Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Η περίπτωση της ιστορικής τραγωδίας: Φρύνιχος και Θεμιστοκλής


Το 493 π.Χ., λίγο καιρό μετά την καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες, ο Φρύνιχος ανέβασε το έργο του Μιλήτου άλωσις, μια ποιητική αναπαράσταση των συμφορών που έπληξαν τους Μιλησίους. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (6, 21, 2) οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, τιμώρησαν το Φρύνιχο με 1000 δραχμές πρόστιμο και απαγόρευσαν τη μελλοντική χρησιμοποίηση του έργου,[1] επειδή ο ποιητής τους θύμισε οικεία κακά. Το περιστατικό είναι πολύ σημαντικό, επειδή δείχνει με τριπλό τρόπο το πώς η τραγωδία από πολύ νωρίς μπορούσε να αγγίζει θέματα επίκαιρου πολιτικού χαρακτήρα: 1) το έργο ασχολούνταν με ένα πολύ πρόσφατο ιστορικό γεγονός, το οποίο σχετιζόταν με την απόφαση της πόλης να εμπλακεί στην εξωτερική της πολιτική σε αγώνα κατά των Περσών. 2) Συνδεόταν με τις ιδεολογικές συνιστώσες της αθηναϊκής συλλογικής ταυτότητας και με τη μετέπειτα κρατική προπαγάνδα σχετικά με την αθηναϊκή καταγωγή των Ιώνων. 3) Φανερώνει πως το αθηναϊκό κοινό αντιλαμβανόταν με ευκολία την πολιτική διάσταση της τραγωδίας.[2] Όταν αργότερα (476 π.Χ.) ο ίδιος ποιητής θα παρουσιάσει στις Φοίνισσες τον ελληνικό θρίαμβο στη Σαλαμίνα με τον ίδιο πολιτικό για χορηγό (Πλούτ., Θεμ. 5) θα κερδίσει το 1ο βραβείο.[3]
Η περίπτωση των τραγωδιών με ιστορικό περιεχόμενο (Μιλήτου άλωσις, Φοίνισσαι, Πέρσαι), που σπανίζουν αργότερα[4] και οι οποίες ασχολούνται με επίκαιρα θέματα, αποτελεί σοβαρό πρόκριμα υπέρ της άποψης ότι και οι τραγωδίες με μυθικό περιεχόμενο σχετίζονται συχνά με τρέχοντα ζητήματα πολιτικής του 5ου αιώνα: ό,τι είναι ολοφάνερο στις ιστορικές τραγωδίες υποκρύπτεται συμβολικά ή υπαινικτικά στις άλλες.[5] Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ερμηνείας είναι σχετικά εύκολο να εξηγηθεί το γεγονός ότι μετά τους Πέρσες του Αισχύλου δεν υπάρχει καταγραφή για το ανέβασμα άλλης ιστορικής τραγωδίας:[6] κρίθηκε προφανώς από τους ποιητές ότι ήταν ευκολότερο και ασφαλέστερο για την επιτυχία τους να μεταμφιέσουν το πολιτικό περιεχόμενο με το μανδύα της μυθικής ιστορίας.[7]





[1] Η ηροδότεια έκφραση στο σημείο αυτό είναι αρκετά σκοτεινή: μηκέτι μηδένα χρῆσθαι τούτῳ τῷ δράματι. Η απαγόρευση αποκλείεται να αφορά την ενδεχόμενη αναδιδασκαλία του δράματος, αφού η σχετική δυνατότητα ψηφίστηκε μετά το θάνατο του Αισχύλου. Επομένως, ο Ηρόδοτος ίσως εννοεί ότι απαγορεύτηκε η δημόσια ανάγνωση του κειμένου, η άντληση υλικού από αυτό, η κυκλοφορία του ως βιβλίου και γενικά κάθε δραστηριότητα που θα είχε ως βάση το κείμενο του δράματος.
[2] Έχει υποστηριχθεί ότι ο Φρύνιχος συνδεόταν πολιτικά με το Θεμιστοκλή που ήταν άρχων το 493, χρονιά ανεβάσματος της Μιλήτου αλώσεως, καθώς και χορηγός του Φρυνίχου στις Φοίνισσες. Επίσης έχει υποστηριχθεί ότι ο πολιτικός χρησιμοποίησε τον τραγωδό για να προωθήσει με τη Μιλήτου άλωσιν την άποψή του ότι οι Αθηναίοι έπρεπε να ετοιμάζονται για πόλεμο με τους Πέρσες και για να ντροπιάσει τους συμπολίτες του για την προσπάθεια εξευμενισμού των Περσών στα μέσα της δεκαετίας του 490.  Η επιλογή του Φρυνίχου για το θέμα της Μιλήτου αλώσεως ίσως αποτελεί προσπάθεια έμμεσης καταδίκης εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που συνετέλεσαν στην ανάκληση των αθηναϊκών πλοίων. Οι δυνάμεις αυτές ήταν βασικά ολιγαρχικές και τυραννόφιλες. Μετά την καταστροφή θα κυριαρχήσει η αντιπερσική πολιτική των δημοκρατικών, υπέρ των οποίων φαίνεται να τάσσεται ο Φρύνιχος. Όσον αφορά τις Φοίνισσες (476 π.Χ. -χορηγός κατά πάσα πιθανότητα ο Θεμιστοκλής) φαίνεται ότι  με το έργο αυτό ο τραγωδός προσπάθησε να δοξάσει τον ήρωα της Σαλαμίνας ή να αποσείσει την κατηγορία εναντίον του Θεμιστοκλή για μηδισμό: αν δώσουμε βάση σε μια πληροφορία του Διοδώρου (11, 54), ο οποίος την αντλεί από τον Έφορο, ο Θεμιστοκλής αντιμετώπισε επιτυχώς μια πρώτη κατηγορία για μηδισμό και συνωμοσία με τον Παυσανία ήδη από το 476.
[3] Είναι απίθανο ότι η τύχη έφερνε κοντά έναν ποιητή με το χορηγό του: οι χορηγοί ορίζονταν, δεν προέκυπταν με κλήρωση (Αθην. πολ. 56) ή προσφέρονταν εθελοντικά (Λυσίας 21, 1-5). Δεν είναι γνωστή η διαδικασία με την οποία τους ανέθεταν έναν ποιητή, αλλά μπορεί να διάλεγαν οι ίδιοι τον τραγωδό που επιθυμούσαν με σειρά επιλογής που προέκυπτε από κλήρωση.
[4] Πάντως η παλαιότερη μορφή τραγωδίας είναι αυτή με το μυθικό περιεχόμενο, αφού όλα τα έργα που αποδίδονται στο Θέσπη έχουν τίτλους που σχετίζονται με γνωστούς μύθους. Το πόσο ισχυρή ήταν η παράδοση των τραγωδιών με μυθικό περιεχόμενο φαίνεται και από το γεγονός ότι ακόμη και η μοναδική σωζόμενη ιστορική τραγωδία, οι Πέρσες, πλαισιωνόταν από δύο τραγωδίες βασισμένες στο μύθο. Επιπλέον η εμφάνιση της ιστορικής τραγωδίας πέφτει επίσης στον 5ο αιώνα, την ίδια περίπου εποχή με την επισημοποίηση της κωμωδίας. Οι λόγοι είναι παρόμοιοι: η ιστορία δεν έχει την καθολικότητα που εκπροσωπεί για μια κοινωνία ο μύθος. Αντίθετα, διαθέτει μια επικαιρότητα που εκ φύσεως συνιστά πολιτική επιλογή και, επομένως, είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε μια ήδη εδραιωμένη δημοκρατία.  
[5] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι χορηγοί στις ιστορικού περιεχομένου τραγωδίες υπήρξαν οι δύο σημαντικότεροι Αθηναίοι πολιτικoί του 5ου αιώνα, ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής. Φαίνεται ότι η υπαινικτικότητα της μυθολογικής τραγωδίας ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών εμφάνισής της: προκειμένου να γίνει δεκτή από το καθεστώς τυραννίας του Πεισίστρατου έπρεπε να κρύψει οποιεσδήποτε ενδεχόμενες πολιτικές αναφορές κάτω από το μανδύα του μύθου. Αντίθετα, η κωμωδία, η οποία έγινε επίσημα δεκτή στα Μεγάλα Διονύσια πενήντα χρόνια μετά την τραγωδία, μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα και άμεσα μέσα στις συνθήκες της δημοκρατίας.
[6] Εξαίρεση αποτελεί η τραγωδία Μαύσωλος του Θεόδεκτη (βλ. το αντίστοιχο λήμμα της Σούδας),  αλλά αυτή γράφτηκε το 353 π.Χ., περισσότερο από έναν αιώνα μετά από τους Πέρσες.
[7] Για μια διαφορετική ερμηνεία του φαινομένου της έλλειψης ιστορικών τραγωδιών μετά τους Πέρσες βλ. Vernant στο Μύθος και τραγωδία. Κατά την άποψή του οι ιστορικές τραγωδίες δεν ευδοκίμησαν, επειδή περιέγραφαν γεγονότα που ήταν πολύ κοντά στη ζωή των θεατών και δεν ανταποκρίνονταν στα κριτήρια του μυθικού και της μίμησης, στα οποία οι Αθηναίοι σταδιακά είχαν συνηθίσει. Η σκηνή ήταν πολύ κοντά στην πραγματική ζωή. Ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο η ιστορική τραγωδία δεν ευδοκίμησε ίσως είναι το γεγονός ότι οι πολιτικοί στόχοι των ιστορικών δραμάτων (βασικά η προώθηση της πολιτικής γραμμής των δημοκρατικών και η προβολή του Θεμιστοκλή) δεν επετεύχθησαν.