Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Πολιτική σκέψη και θεωρία στην αρχαία Ελλάδα


Η διάκριση μεταξύ «πολιτικής σκέψης» και «πολιτικής θεωρίας» είναι σημαντική. Η πολιτική σκέψη είναι η ευρύτερη από τις δύο έννοιες. Η πολιτική θεωρία αντιπροσωπεύει τον άμεσο, συστηματικό στοχασμό για τα πολιτικά πράγματα. Εντούτοις είναι δυνατόν να σκέφτεται κανείς πολιτικά -να στοχάζεται σχετικά με πολιτικές πράξεις ή θεσμούς- χωρίς να το κάνει συστηματικά ή φιλοσοφικά.[1] Αυτού του είδους ο στοχασμός μπορεί να εκφράζεται σε λογοτεχνικά κείμενα κάθε είδους στην ελληνική γραμματεία. Και πράγματι εκφράζεται ήδη από την απαρχή της με θέματα που επικεντρώνονται στην πόλη και στις σχέσεις εντός αυτής. Βεβαίως η πολιτική θεωρία είναι επινόηση του 5ου αιώνα π.Χ. (στην πλήρη της μορφή απαντά στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη), αλλά αυτού του είδους η συγγραφή δεν αναπτύχθηκε στο κενό. Αντίθετα, αναδύθηκε μέσα από το υπόβαθρο της ανάπτυξης περίπλοκων συστημάτων οργάνωσης, ξεκινώντας κατεξοχήν από την ξεχωριστή μορφή κοινότητας που είναι η ελληνική πόλη, η οποία θεσμοποίησε τη δημόσια συζήτηση ως μέσο διαχείρισης των πολιτικών αντιθέσεων.[2]   
Τόσο η πολιτική σκέψη όσο και η θεωρία απαιτεί άτομα που θα στοχαστούν. Στο επίπεδο της θεωρίας αναπόφευκτα οι συγκεκριμένες θέσεις και τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν από συγκεκριμένα άτομα μπορεί να εναντιώνονται ή να υποστηρίζουν τη σύγχρονή τους σκέψη και πρακτική. Επιπλέον ο στοχασμός άλλων συγγραφέων -ποιητών, ιστορικών κ.τ.λ.- (που μπορούμε να τους ονομάσουμε «μη φιλοσοφικούς», αν και τα όρια ανάμεσα στις δύο κατηγορίες είναι διαπερατά) μπορεί να είναι εξαιρετικά ιδιαίτερος και ατομικός. Επίσης διαφορετικά λογοτεχνικά είδη μπορεί να προσφέρουν διαφορετικές ευκαιρίες και διαφορετικούς τρόπους στοχασμού: η σκέψη ποιητών όπως ο Ησίοδος ή ο Σοφοκλής είναι πολύ διαφορετική στην ποιότητα και τον τρόπο έκφρασης από ό,τι του Ηροδότου ή του Θουκυδίδη.  
Υπάρχει διαφωνία για το πότε η πολιτική θεωρία αντικαθιστά την απλή πολιτική σκέψη. Φαίνεται, ωστόσο, ότι είναι το πλαίσιο της δημοκρατίας, ιδιαίτερα της αθηναϊκής, που έδωσε την ώθηση για την επινόηση της πολιτικής θεωρίας και το ξεπέρασμα της απλής πολιτικής σκέψης που μπορεί να ανιχνευθεί μέχρι το Β της Ιλιάδας:  η ανακάλυψη της θεωρίας των πολιτευμάτων συνέβη τουλάχιστον από την εποχή που ο Ηρόδοτος (3, 80-2) παρουσιάζει την υποτιθέμενη συζήτηση για το μελλοντικό πολίτευμα της Περσίας μεταξύ των υποψηφίων για τον περσικό θρόνο.  Φαίνεται ότι ήδη από τότε κάποιος ή κάποιοι Έλληνες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα τα πολιτεύματα μπορούν να θεωρηθούν υποείδη τριών γενών: της εξουσίας του ενός, των ολίγων και όλων. Ήδη στον Ηρόδοτο βρίσκουμε επίσης την ιδέα ότι κάθε γένος πολιτεύματος έχει την καλή και κακή εκδοχή του. Έτσι η εξουσία του ενός μπορεί να είναι η νόμιμη κληρονομική μοναρχία του σοφού ποιμένος ή ο παράνομος δεσποτισμός του τυράννου. Όλες τις παραπάνω ιδέες θα τις βρούμε πλήρως ανεπτυγμένες στον Αριστοτέλη. 
             



[1] Ο φιλοσοφικός στοχασμός για την πολιτική μπορεί να περιλαμβάνει και σκέψεις για το τι είναι το να σκέφτεται κανείς πολιτικά, αλλά και για τη φύση και τη δυνατότητα της πολιτικής γνώσης. Αυτού του είδους ο στοχασμός τείνει να εργάζεται σε ένα πιο γενικό επίπεδο από ό,τι ο πρακτικός στοχασμός που ανταποκρίνεται σε πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα.   
[2] H ανάδυση της πόλης: γενικά λέγεται ότι αυτό το είδος κράτους αναδύθηκε κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., αν και υπάρχει διαφωνία για το πότε και πού ακριβώς πρωτοεμφανίστηκε. Εντούτοις, οι πρωταρχικές αιτιακές μεταβλητές πρέπει να ήταν η γαιοκατοχή (συγκρούσεις εντός των πόλεων, αλλά και μεταξύ πόλεων για την κατοχή γης), ο πόλεμος (εμφάνιση οπλιτικής φάλαγγας) και η θρησκεία. Σημάδια για την εμφάνιση της πόλης: εμφάνιση διαφοροποιημένων αξιωματούχων και κυβέρνησης, ρυθμισμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, νομοθεσίας, επίλυσης διαφορών και απονομής δικαιοσύνης. Ορισμένοι   θεωρούν ότι η πόλη ανακλάται ήδη στα έπη του Ομήρου στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα.