Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

2.Τα χαμένα έργα του Παρθένιου


   
            Στην εποχή του ο Παρθένιος ήταν διάσημος για το ποιητικό του έργο, ιδιαίτερα το ελεγειακό. Υπήρξε ο αγαπημένος συγγραφέας των αυτοκρατόρων Τιβέριου και Αδριανού. Οι αρχαίες μαρτυρίες τον θεωρούν σχεδόν ισάξιο με τον κορυφαίο συγγραφέα της Ελληνιστικής Εποχής, τον Καλλίμαχο, ενώ τον συγκρίνουν με τον Ευφορίωνα και το Λυκόφρονα, διάσημους για το κυνήγι του εκλεπτυσμένου ή και σκοτεινού υπαινιγμού και την αναζήτηση παράξενων ή ελάχιστα γνωστών ιστοριών και παραλλαγών των ελληνικών μύθων. Πάπυρος της Γενεύης του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. (PGenevinv. 97), ο οποίος διασώζει σπαράγματα ποιήματός του σε ελεγειακό μέτρο για τη γυναίκα του, συνοδεύεται από σχετικά πλούσιο σχολιασμό, κάτι αναμενόμενο μόνο για τον Καλλίμαχο σε μια τόσο πρώιμη εποχή.
            Από την ποίησή του διασώζονται ελάχιστα αποσπάσματα, λιγότερα από εξήντα. Τα εκτενέστερα είναι ένα απόσπασμα έξι στίχων σε εξάμετρο και το παπυρικό εύρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεκαπέντε πολύ ακρωτηριασμένοι στίχοι. Πολλά σωζόμενα αποσπάσματα δεν είναι τίποτε άλλο από μοναχικές λέξεις, αντλημένες από το Στέφανο το Βυζάντιο και τους γραμματικούς. Μετά τον 4ο ή 5ο αιώνα μ.Χ. οι μαρτυρίες γι’ αυτόν ουσιαστικά παύουν να υπάρχουν.
            Ας κάνουμε τώρα μια σύντομη επισκόπηση του πιθανού περιεχομένου των χαμένων έργων του Παρθένιου, στηριγμένη, όπως είναι φυσικό, σε κάποιο βαθμό σε εύλογες φιλολογικές υποθέσεις.


            Το διασημότερο στην αρχαιότητα έργο του ήταν το ελεγειακό του ποίημα Αρήτη (απ. 1-5), ένας θρήνος για το θάνατο της συζύγου του, που μνημονεύεται και από τη Σούδα, αλλά και από το αδριάνειο επίγραμμα IG xiv 1089, γραμμένο ίσως από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Αδριανό. Αποτελούνταν από τρία βιβλία και είχε πιθανόν έκταση μερικών χιλιάδων στίχων. Εκτός από θρήνο πρέπει να περιείχε και εγκωμιαστικά κομμάτια για τη νεκρή σύζυγο, αλλά και μυθολογικό υλικό με ταιριαστό περιεχόμενο και συνδυασμένο με γεωγραφικές αναφορές και αίτια, μύθους που ερμήνευαν διάφορα έθιμα, παραδόσεις και ονομασίες τόπων, πόλεων, ποταμών, πηγών κ.ο.κ.. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από το παπυρικό εύρημα PGenevinv. 97, το οποίο αναφέρθηκε παραπάνω. Οι γεωγραφικές ονομασίες που αναφέρονται στον πάπυρο ταιριάζουν με την περιοχή της Βιθυνίας, οπότε το ποίημα μπορεί να γράφτηκε πριν από τη σύλληψη του Παρθένιου και τη μεταφορά του στη Ρώμη. Σ’ αυτή την περίπτωση ο θάνατος της συζύγου του θα ήταν πρώιμος, όπως και το πιο φημισμένο από τα έργα του ποιητή μας. Από την άλλη τίποτε δεν αποκλείει ο Παρθένιος να έγραψε το έργο στη Ρώμη, όταν έμαθε για το θάνατο της Αρήτης, η οποία πιθανώς είχε μείνει πίσω στην πατρίδα. Ο στίχος 5 του 2ου αποσπάσματος φαίνεται να υπονοεί ότι ο ποιητής απουσιάζει από τη Νίκαια.
            Ο Παρθένιος είχε γράψει επίσης και μια σειρά από άλλα ελεγειακά επικήδεια ποιήματα: ένα απευθύνεται σε κάποια Αρχελαΐδα (απ.6), ένα ποίημα για κάποιον Βίαντα, ο οποίος ίσως σκοτώθηκε σε μάχη (απ. 8-9), ένα επικήδειο στον (ή στην) Αυξίθεμη.[1] Ένα άλλο επικήδειο για κάποιον Τίμανδρο (απ. 27) σώζεται σε παπυρικό εύρημα. Η πολύ φθαρμένη κατάσταση του παπύρου που διασώζει το απόσπασμα (P.Lit.Lond. 64, με ίχνη σχολίων) δεν επιτρέπει να πούμε πολλά για το ποίημα. Ο Τίμανδρος φαίνεται ότι πέθανε νέος, μακριά από το σπίτι, και ότι η πυρά και ο τάφος του έγιναν σε κάποιο ακρωτήριο.
            Από το ελεγειακό ποίημα Αφροδίτη (απ. 7) σώζεται μόνο ένα επίθετο: πρόκειται για το επίθετο Ἀκαμαντίς ως ονομασία της Αφροδίτης, το οποίο φαίνεται να παραπέμπει στη γνωστή σύνδεση της Αφροδίτης με την Κύπρο, αφού εκεί υπήρχε ακρωτήριο Ακάμας (Στράβων 14.6.3) στα δυτικά του νησιού, μεταξύ Πάφου και Σόλων, οι οποίοι υποτίθεται ότι ιδρύθηκαν από τον Αθηναίο Ακάμαντα. Ορισμένες φορές ολόκληρη η Κύπρος αποκαλείται Ακαμαντίδα (Πλίνιος, ΝΗ 5.129, Στέφ. Βυζ.. λήμμα Κύπρος). Ο Ακάμας και ο αδερφός του Δημοφών ήταν γιοι του Θησέα, πρωταγωνιστές της αθηναϊκής παράδοσης του αποικισμού.  
Κάτι περισσότερο μπορεί να ειπωθεί για την ελεγεία Δήλος (απ. 10-12):  ως πρότυπά της μπορεί να λειτούργησαν ο ομηρικός ύμνος στο Δήλιο Απόλλωνα, ο αντίστοιχος του Καλλίμαχου και ίσως ένα αντίστοιχο ποίημα του Άρατου (SH 109). Ένα από τα θέματα της ελεγείας του Παρθένιου μπορεί να ήταν η ιστορία της ίδρυσης του αφιερωμένου στον Απόλλωνα Γρύνειου Άλσους. Το Γρύνειον ήταν μια μικρή παράλια πόλη κοντά στη Μύρινα και την Πέργαμο, φημισμένη για το άλσος, το ναό και το μαντείο του Απόλλωνα που ήταν και άσυλο. Η αναφορά στο Γρύνειο σε ένα ποίημα με τον τίτλο Δήλος μπορεί να υπονοεί μια ιστορία αποικισμού του Γρύνειου από τη Δήλο. Ένα δεύτερο απόσπασμα φαίνεται να αποτελεί μέρος όρκου στα νερά της Στυγός, επομένως εκφωνούνταν από κάποιον θεό. Στον ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα (στ. 83-88) η Λητώ ορκίζεται στο νερό της Στυγός ότι ο Απόλλωνας θα τιμά τη Δήλο περισσότερο από κάθε άλλο μέρος. Κάτι ανάλογο μπορεί να συνέβαινε και στο ποίημα του Παρθένιου. Ένα άλλο απόσπασμα από το ίδιο ποίημα κάνει λόγο για έναν λαό με το όνομα Βεληδόνιοι, οι οποίοι είναι άγνωστοι από λαού. Κατοικούν πολύ μακριά, πλάι στον Ωκεανό. Ίσως να πρόκειται για γείτονες των Υπερβορείων ή να ταυτίζονταν μαζί τους, όπως οι Αριμασποί θεωρούνται ορισμένες φορές έθνος των Υπερβορείων. Ως γνωστόν οι Υπερβόρειοι τιμούσαν πολύ τον Απόλλωνα, αφού η Λητώ γεννήθηκε στα μέρη τους, ενώ ο Ηρόδοτος (4.33-35) μας περιγράφει πώς οι πρώτοι δηλιακοί ύμνοι συντέθηκαν, όταν δύο νεαρές κοπέλες από τη χώρα των Υπερβορείων έφτασαν στη Δήλο.
            Η περίεργη λέξη Ειδωλοφανής που δίνεται ως τίτλος για ένα έργο του Παρθένιου απαντά μόνο στον Εμπεδοκλή (31Α 72 DK) για τέρατα που βλέπει κανείς στον ύπνο. Ως τίτλος παραπέμπει στο Φάσμα του Μένανδρου. Το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα από τον Ειδωλοφανή (απ. 18) μοιάζει να παραπέμπει σε οδηγίες προς υπηρέτες για καθαρτήριες τελετές μετά από κάποιο τρομακτικό όνειρο. Με παρόμοιο τρόπο μια μάγισσα δίνει οδηγίες στις υπηρέτριές της σε ένα πιθανό απόσπασμα του Σώφρονα (CGF ix). Ίσως τα αποσπάσματα 30-32, στα οποία αναφέρονται φυτά που συνδέονται με τη μαγεία, να ανήκαν σ’ αυτό το έργο.  
Άλλα ποιήματα ίσως να περιλάμβαναν κάποιες σπάνιες παραλλαγές γνωστών μύθων: ΗρακλήςΊφικλος.[2] Δύο αποσπάσματα του Ηρακλή μνημονεύουν τα παλαιά ονόματα δύο νησιών, της Λέσβου (Ίσσα ή Ισσάς) και της Αίγινας (Οινώνη), υποδεικνύοντας ίσως ότι ένα μέρος του περιεχομένου του έργου, σχετιζόταν με την αφήγηση αιτίων για τις αλλαγές ονομάτων διαφόρων τόπων (μετονομασίαι). Η Ίσσα αναφέρεται ως κόρη του Μάκαρος, ο οποίος θεωρείται εξαιρετικά πλούσιος βασιλιάς στην Ιλιάδα (Ω 544). Ο Οβίδιος (Met6.124) υπονοεί ότι την αποπλάνησε ο Απόλλωνας. Άλλες κόρες του Μάκαρος (Μήθυμνα, Μυτιλήνη, Άντισσα) έδωσαν το όνομά τους στις πόλεις της πεντάπολης ή σε σημαντικά στοιχεία της γεωγραφίας της Λέσβου. Η σύνδεση του Ηρακλή με τη Λέσβο είναι ασαφής. Ίσως η αναφορά στις παραδόσεις του νησιού να γινόταν με αφορμή την πόση από τον ήρωα του φημισμένου λεσβιακού κρασιού. Η Οινώνη-Αίγινα συνδεόταν με τον Ηρακλή μέσω του γεγονότος ότι ο Τελαμών, γιος του βασιλιά της νήσου Αιακού, πήρε μέρος στην εκστρατεία του Ηρακλή εναντίον της Τροίας (Απολλόδ. 2.6.4, Πίνδ., Ισθ. 5.37). Τα δύο υπόλοιπα βέβαια αποσπάσματα του Ηρακλή φαίνεται να σχετίζονται με το μύθο του Αθηναίου Ικάριου και της κόρης του Ηριγόνης, οι οποίοι παρέλαβαν την καλλιέργεια της αμπέλου και τον τρόπο παρασκευής του κρασιού από το Διόνυσο. Δεν ξέρουμε πώς μπορεί να εντασσόταν αυτή η παράδοση σε ένα ποίημα για τον Ηρακλή. Το απόσπασμα 34 ανήκε πιθανώς στο ίδιο ποίημα. Έχει ως θέμα του τη μετονομασία του στενού του Γιβραλτάρ σε Στήλες του Ηρακλή. Ο ήρωας πέρασε από το στενό επιστρέφοντας από την Ερύθεια, όπου εκτέλεσε τον σχετικό με τον Γηρυόνη άθλο. Ορισμένοι στην αρχαιότητα ταύτιζαν την Ερύθεια με τα Γάδειρα (Cádiz), τα οποία βρίσκονται 95 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του στενού. Σύμφωνα με το απόσπασμα οι στήλες έφεραν πρώτα το όνομα του Εκατόγχειρα Βριάρεω, ο οποίος φύλαγε, σύμφωνα με μια παράδοση που καταγράφει ο Πλούταρχος (Ηθ. 420Α), τον κοιμισμένο Κρόνο σε ένα νησί κοντά στη Βρετανία. Η τοποθέτηση του Βριάρεω στη Δύση ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι αλλού φυλά με τα αδέρφια του τον Κρόνο και τους Τιτάνες στα Τάρταρα (Ησίοδος, Θεογ. 729), ένα όνομα που θα μπορούσε να συνδυαστεί με την Ταρτησσό  Στο ίδιο ποίημα ίσως ανήκε και το απ. 35, το οποίο κάνει λόγο για τον Ερκύνιο δρυμό, μια τοποθεσία που τοποθετείται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης από τους αρχαίους (από τα Καρπάθια ως τα Πυρηναία). Αν το ετυμολογικό λεξικό που διασώζει το στίχο (EtymGen., λήμμα Ερκύνιος δρυμός) αντλεί και τις υπόλοιπες πληροφορίες που δίνει για το θέμα από τον Παρθένιο, ο τελευταίος τοποθετούσε το δρυμό στην Ιταλία. Ίσως ο Ηρακλής να πέρασε από το μέρος, επιστρέφοντας από την Ισπανία (βλ. προηγ. απόσπ.). Το λεξικό δίνει την ετυμολογία του ονόματος από το γεγονός ότι ένας χοίρος φαγώθηκε σε ένα έρκος από ένα σκυλί (κύων). Δεν ξέρουμε αν αυτή την ετυμολογία έδινε και ο ποιητής μας, αλλά ο χοίρος είναι παρών σε ιστορίες αποικισμού και ίδρυσης πόλεων (πβ. τον άσπρο χοίρο στην Alba LongaΑινειάδα 8.81-85), κάτι που ταιριάζει με τα ενδιαφέροντα του Παρθένιου. Το  απόσπασμα 45 με την αναφορά στην Επίδαμνο (Δυρράχιο) μπορεί επίσης να προέρχεται από το πλαίσιο των περιπετειών του Ηρακλή και την επιστροφή του από την Ερύθεια. Σύμφωνα με τον Αππιανό, Εμφ. πόλ. 2.6.39, ο Ηρακλής συμμάχησε με το βασιλιά Δύρραχο, τον οποίο πολεμούσαν τα αδέρφια του. Στη μάχη ο Ηρακλής σκότωσε κατά λάθος το γιο του Δυρράχου Ιόνιο, το σώμα του οποίου στη συνέχεια έρριψε στη θάλασσα, για να πάρει από αυτόν το όνομά του το Ιόνιο Πέλαγος.  
Από τον Ίφικλο σώζεται ένας στίχος που κάνει λόγο για την Αράφεια, ένα νησί στα παράλια της Καρίας. Τρεις γνωστοί ήρωες με το ίδιο όνομα θέτουν υποψηφιότητα ως πιθανοί πρωταγωνιστές του έργου: ο γιος του Φυλάκου, ο αδελφός του Ηρακλή (γνωστός και ως Ιφικλής), και ο γιος του Θεστίου, Αργοναύτης. Υπάρχει και ένας ακόμη Ίφικλος, λιγότερο διάσημος, γνωστός μόνο από τον Αθήναιο (14.619 Ε), ο οποίος περιφρόνησε την Αρπαλύκη, με αποτέλεσμα η τελευταία να πεθάνει από έρωτα. Ένας διαγωνισμός τραγουδιού μεταξύ κοριτσιών καθιερώθηκε προς τιμήν της. Η τελευταία ιστορία ταιριάζει με τα ενδιαφέροντα του συγγραφέα των Ερωτικών παθημάτων.
Ορισμένοι τίτλοι και αποσπάσματα μαρτυρούν ερωτικά μυθολογικά θέματα, συνήθως με τραγική κατάληξη: οι Λευκάδιαι (απ. 14)  ίσως είχαν τη μορφή καταλόγου που αριθμούσε ονομαστικά τις άρρωστες από έρωτα ηρωίδες που πήδηξαν από το βράχο του Λευκάτα στη Λευκάδα. Στο βράχο υπήρχε ναός του Απόλλωνα και λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμης. Ο Στράβων (10.2.9) μας αναφέρει για μια περίεργη ετήσια τελετή καθαρμού του νησιού, στη διάρκεια της οποίας έριχναν από το βράχο κάποιον κατάδικο. Το άλμα δεν ήταν πάντα θανατηφόρο και υπήρχαν βάρκες έτοιμες να διώξουν τον κατάδικο, ο οποίος θα τύχαινε να σωθεί, μακριά από το νησί, επειδή αποτελούσε μίασμα. Το άλμα από το βράχο θεωρούνταν επίσης ως μέσο γιατρειάς από κάποιον έρωτα. Ο Φώτιος στη Βιβλιοθήκη του (cod. 190, 153a7-b22) μας δίνει έναν μακρύ κατάλογο ερωτευμένων προσώπων που επιχείρησαν το άλμα. Ανάμεσά τους η Αφροδίτη, για να γιατρευτεί από τον έρωτα του Άδωνη. Επίσης από εκεί λεγόταν ότι αυτοκτόνησε η Σαπφώ, ερωτευμένη με τον Φάωνα. Το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα μοιάζει να αποτελεί την κατάρα μιας γυναίκας πριν επιχειρήσει το άλμα. Ο ίδιος ο βράχος αποτελεί αντικείμενο κατάρας αλλού (SH 313).
Άλλες ερωτευμένες μυθολογικές ηρωίδες που φαίνεται να αξιοποίησε ο Παρθένιος περιλαμβάνουν την Κομαιθώ, τη Βυβλίδα, τη Σκύλλα, την Ανθίππη.  Η Ανθίππη (απ. 15-16)  από τη Χαονία σκοτώθηκε κατά λάθος από ένα δόρυ, την ώρα που κρυβόταν σε έναν θάμνο με τον εραστή της. Εμφανίζεται και στα Ερωτικά παθήματα (βλ. αναλυτικότερα την ιστορία αρ. 32).
Η Κομαιθώ (απ. 28) ήταν μια ηρωίδα, η οποία σχετιζόταν με την περιοχή της Ταρσού και τον ποταμό Κύδνο. Ο Παρθένιος άντλησε πιθανόν την ιστορία της από κάποιο πεζό χρονικό της Κιλικίας, μια περιοχή, για την οποία ο Παρθένιος δείχνει ενδιαφέρον και στα απ. 26 και 29. Η Κομαιθώ είναι ερωτευμένη με τον ποταμό Κύδνο. Η Αφροδίτη την μεταμορφώνει στην πηγή που αναβλύζει κοντά στην κώμη Γλαφύραι, η οποία εισρέει στον ποταμό Κύδνο. Ο «γάμος» της με τον ποταμό ήταν λοιπόν ουσιαστικά μια ένωση υδάτων[3]. Πβ. την ιστορία της Τυρώς, η οποία ήταν ερωτευμένη με τον ποταμό Ενιπέα ήδη στην Οδύσσεια (λ 238-240). Πβ. ακόμη την ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης, επίσης στην Κιλικία, που και οι δύο μεταμορφώνονται σε τρεχούμενα νερά.[4] Απηχήσεις από την ιστορία της Κομαιθώς, όπως την ανέπτυσσε ο Παρθένιος, έχουμε στο Γρηγόριο το Ναζιανζηνό.
Το ποίημα Κριναγόρας (απ. 13) μπορεί να περιέγραφε κάποια ερωτική περιπέτεια του ομώνυμου ποιητή και φίλου του Παρθένιου, όπως λ.χ. ο Προπέρτιος δραματοποιεί στο έργο του Μονόβιβλος τον έρωτα του φίλου του Γάλλου. Το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα παρουσιάζει τον Κριναγόρα ως θύμα του Έρωτα ή ηττημένο απ’ αυτόν σε κάποιου είδους αγώνα (πβ. τη συχνή εικόνα του Έρωτα ως πυγμάχου). Ο ίδιος ο Κριναγόρας σε σωζόμενα επιγράμματά του εμφανίζει τον εαυτό του ως ερωτευμένο (Παλ. ανθ. 9.429, 9.248).
            Ένας άλλος γνωστός τίτλος έργου του Παρθένιου είναι οι Μεταμορφώσεις (απ. 24a,b και ίσως 33, 41). Ιστορίες μεταμορφώσεων ανθρώπων σε ζώα, φυτά, πηγές ή άψυχα αντικείμενα είχαν μεγάλη απήχηση από την Ελληνιστική Εποχή και μετά και μπορούμε να αναφέρουμε εδώ την Ορνιθογονία του Βοίου, τα Ετεροιούμενα του Νίκανδρου, τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου και την ομότιτλη μεταγενέστερη πεζή συλλογή του Αντωνίνου Λιβεράλη (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.). Οι Μεταμορφώσεις του Παρθένιου πρέπει να ήταν ένα είδος συλλογής έμμετρων αιτιολογικών μύθων: οι σωζόμενες πληροφορίες αναφέρουν μια από τις ιστορίες που ανέπτυσσε σ’ αυτό το ποίημα ο Παρθένιος, αιτιολογώντας την ονομασία του Σαρωνικού Κόλπου: η Σκύλλα ερωτεύτηκε το Μίνωα, ο οποίος πολιορκούσε την πόλη της, τα Μέγαρα. Έτσι έκοψε την πορφυρή τούφα μαλλιών από το κεφάλι του πατέρα της και βασιλιά της πόλης Νίσου[5] και πρόδωσε την πόλη της. Στη συνέχεια ο Μίνωας, φρονώντας ότι μια τέτοια κοπέλα δε θα δίσταζε μπροστά σε τίποτα, την έδεσε στο πηδάλιο ενός πλοίου, το οποίο την έσυρε στη θάλασσα, η οποία έτσι πήρε το όνομα «Σαρωνικός».[6] Η κοπέλα τελικά μεταμορφώθηκε σε όρνεο (κιρρίς, είδος θαλάσσιου αρπακτικού πουλιού). Αν η παράφραση στα Ιξευτικά του Διονυσίου του Περιηγητή 2.15 σχετίζεται με την εκδοχή που ανέπτυσσε ο Παρθένιος, όπως είναι πιθανό, τότε ο ποιητής μας περιέγραφε και τη μεταμόρφωση του Νίσου σε αλιαετό, ο οποίος καταδιώκει σε κάθε ευκαιρία την κιρρίδα. Στο ίδιο ποίημα μπορεί να ανήκε και η ιστορία της Βυβλίδας, η οποία αναπτύσσεται και στα Ερωτικά παθήματα (ιστορία αρ. 11), όπου ο Παρθένιος παραθέτει και δικούς του στίχους για το μύθο της Βυβλίδας, οι οποίοι πιθανώς προέρχονται από τις Μεταμορφώσεις του.[7] Σ’ αυτή την περίπτωση η ιστορία της Βυβλίδας θα αποτελούσε το αίτιον για την επώνυμη πηγή. Στις Μεταμορφώσεις ανήκε ίσως και το απόσπασμα 41, στο οποίο γίνεται λόγος για το «ομοίωμα ή άγαλμα της Ιφιγένειας». Τι σημαίνει ακριβώς η φράση είναι αμφίβολο. Ίσως να δηλώνει το άγαλμα της Αρτέμιδος από τη χώρα των Ταύρων που έφεραν μαζί τους στην Ελλάδα ο Ορέστης και η Ιφιγένεια. Από την άλλη είναι γνωστό ότι στη θέση της Ιφιγένειας θυσιάστηκε με θεϊκή παρέμβαση ένα ελάφι. Ίσως στην εκδοχή του Παρθένιου να θυσιαζόταν ένα ομοίωμα της Ιφιγένειας αντί για την ίδια (πβ. την Ελένη του Ευριπίδη).
            Ο τίτλος Προπεμπτικόν (απ. 26 και ίσως 36) παραπέμπει σε κάποιο ποίημα σχετικό με την αναχώρηση για ταξίδι. Δε γνωρίζουμε ποιος ήταν ο αποδέκτης του (ίσως κάποιος Ρωμαίος πάτρωνας;) ή τη χρονολογία του ταξιδιού. Ίσως να περιλάμβανε τις εθνογραφικού τύπου παραδοξότητες ή τα αξιοθέατα που ανέμεναν τον ταξιδιώτη. Το απόσπασμα 26 κάνει λόγο για την Κώρυκο, πόλη της Κιλικίας,[8] και το Κωρύκιο άντρο, ομώνυμο με το αντίστοιχο του Παρνασσού. Το άντρο βρισκόταν κοντά στην Ταρσό και τον ποταμό Κύδνο και ο Απολλόδωρος (1.6.3) τοποθετούσε εκεί τον Τυφώνα. Το απόσπασμα υπονοεί ότι το σπήλαιο κατοικούνταν από Νύμφες, όπως και αυτό του Παρνασσού. Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο (απ. 75.56 Pf.) οι Νύμφες του Παρνασσού, κυνηγημένες από ένα λιοντάρι, κατέφυγαν στην Κέα (Υδρούσσα). Ίσως ο Παρθένιος στο έργο του να εξηγούσε ότι τελικά οι Νύμφες κατέληξαν στο ομώνυμο άντρο της Κιλικίας. Στο ίδιο ποίημα ανήκε πιθανώς και το απ. 36, στο οποίο γίνεται λόγος για τρεις θαλάσσιες θεότητες, τον Γλαύκο, το Νηρέα και τον Μελικέρτη. Η επίκληση θαλάσσιων θεοτήτων για προστασία ήταν συνηθισμένη σε ένα ναυτικό ταξίδι. Ο Γέλλιος (ΝΑ 13.27.1) που διέσωσε το στίχο αναφέρει ότι τον μιμήθηκε ο Βεργίλιος.
Δυο φορές στα αποσπάσματά μας γίνεται λόγος για τον Άδωνη (βλ. και παραπάνω το ποίημα Αφροδίτη). Στο απόσπασμα 29 ο Παρθένιος λέγεται ότι ονόμαζε ένα κυπριακό ποτάμι (Σέτραχος) «Αώος», επειδή οι πηγές του βρίσκονταν στα Κωρύκια όρη της Κιλικίας στην Ανατολή ή επειδή το αρχαίο όνομα της Κιλικίας ήταν Αώα. Αώος ήταν επίσης ένας τίτλος του Άδωνη, προερχόμενος από το όνομα της μητέρας του (Αώα), το οποίο σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις δεν ήταν Σμύρνα ή Μύρρα. Αώος ήταν και το όνομα του πρώτου βασιλιά της Κύπρου. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς ακριβώς και σε ποιο πλαίσιο τα συνέδεε όλα αυτά ο ποιητής μας. Το Κωρύκιο άντρο σε άλλες πηγές φαίνεται να διαθέτει ένα υπόγειο ποτάμι (Στράβων 14.5.5) και δεν αποκλείεται ο Παρθένιος να ισχυριζόταν ότι το ίδιο ποτάμι ανάβλυζε και στην Κύπρο. Ο Παρθένιος θα εξηγούσε το όνομα του κυπριακού ποταμού Αώου από το γεγονός ότι έχει τις απώτερες πηγές του στην Κιλικία, μια χώρα που παλιά ονομαζόταν Αώα και είναι στην Ανατολή, δηλαδή στη μεριά από όπου ανατέλλει ο ήλιος (σύνδεση με τη λέξη ἕως, ἠώς, ἀ(F)ώς = αυγή). Επίσης στο πλαίσιο εντασσόταν και ο Άδωνης, εξαιτίας του ανάλογου λατρευτικού του τίτλου, ο οποίος μπορεί όντως να συνδεόταν με τη λέξη για την αυγή.[9] Ορισμένες γενεαλογίες συνδέουν τον Άδωνη με την αυγή και γενικά ο Άδωνης θεωρούνταν θεός από την Ανατολή. Η μητέρα του Άδωνη ήταν διαβόητη για τον αιμομικτικό πόθο της για τον πατέρα της Κινύρα, βασιλιά της Πάφου, η οποία ήταν έδρα της λατρείας του Άδωνη στην Κύπρο.[10] 
Στο απόσπασμα 42 λέγεται ότι ο Παρθένιος ονόμαζε τον Άδωνη με τον τίτλο «Κανωπίτης». Η Κάνωβος ή Κάνωπος βρισκόταν σε έναν από τους δυτικότερους βραχίονες του Δέλτα του Νείλου. Εκεί ξέρουμε ότι λατρευόταν ο Σέραπης, επομένως μπορούμε να υποθέσουμε έναν βαθμό συγκρητισμού ανάμεσα στις δύο θεότητες, όπως είχε συμβεί στη Βύβλο της Φοινίκης μεταξύ Όσιρη και Άδωνη. Εναλλακτικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Παρθένιος χρησιμοποιούσε με αόριστο συνεκδοχικό τρόπο το επίθετο για τη λατρεία του Άδωνη στην κοντινή Αλεξάνδρεια, μια λατρεία που ήταν δημοφιλής στην πόλη (πβ. Διοσκορίδης, Παλ. ανθ. 5.53, 5.193 και τις Αδωνιάζουσες του Θεόκριτου).
            Ο Παρθένιος φαίνεται να έγραψε και ένα επιθαλάμιο (απ. 37, ίσως 53), ποίημα που το τραγουδούσαν έξω από την κρεβατοκάμαρα του νεόνυμφου ζευγαριού. Παραδοσιακό τραγούδι στην αρχή, που τραγουδιόταν σε πραγματικές περιστάσεις, πολύ γρήγορα απέκτησε φανταστικό μυθολογικό χαρακτήρα. Ίσως και το επιθαλάμιο του Παρθένιου να μην ήταν αυτόνομο ποίημα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης μυθικής αφήγησης.
            Το απόσπασμα 38 κάνει λόγο για τον ήρωα Τήλεφο, τον οποίο τιμούσαν ιδιαίτερα οι Ατταλίδες της Περγάμου ως πρόγονό τους. Ο Παρθένιος αποκαλούσε τον Τήλεφο με το επίθετο ἀργειφόντης, το οποίο οι αρχαίοι συνέδεαν τυπικά με τον Ερμή ή τον Απόλλωνα. Ακόμη και σήμερα η ετυμολογία του επιθέτου παραμένει αμφίβολη. Σύμφωνα με μια αρχαία ετυμολογία ἄργης στην αργολική διάλεκτο ήταν το φίδι, ενώ το δεύτερο συνθετικό είχε σχέση με το φόνος και φονεύω. Επομένως ἀργειφόντης θα ήταν «ο φονιάς του φιδιού», με αναφορά στον Απόλλωνα που σκότωσε τον Πύθωνα. Υπάρχει ένας μύθος, κατά τον οποίο η μητέρα του Τήλεφου Αύγη σκότωσε με ένα ξίφος το φίδι που έστειλαν οι θεοί, για να αποτρέψουν την αθέλητη αιμομικτική ένωση με το γιο της (αγνοούσαν ο ένας την ταυτότητα του άλλου). Στην προσπάθειά της να σκοτώσει το φίδι η Αύγη αποκάλυψε άθελά της το αρχικό της σχέδιο να σκοτώσει με το κρυμμένο ξίφος τη νύχτα του (αναγκαστικού) γάμου τον Τήλεφο, επειδή δεν τον ήθελε για σύζυγο. Ο Τήλεφος συνειδητοποίησε χάρη στο επεισόδιο το σχέδιό της και ήταν έτοιμος να τη φονεύσει, αλλά με θεία παρέμβαση του Ηρακλή αποκαλύφθηκε η ταυτότητά της και μητέρα και γιος αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο (Υγίνος, Fab100, Αιλιανός, Περί ζ. ιδ. 3.47). Η περίπτωση αυτή ταιριάζει με τα ενδιαφέροντα του Παρθένιου (πβ. την ιστορία για τη μητέρα του Περίανδρου στα Ερωτικά παθήματα), αν και σε καμιά από τις σωζόμενες πηγές δε σκοτώνει ο ίδιος ο Τήλεφος το φίδι. 
            Τα αποσπάσματα 46 και 47 είναι απλές ονομασίες τόπων: το 46 κάνει λόγο για τη Μαγνησία, πιθανώς αυτή στο Μαίανδρο ποταμό, ενώ το 47 αναφέρεται στη Μύρκινο, μια πόλη των Ηδωνών κοντά στο Στρυμόνα και βορειοανατολικά της Αμφίπολης. Η περιοχή συνδεόταν με τον Βορέα, το βόρειο άνεμο, και τις περιπλανήσεις του Ορφέα, αλλά δεν ξέρουμε πώς χρησιμοποίησε τη λέξη ο Παρθένιος και σε ποιο πλαίσιο.
            Το απόσπασμα 48 κάνει λόγο για κάποιες Μυτωνίδες. Ο Μύτων θεωρούνταν γιος του Ποσειδώνα και της Μυτιλήνης και ορισμένοι γραμματικοί θεωρούσαν ότι απ’ αυτόν είχε πάρει το όνομά της η Μυτιλήνη, ένα προνόμιο το οποίο διεκδικούσε η ίδια η μητέρα του, κόρη του Μάκαρος (βλ. παραπ. απ. 19). Οι Μυτωνίδες του Παρθένιου ήταν ίσως γυναίκες στη γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα Μαλόεντος (Καλλίμαχος απ. 485 Pf.) ή στον κύκλο της Σαπφούς (Παλ. ανθ. 9.26). Ορισμένοι υποψιάζονται ότι απόσπασμα σχετίζεται με τον Κριναγόρα. Γενικά ο Παρθένιος φαίνεται να δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον για σκοτεινής ετυμολογίας τοπωνύμια της Λέσβου όπως στο απ. 19.
Το απόσπασμα 50 αναφέρεται στα Ταύχειρα, πόλη της βόρειας Αφρικής, ιδρυμένη από την Κυρήνη, περίπου 150 χιλιόμετρα δυτικότερα επί της ακτής. Το πιθανότερο πλαίσιο είναι το ναυάγιο των Αργοναυτών στις ακτές της Λιβύης, όπου πέθανε ο μάντης Μόψος και βρισκόταν ο κήπος των Εσπερίδων (Απολλώνιος, Αργ. 4.1232 κ.εξ.). Ο Λυκόφρων (877-878) αναφέρεται στους θρήνους για τον Γυνέα, τον Πρόθου και τον Ευρύπυλο, οι οποίοι περιπλανήθηκαν στην Αφρική.





[1] Απ. 17. Το όνομα Αὐξίθεμις, άγνωστο από αλλού, μπορεί να είναι είτε θηλυκό, είτε αρσενικό. Το Γαλλήσιον όρος που αναφέρεται στο μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα βρισκόταν στα όρια μεταξύ Εφέσου και Κολοφώνος (Στράβων 14.1.27).
[2] Απ. 19-22 και 23.
[3] Ο Κύδνος ήταν πατέρας του ήρωα Παρθένιου, ο οποίος θεωρούνταν ιδρυτής της πόλης Παρθενία (=Ταρσός) στην Κιλικία (FGrHist 746 F 1, 1ος αιώνας π.Χ.).
[4] Νόννος, Διον. 12.84-85, Ιμέριος, Λόγ. 9.11, Θεμίστιος, Λόγ. 11.151 C-D. Τέτοιες ιστορίες είναι ιδιαίτερα συχνές στη Μικρά Ασία, όπου μπορεί να αποτελούσαν μέρος του τοπικού φολκλόρ.
[5] Από την τούφα αυτή εξαρτιόταν η ίδια η ζωή του Νίσου, σύμφωνα με τον Απολλόδωρο (3.15.8).
[6] Ο Παρθένιος θα πρέπει να χρησιμοποιούσε στο ποίημά του το σπανιότερο ρήμα «σαροῦσθαι», αντί για το πεζότερο «σύρεσθαι».
[7] Απ. 33. Αναλυτικότερο σχολιασμό γι’ αυτό το απόσπασμα βλ. στην ιστορία 11 των Ερωτικών παθημάτων,
[8] Άρα η Κιλικία θα ήταν μέρος του ταξιδιού, όπως πιθανόν και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας.
[9] Πβ. Πανύασσης απ. 22c DaviesΜέγα Ετυμ. 4.53.
[10] Πβ. και Ισίδ., Or15.1.48, όπου ο Aeos Typhonis filius, θεωρείται ιδρυτής της Πάφου.