Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

4.Τα Ερωτικά Παθήματα του Παρθένιου ως "υπομνήματα" (βοηθήματα μνήμης)




Το πόνημα αυτό του Παρθένιου είναι το μόνο πεζό έργο από ελληνιστικό ποιητή που σώζεται ακέραιο.[1] Τα Ερωτικά παθήματα αποτελούν μια συμπυκνωμένη συλλογή ερωτικών ιστοριών, από το μύθο ή το χώρο της ιστορίας (ή ψευδοϊστορίας). Η ακριβής τους χρονολόγηση είναι αδύνατη. Ο terminus post quem είναι το έτος 52 π.Χ., έτος κατά το οποίο ο Γάλλος, στον οποίο αφιερώνεται το έργο, ήταν 18 χρονών, ενώ ο terminus ante quem είναι το έτος 27/6 π.Χ., χρονιά κατά την οποία ο Γάλλος αυτοκτόνησε. Οι ιστορίες, συνήθως με δραματικό για τους ήρωες τέλος, λέγονται απογυμνωμένα και στα βασικά τους σημεία. Λείπουν οι λεπτομέρειες, τα πολλά ρητορικά στολίδια και κυριαρχεί η ουσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά της συλλογής δεν είναι τυχαία: γράφτηκε, όπως αναφέρεται στο επιστολικό της προοίμιο, για να αποτελέσει ένα είδος εγχειριδίου ή σημειώσεων ή υπομνήματος για το Ρωμαίο ποιητή Κορνήλιο Γάλλο, προκειμένου ο τελευταίος να εκμεταλλευτεί τις ιστορίες, για να γράψει τα δικά του εκλεπτυσμένα ποιήματα. Ο ακριβής όρος που χρησιμοποιεί ο Παρθένιος είναι ὑπομνημάτιον, συνοπτικό βοήθημα της μνήμης. Πάντως η αφιέρωση στο Γάλλο, η οποία αποτελεί ένα είδος διαφήμισης του έργου με την αναφορά στο σπουδαίο Ρωμαίο πάτρωνα, μπορεί να ανήκει σε ένα δεύτερο στάδιο και η συλλογή να συντάχθηκε αρχικά από τον Παρθένιο για δική του χρήση. Δεν αποκλείεται επίσης, παρά το φαινομενικό της προορισμό για ιδιωτική χρήση, ο Παρθένιος τελικά να είχε ως στόχο και την επίσημη δημοσίευσή της, αφού οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν (και διαβάζονται) αυτόνομα.
Το είδος του έργου που γράφει ο Παρθένιος αντλεί από πολλές και διάφορες πηγές το υλικό του, αλλά φαίνεται να εδράζεται σε συγκεκριμένες γραμματειακές παραδόσεις. Η λέξη υπόμνημα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Θουκυδίδη (2.44.2, 4.126.1) στην ετυμολογική του σημασία «υπενθύμιση». Στο Θεαίτητο του Πλάτωνα (143Α) μια συζήτηση καταγεγραμμένη με τη μορφή σημειώσεων αποκτά αργότερα με άνεση χρόνου πληρέστερη μορφή. Αργότερα η λέξη χρησιμοποιείται για τα λογοτεχνικά υπομνήματα των φιλολόγων σε έργα των κλασικών, όπως τα ομηρικά υπομνήματα του Αρίσταρχου. Σε μια άλλη εξέλιξη η λέξη αποκτά στο πλαίσιο της ιστοριογραφίας τη σημασία των πρόχειρων σημειώσεων, τις οποίες ο ιστορικός δουλεύει στη συνέχεια σε πληρέστερη μορφή (βλ. λ.χ. Λουκιανός, Πώς δει ιστ. συγγ. 48), όπως θα κάνει ο Γάλλος με το υλικό που του στέλνει ο Παρθένιος. Στην ύστερη ρωμαϊκή δημοκρατία η λέξη φαίνεται να χρησιμοποιείται σε ένα είδος πολιτιστικών ανταλλαγών διπλής διαδρομής: Έλληνες πελάτες δέχονται πρωτογενές υλικό από τους πάτρωνές τους, για να το τελειοποιήσουν προς δόξα των Ρωμαίων πατρώνων τους, ενώ Έλληνες των γραμμάτων συλλέγουν υλικό για τους Ρωμαίους ιστορικούς και ποιητές.
Τα υπομνήματα συνδέονται επίσης ιδιαίτερα με τους Περιπατητικούς, των οποίων η χαρακτηριστική μορφή διδασκαλίας ήταν οι προφορικές διαλέξεις μέσω σημειώσεων. Οι ακροατές με τη σειρά τους κρατούσαν σημειώσεις, δημιουργώντας καινούργια υπομνήματα. Τα υπομνήματα τελικά γίνονται όρος για μια μονογραφία πάνω σε ένα παραδοξολογικό, εθνογραφικό, λογοτεχνικό ή αρχαιοδιφικό θέμα. Οι Ελληνιστικοί ποιητές, ειδικά της Αλεξάνδρειας που συνέχιζαν την περιπατητική παράδοση από πολλές απόψεις (Καλλίμαχος και οι μαθητές του Ίστρος και Φιλοστέφανος), γράφουν υπομνήματα με πολύχρωμο υλικό, μεταμορφώσεις, αλλαγές ονομάτων κ.ο.κ., υλικό που είχε εξίσου θέση σε έργα εθνογραφίας, παραδοξογραφίας και μυθολογικής ποίησης.




[1] Διασώζεται σε ένα και μοναδικό χειρόγραφο (Palatinus Heidelbergensis graecus 398) των μέσων του 9ου αιώνα.