Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Matar Kubileya-Η Ορεινή Μεγάλη Μητέρα Κυβέλη


             Η αλληλεπίδραση μεταξύ των θρησκευτικών παραδόσεων της αρχαιότητας στην περιοχή της Μεσογείου φτάνει ορισμένες φορές ακόμη και πριν από την Εποχή του Χαλκού (3000-1200 π.Χ.). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κυβέλης, της Ορείας Μητρός (=Ορεινή Μητέρα) κατά τους  Έλληνες, της Magna Mater (=Μεγάλη Μητέρα) κατά τους Λατίνους. Η θεά, στη μορφή που είναι περισσότερο γνωστή, προέρχεται από τη Φρυγία. Η πόλη της, ο Πεσσινούς, διοικούνταν από ένα θεοκρατικό καθεστώς ακόμη και στη ρωμαϊκή εποχή. Οι ιερείς της ήταν ευνούχοι, οι οποίοι μυούνταν στη λατρεία της μέσω του αυτοευνουχισμού. Φρυγικές επιγραφές την αποκαλούν Matar (Μητέρα) και μερικές φορές προσθέτουν το επίθετο kubileya, το οποίο οι αρχαίοι συγγραφείς το συνδέουν με τη φρυγική λέξη για το βουνό.
Η θεά κατέφτασε στην Ελλάδα τον 8ο ή 7ο αιώνα π.Χ., πρώτα στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου και αργότερα μέχρι την Κάτω Ιταλία. Οι Έλληνες την ονόμαζαν Ορεία Μήτηρ, μεταφράζοντας κατά λέξη το φρυγικό της όνομα (Matar Kubileya), αλλά επιπλέον χρησιμοποίησαν το επίθετο Κυβέλη ως κύριο όνομα. Την ταύτισαν με τη Ρέα, μητέρα του Δία. Η λατρεία της γινόταν στα βουνά, όπου αγάλματα και βωμοί της κατασκευάζονταν απευθείας από το βράχο. Στη Φρυγία παριστάνεται συνήθως κατά μέτωπο και όρθια, στην Ελλάδα όμως η παράσταση αυτή σύντομα εγκαταλείπεται για χάρη μιας άλλης, στην οποία η Κυβέλη εικονίζεται καθιστή σε θρόνο ανάμεσα σε δύο όρθια αιλουροειδή (λέαινες ή πάνθηρες). Οι ανατολικοί Έλληνες την αποκαλούσαν επίσης Κυβήβη. Ως Κυβήβη είχε λατρεία στις λυδικές Σάρδεις και ακόμη ανατολικότερα στη Μικρά Ασία. Κυβήβη είναι η εξελληνισμένη μορφή ενός άλλου ανατολικού θεϊκού ονόματος: Kubaba λεγόταν η κύρια θεότητα της Καρχεμίς, μιας πανάρχαιας συριακής πόλης, η οποία ήταν σύνδεσμος ανάμεσα στη Μεσοποταμία και τη Μικρά Ασία και ισχυρή δύναμη μετά το 1000 π.Χ. Το ζώο της Kubaba ήταν το λιοντάρι. Η λατρεία της στις Σάρδεις ήταν εκστατική, αλλά δεν είχε ευνούχους. Έλληνες και Ρωμαίοι γενικά ταύτιζαν την Κυβέλη και την Κυβήβη. Ειδικά οι Έλληνες της Ανατολής άλλοτε ταύτιζαν την Κυβέλη/Κυβήβη με την Άρτεμη (ως δέσποινα των αγρίων ζώων) και άλλοτε με την Αφροδίτη (ερωτική διάσταση).
          Η μυθολογία της Κυβέλης ήταν πολύ πλούσια. Στην μύθο του Πεσσινούντος, στον οποίο δόθηκε ελληνική μορφή στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., σύντροφος της Κυβέλης είναι η Άγδιστις, θεά γεννημένη από την επαφή του Δία με έναν βράχο - μια ιστορία που είναι πολύ κοντά στο μύθο του χετταϊκού Ullikummi από τον μυθικό κύκλο του Kumarbi: το τέρας από διορίτη Ullikummi γεννιέται από τη συνουσία του Kumarbi με ένα βράχο και είναι τόσο καταστροφικό όσο η Άγδιστις. Πιο συχνή είναι η ιστορία της ερωτικής σχέσης της Κυβέλης με τον πρίγκιπα και βοσκό Άττη, η οποία οδήγησε τον Άττη σε αυτοευνουχισμό και θάνατο. Πολλές ιστορίες αφηγούνταν την τρομερή μοίρα που έπληξε έναν εραστή της Μεγάλης Θεάς, αρχίζοντας με το σουμεριακό ποίημα της Ινάννα και του Ντουμούζι και καταλήγοντας με τον ομηρικό ύμνο στην Αφροδίτη (η Ινάννα επίσης, όπως η Κυβήβη, θεωρήθηκε ότι είναι ταυτόσημη με την Αφροδίτη). Ο Γιλγαμές ήταν σε θέση να απαγγείλει έναν μακρύ κατάλογο των κατεστραμμένων εραστών της Ιστάρ, σε ένα επεισόδιο που αντηχεί στην επίθεση του Διομήδη στην Αφροδίτη στη ραψωδία Ε της Ιλιάδας του Ομήρου. Οι ιστορίες έτσι οδηγούν πίσω προς την Ανατολία και τη Μεσοποταμία της Εποχής του Χαλκού.  

            Αλλά μπορούμε να πάμε ακόμη πιο πίσω. Η χαρακτηριστική εικονογραφία της Κυβέλης/Κυβήβης μαρτυρείται ήδη στο τέλος της νεολιθικής εποχής στη Μικρά Ασία: μια μητέρα-θεά είναι ιδιαίτερα ορατή στο νεολιθικό Çatal Höyük στην κεντρική Μικρά Ασία (περ. 6200-5400 π.Χ.), όπου εκπροσωπείται από αγαλματίδια ένθρονης και γυμνής μητρικής θεάς με αιλουροειδή στο πλευρό της. Στον ίδιο νεολιθικό οικισμό μια μητέρα-θεά είναι στενά συνδεδεμένη με ταύρους, ένας συμβολισμός που αντηχεί, χιλιετίες αργότερα, στη μινωική θρησκευτική εικονογραφία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)

Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.
Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.
Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες
που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν. Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

ΟΜΟΡΦΙΑ Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι, σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι, κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,
διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει− περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη, σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.
Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα, όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια
και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου: «Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κο…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η ετυμολογία της λέξης αριστερός (και το όνομα της Αριάδνης)

Η λέξη ἀριστερός συνδέεται από τους γλωσσολόγους με τη λέξη ἄριστος. Το πρόσφυμα -τερος διατηρεί εδώ την πρωταρχική του αντιθετική σημασία (= αυτός που είναι στα αριστερά σε αντίθεση με αυτόν που είναι στα δεξιά -πβ. δεξιτερός = δεξιός, ὀρέστερος = ο ορεινός σε αντίθεση με τον πεδινό). Η λέξη επομένως σχηματίστηκε προτού το πρόσφυμα αποκτήσει την κυρίως συγκριτική σημασία που έχει στα «ομαλά» συγκριτικά (όπως π.χ. σεμνός, σεμνότερος). Η αρχική σημασία του αριστερός, συνεπώς, ήταν «άριστος». Η τοπική σημασία προήλθε από την μαντική τέχνη ως ευφημισμός: οι οιωνοί που έρχονταν από τα αριστερά θεωρούνταν δυσοίωνοι και η λέξη αριστερός χρησιμοποιήθηκε με ευφημιστικό τρόπο (= «αυτός που έρχεται από την καλή μεριά». Πβ. και την εξίσου ευφημιστική χρήση του επιθέτου εὐώνυμος, «αυτός που έχει καλό όνομα», = αριστερός).  
Με τη σειρά της η λέξη ἄριστος περιέχει το υπερθετικό πρόσφυμα -ιστος και αποτελεί υπερθετικό βαθμό του συγκριτικού ἀρείων (καλύτερος). Στην ίδια ομάδα λέξεων ανήκει και το πρό…