγών των ελληνικών μύθων. Πάπυρος της Γενεύης του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. (PGenevinv. 97), ο οποίος διασώζει σπαράγματα ποιήματός του σε ελεγειακό μέτρο για τη γυναίκα του, συνοδεύεται από σχετικά πλούσιο σχολιασμό, κάτι αναμενόμενο μόνο για τον Καλλίμαχο σε μια τόσο πρώιμη εποχή.
            Από την ποίησή του διασώζονται ελάχιστα αποσπάσματα, λιγότερα από εξήντα. Τα εκτενέστερα είναι ένα απόσπασμα έξι στίχων σε εξάμετρο και το παπυρικό εύρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεκαπέντε πολύ ακρωτηριασμένοι στίχοι. Πολλά σωζόμενα αποσπάσματα δεν είναι τίποτε άλλο από μοναχικές λέξεις, αντλημένες από το Στέφανο το Βυζάντιο και τους γραμματικούς. Μετά τον 4ο ή 5ο αιώνα μ.Χ. οι μαρτυρίες γι’ αυτόν ουσιαστικά παύουν να υπάρχουν.
            Ας κάνουμε τώρα μια σύντομη επισκόπηση του πιθανού περιεχομένου των χαμένων έργων του Παρθένιου, στηριγμένη, όπως είναι φυσικό, σε κάποιο βαθμό σε εύλογες φιλολογικές υποθέσεις.

Το αριθμητικό ένας, μία, ένα: ετυμολογία και πρωταρχική μορφή στην προϊστορία της Ελληνικής Γλώσσας



 Ο αριθμός 1 στην κλασική ελληνική, και συγκεκριμένα στην αττική διάλεκτο, είχε τη μορφή εἷς, μία, ἕν στα τρία γένη. Οι τύποι σε συγχρονικό επίπεδο φαίνονται ανόμοιοι, «ανώμαλοι», αλλά η προσεκτική διαχρονική τους ανάλυση αποκαλύπτει μια ομαλή πραγματικότητα σε προϊστορικό στάδιο. Συγκεκριμένα οι τρεις τύποι μπορούν να αναχθούν σε πρωταρχικές μορφές

σέμς (sem-s), σμίyα (sm-iya), σέμ (sem).

Ας αρχίσουμε με το (ακατάληκτο) ουδέτερο, όπου απαιτούνται δύο φωνητικές εξελίξεις: α) το σ- σε αρχική θέση πριν από φωνήεν σε κάποια φάση της προϊστορικής Ελληνικής αδυνάτισε και έγινε δασεία.[1] Δηλαδή sem>hem>ἕμ.  β) Η Ελληνική στην εξέλιξή της έπαψε να ανέχεται ως τελικά σύμφωνα στις κλιτές λέξεις άλλα πέραν των ν, ρ, σ, ξ, ψ. Συνεπώς το τελικό -μ εξελίσσεται στον κοντινότερο φωνητικά φθόγγο ἕμ>ἕν.

Το θηλυκό σμίyα απαιτεί τις εξής μεταβολές: το αρχικό σ- μπροστά από σύμφωνο εκπίπτει εντελώς. Συνεπώς σμίyα > μίyα (πβ. τη διπλοτυπία σμικρός/μικρός).Το ημίφωνο y στη μεταγενέστερη Ελληνική χάνεται σε μεσοφωνηεντική θέση: μίyα>μία.[2] Ιδιαιτερότητα του θηλυκού τύπου είναι επίσης ότι παρουσιάζει τη λεγόμενη μηδενική βαθμίδα στη ρίζα, δηλαδή σμ-, αντί της λεγόμενης βαθμίδας -ε που έχουν το αρσενικό και το ουδέτερο (σεμ-). Πβ. για το φαινόμενο βέλος, βλῆμα ή τέμνω, τμῆμα.

Ο (καταληκτικός) αρσενικός τύπος παρουσιάζει την εξέλιξη α) του ουδετέρου, δηλαδή sems>hems>ἕμς. Επειδή το -μς στην εξέλιξη της γλώσσας παύει να γίνεται ανεκτό ως τέλος λέξης, τρέπεται σε -νς. Συνεπώς hems > hens > ἕνς.[3] Θα περιμέναμε γενική ἑμός, αλλά η κλασική Ελληνική παρουσιάζει τύπο ἑνός. Η μεταβολή του -μ- σε -ν- στις πλάγιες πτώσεις οφείλεται σε αναλογία προς την ονομαστική ἕνς, ἕν. Ότι κάποτε η ρίζα είχε -μ- και όχι -ν- αποδεικνύεται α) από το θηλυκό, β) από τη μυκηναϊκή δοτική hemei (κλασικό ἑνί), που φανερώνει ότι η εξέλιξη στις πλάγιες πτώσεις δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη στην Εποχή του Χαλκού. Η εν συνεχεία έκπτωση του -ν- προκαλεί την αναπληρωματική έκταση του προηγούμενου φωνήεντος: hens >hees, όπου το διπλό εε δεν είναι το ανοιχτό μακρό ε που εκπροσωπείται στο αλφάβητο από το γράμμα -η-, αλλά έχει κλειστή ποιότητα (κάτι σαν το ενικό γαλλικό άρθρο le). Ο λόγος που αποδίδεται γραφικά με το -ει- είναι ότι στην κλασική εποχή η γνήσια δίφθογγος -ει- είχε ήδη μονοφθογγιστεί (στην αττική διάλεκτο) σε μακρό κλειστό εε και επομένως η προφορά της συνέπεσε με το κλειστό μακρό εε που προερχόταν από την αναπληρωματική έκταση. Για λόγους οικονομίας η γραφή παριστάνει αυτό το μακρό κλειστό εε (ανεξάρτητα από την καταγωγή του) με το -ει-, για να το ξεχωρίζει από το ανοιχτό εε που δηλώνεται με το ήτα (-η-). Συνεπώς είναι λάθος να διαβάζουμε το εἷς με δίφθογγο, αφού πρόκειται απλά για ορθογραφική σύμβαση.[4]

Η ρίζα sem/sm- εκτός από την αριθμητική σημασία «ένας» αναπτύσσει σταδιακά και άλλες:

-από την βαθμίδα -ε την έννοια της ενότητας ή ολότητας: ἑνότης, ἑνιαῖος, ἑνόω (=ενώνω), ἕνωσις, ἕνωμα.

-από τη μηδενική βαθμίδα σμ- την έννοια «σε μια στιγμή, ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή, αμέσως, συγχρόνως με κάτι άλλο». Έτσι προκύπτει το επίρρημα ἅμα (πβ. το συνάμα). Για να καταλάβουμε τη μορφή του τύπου, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στην προϊστορική Ελληνική τα φωνήματα μ,ν,λ,ρ,w,y ήταν κατά την αρχαία ορολογία ημίφωνα, δηλαδή είχαν, ανάλογα με το φωνητικό περιβάλλον, ιδιότητες και των συμφώνων και των φωνηέντων. Πβ. ως εμβληματικό παράδειγμα τους «ανώμαλους» τύπους Ζεύς, γενική Διός: ο πρώτος τύπος ανάγεται σε Dyeus, ο δεύτερος σε Diwos. Ο πρώτος τύπος παρουσιάζει τη συμφωνική μορφή του -y- και την φωνηεντική μορφή του w = υ (προφορά ου). Ο δεύτερος τύπος ανατρέπει την κατάσταση: παρουσιάζει τη φωνηεντική μορφή του y = ι και τη συμφωνική μορφή w. Με λίγα λόγια έχουμε τα ζεύγη y/ι και w/υ ανάλογα με τις περιστάσεις. Τα τέσσερα υπόλοιπα ημίφωνα μ,ν,λ.ρ δίνουν ως φωνηεντική μορφή τα λεγόμενα συλλαβικά ένηχα, των οποίων το όνομα σημαίνει κυριολεκτικά «(σύμφωνα) που έχουν ενσωματωμένο ήχο (όπως τα φωνήεντα) και λειτουργούν ως συλλαβές».[5] Τα συλλαβικά ένηχα λειτουργούν ως φωνήεντα και γι’ αυτό μπορούν να σχηματίζουν συλλαβές από μόνα τους, όπως τα φωνήεντα, και μάλιστα να φέρουν και τον τόνο της λέξης, όπως τα φωνήεντα.[6] Στην εξέλιξη της Ελληνικής άλλοτε τράπηκαν σε πραγματικά φωνήεντα (π.χ. ὄνομṇ > ὄνομα) και άλλοτε παρέλαβαν μπροστά ή πίσω τους ένα φωνήεν (α ή ο ανάλογα με τη διάλεκτο και την εποχή): π.χ. stṛtos >στρατός στην Αττική, σταρτός στη Γόρτυνα, στρότος στη Λέσβο. Αυτή η εξέλιξη δικαιολογεί λ.χ. και τη διπλοτυπία θράσος / θάρσος (αργότερα θάρρος). Στην περίπτωσή μας ο αρχικός τύπος ήταν sṃa (με τον τόνο στο ένηχο) >sama>hama>ἅμα.[7] Παράγωγα: ἁμάδις, ἄμυδις (=μαζί, με αιολική ψίλωση και φωνηεντισμό υ όπως στο ἄλλυδις), στην Κρήτη ἁμἀκις (ο Ησύχιος το ερμηνεύει ως ἅπαξ -βλ. αμέσως παρακάτω και πβ. πολλάκις), στον Τάραντα ἁμάτις και άλλα. Το πιο σημαντικό παράγωγο είναι η λέξη άμαξα (<ἅμα+ἄξων+θηλυκή κατάληξη - ya - πβ. σμίyα).

-πάλι από τη μηδενική βαθμίδα προκύπτει η έννοια «μία και μοναδική φορά», δίνοντας το επίρρημα ἅπαξ (<sṃpax>sapax>hapax). Το δεύτερο συνθετικό είναι το πάξ (=αρκετά) από το ρίζα του πήγνυμι, ἐπάγην. Συνεπώς αρχική σημασία του ἅπαξ = μια φορά αρκεί.

-Με φωνηεντισμό -ο- (σομ-, ετεροιωμένη βαθμίδα, πβ. λ.χ. βέλος/βολή, τέμνω/τομή) προκύπτει το ὁμός < somos>homos (ένας και μόνος, ο ίδιος, όμοιος, κοινός, ενωμένος) και τα παράγωγα ὅμοιος, ὁμῶς, ὅμως,[8] ὁμοῦ, ὁμόθεν, ὁμόσε κ.τ.λ.

Τελικό συμπέρασμα: μια σειρά από λέξεις που σε συγχρονικό επίπεδο μοιάζουν άσχετες, αφού υπέστησαν διαφορετικές φωνητικές εξελίξεις, αποκαλύπτονται ως συγγενικές μόνο μέσω μιας ιστορικής και διαχρονικής φωνητικής και νοηματικής ανάλυσης.







[1] Κλασικό παράδειγμα για το φαινόμενο αποτελεί η διπλοτυπία σῦς/ὗς (το αγριογούρουνο).
[2] Διατηρείται, όμως, ακόμη στη μυκηναϊκή περίοδο.
[3] Ο τύπος ἕνς μαρτυρείται σε επιγραφή της ιστορικής εποχής από τη Γόρτυνα, μια επιγραφή γενικά με πολλά αρχαϊκά στοιχεία, στη φράση ἕνδ δικαδδέτω (=εἷς δικαζέτω) με αφομοίωση του τελικού -ς προς το επόμενο δ-.
[4] Στη δωρική διάλεκτο, από την άλλη, ο τύπος εμφανίζεται με ανοιχτό μακρό εε ως ἧς, παρουσιάζοντας τη συνήθη δωρική φωνηεντική εξέλιξη στην αναπληρωματική έκταση. Πβ. δωρικό ἠμί (<esmi), αλλά αττικό εἰμί.
[5] Παριστάνονται συνήθως με έναν μικρή κύκλο κάτω από το σύμφωνο ṃ,ṇ,ḷ,ṛ.
[6] Για ένα παράδειγμα από μια σύγχρονη ξένη γλώσσα βλ. λ.χ. το όνομα της πόλης Kṛnov στην Τσεχία, όπου ο τόνος βρίσκεται στο συλλαβικό ένηχο ṛ.
[7] Στη δωρική υπάρχει ο τύπος ἁμᾶ (<sṃaa με το τόνο στο πρώτο α, απολιθωμένη οργανική πτώση) και στους Δελφούς ο τύπος ἁμεῖ (<sei, με τον τόνο στο ε, απολιθωμένη τοπική).
[8] Η αντιθετική σημασία του ὅμως και η χρήση του ως αντιθετικού συνδέσμου (=αλλά, ωστόσο) προέκυψε εξελικτικά από συλλογισμούς του τύπου «αν και φαίνονται διαφορετικά, ωστόσο είναι ένα και το αυτό».

1.Ο Βίος του Παρθένιου



Δε γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του Παρθένιου. Η κυριότερη πηγή μας για το βίο του είναι το αντίστοιχο σύντομο λήμμα της Σούδας (π 664).[1] Ο Παρθένιος ήταν γιος του Ηρακλείδη και της Ευδώρας, από τη Νίκαια ή τη Μύρλεια, πόλεις και οι δύο της Βιθυνίας. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος (λήμμα Νίκαια) θεωρεί τον Παρθένιο Νικαέα (πβ. και Σούδα ν 261). Μια λύση είναι να θεωρήσουμε ότι η οικογένεια του Παρθένιου καταγόταν από τη Μύρλεια και ότι μετακινήθηκε στη Νίκαια, όπου γεννήθηκε ο Παρθένιος. Εναλλακτικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι του είχε απονεμηθεί τιμητικά ο τίτλος του πολίτη της Μυρλείας. Η πόλη της Απάμειας εμφανίζεται σε σχέση με τον Παρθένιο σε ανώνυμο επίγραμμα της εποχής του Αδριανού (IG xiv 1089) και ως τόπος θανάτου της συζύγου του Αρήτης σε σχόλιο στο απ. 2.2-3. Ωστόσο μια παρόμοια σύγχυση επικρατεί και στην περίπτωση του Ασκληπιάδη του Μυρλεανού, του οποίου η οικογένεια προερχόταν από τη Νίκαια, αλλά μετακινήθηκε στην Απάμεια (Σούδα α 4173).[2] 
Η περιοχή της Βιθυνίας, από την οποία καταγόταν ο Παρθένιος, ήταν κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. ένας τόπος που έδωσε πολλούς καλλιεργημένους ανθρώπους, αρκετοί από τους οποίους εργάστηκαν στη Ρώμη, όπως και ο συγγραφέας μας, και διέδωσαν την ελληνική κουλτούρα στην καρδιά της εκκολαπτόμενης αυτοκρατορίας. Κατά την εποχή λίγο πριν ή λίγο μετά τον Παρθένιο μπορούμε να αναφέρουμε λογίους όπως ο γραμματικός Ασκληπιάδης από τη Μύρλεια, ο ομώνυμος γιατρός Ασκληπιάδης, ο Τυραννίων ο Πρεσβύτερος από την Αμισό, ο γραμματικός Απολλωνίδης από τη Νίκαια, ο παραδοξογράφος Ισίγονος από τη Νίκαια και ο Δημοσθένης ο Βιθυνός, που έγραψε εξαμετρική ποίηση για την πατρίδα του και ασχολήθηκε με ιστορίες ίδρυσης πόλεων.[3] Η ύπαρξη βασιλικών αυλών στη Βιθυνία και τον Πόντο, οι οποίες εκτιμούσαν την ελληνική παιδεία, είναι αναμφισβήτητη, ενώ η βιβλιοθήκη του Μιθριδάτη, βασιλιά του Πόντου, μεταφέρθηκε στη Ρώμη από το στρατηγό Λούκουλλο.
 Ο Παρθένιος, σύμφωνα με τη Σούδα, συνελήφθη από τους Ρωμαίους, όταν οι τελευταίοι νίκησαν το Μιθριδάτη. Η ασάφεια της αναφοράς δεν μας επιτρέπει τον ακριβή χρονολογικό εντοπισμό της σύλληψης: θα μπορούσε να είχε συμβεί το 73 π.Χ., κατά την αρχή του Τρίτου Μιθριδατικού Πολέμου (74-63 π.Χ.), όταν η Νίκαια έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων υπό το Λούκουλλο, ή το 66/5 π.Χ., όταν ο Πομπήιος νίκησε καθοριστικά το Μιθριδάτη. Η προσπάθεια λύσης του προβλήματος με την αναζήτηση λογοτεχνικών επιρροών του Παρθένιου σε Ρωμαίους ποιητές τής εποχής δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα.  
Σύμφωνα με τη Σούδα ο Παρθένιος μεταφέρθηκε στη Ρώμη ως δούλος, μια πληροφορία που φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές και μοιάζει να ενισχύεται από την ύπαρξη ανάλογων παραδόσεων για άλλους μορφωμένους Έλληνες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στην Ιταλία ως αιχμάλωτοι των πολέμων με τους Ρωμαίους, όπως λ.χ. ο γραμματικός Αλέξανδρος ο Πολυΐστωρ από το Σύλλα (Σούδα α 1129). Οι Ρωμαίοι, ωστόσο, εκτίμησαν τη μόρφωσή του και τον απελευθέρωσαν. Μπορούμε εδώ να παραβάλουμε την περίπτωση του Τυραννίωνος, ο οποίος απελευθερώθηκε από το Μουρήνα που θεώρησε ότι ήταν ντροπή ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος να έχει συλληφθεί ως αιχμάλωτος (Πλούτ., Λούκουλλος 19.7).
Μετά την απελευθέρωσή του ο Παρθένιος γνώρισε προσωπικά τον Βεργίλιο, τον μέγιστο των Ρωμαίων ποιητών, στον οποίο δίδαξε την ελληνική γλώσσα. Είναι ασαφές αν αυτό σημαίνει ότι του δίδαξε τα βασικά Ελληνικά σε νεαρή ηλικία ή τον μύησε βαθύτερα στα ελληνικά γράμματα σε μια πιο ώριμη περίοδο της ζωής του Βεργίλιου. Το παρατσούκλι του Βεργίλιου «Παρθενίας», το οποίο κατά τους βίους του ποιητή προερχόταν από την ακεραιότητα του ήθους του, μπορεί να αποτελεί μια θολή ανάμνηση της σχέσης του με τον Παρθένιο σε μια μεταγενέστερη εποχή κατά την οποία η μνήμη του τελευταίου είχε αρχίσει να λησμονιέται. 
Ο Παρθένιος στη Ρώμη έγινε φίλος με τον Κορνήλιο Γάλλο, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι του αφιερώνει το έργο που μεταφράζεται στον παρόντα τόμο. Ο Γάιος Κορνήλιος Γάλλος (Gaius Cornelius Gallus, 70-26 π.Χ.) υπήρξε Ρωμαίος πολιτικός και ποιητής. Συνδέθηκε με το Βεργίλιο, τον Κικέρωνα και δημοσίευσε τέσσερα βιβλία ελεγειακών ποιημάτων με ερωτικό περιεχόμενο για την ερωμένη του, τα οποία όμως δε σώθηκαν. Είχε αρχικά την εύνοια του Αυγούστου, πολέμησε στους Φιλίππους και στη ναυμαχία του Ακτίου και έγινε ο πρώτος διοικητής της Αιγύπτου, αλλά αργότερα η εύνοια μεταμορφώθηκε σε άκρα δυσμένεια, με αποτέλεσμα την εξορία του Γάλλου, ο οποίος αυτοκτόνησε.
Η Σούδα μας πληροφορεί ότι ο Παρθένιος έζησε μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Τιβέριου. Η πληροφορία αυτή της Σούδας υπονοεί μια εξαιρετικά μακρόχρονη ζωή για τον Παρθένιο, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι γεννήθηκε γύρω στο 85 π.Χ., έτος που αποτελεί τη χαμηλότερη δυνατή χρονολογία γέννησής του. Ωστόσο πιθανόν να εννοείται όχι η περίοδος της βασιλείας του Τιβέριου (14-37 μ.Χ.), αλλά η περίοδος ωριμότητας του τελευταίου, πριν γίνει αυτοκράτορας. Σε μια τέτοια περίπτωση η παρουσία του Παρθένιου, ανάμεσα σε άλλους συγγραφείς, στον κύκλο του Τιβέριου, όταν ο μελλοντικός αυτοκράτορας βρισκόταν στη Ρόδο (περ. 6 π.Χ.) δεν είναι απίθανη. Σε κάθε περίπτωση ο Τιβέριος θαύμαζε τον Παρθένιο και έγραψε ποιήματα κατά μίμησή του (Σουητώνιος, Tib. 70.2).





[1] Παρθένιος͵ Ἡρακλείδου καὶ Εὐδώρας,... Νικαεὺς ἢ Μυρλεανός͵ ἐλεγειοποιὸς καὶ μέτρων διαφόρων ποιητής. οὗτος ἐλήφθη ὑπὸ Κίννα λάφυρον͵ ὅτε Μιθριδάτην Ρωμαῖοι κατεπολέμησαν· εἶτα ἠφείθη διὰ τὴν παίδευσιν καὶ ἐβίω μέχρι Τιβερίου τοῦ Καίσαρος. ἔγραψε δὲ ἐλεγείας͵ Ἀφροδίτην͵ Ἀρήτης ἐπικήδειον τῆς γαμετῆς͵ Ἀρήτης ἐγκώμιον ἐν τρισὶ βιβλίοις· καὶ ἄλλα πολλά. περὶ μεταμορφώσεως ἔγραψε.
[2] Ορισμένες πηγές (λ.χ. Παλ. ανθ. 7.377, επίγραμμα του Ερυκίου) συνδέουν τον Παρθένιο και με τη Φώκαια, αλλά η σύνδεση αυτή οφείλεται στην ύπαρξη ενός μεταγενέστερου ιστορικού από τη Φώκαια με το ίδιο όνομα.
[3] Η ακριβής χρονολόγηση, πάντως, των δύο τελευταίων συγγραφέων είναι αμφισβητούμενη.