Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

(Επιστολή) του Ερμή του Τρισμέγιστου προς τον Ασκληπιό για το πρόβλημα της δημιουργίας και του Θεού-Δημιουργού


Ορισμοί του Ασκληπιού προς το βασιλιά Άμμωνα: η θεϊκή διακυβέρνηση του κόσμου, ο ρόλος του ήλιου, των άστρων και των δαιμόνων

>>> Λόγος του Τρισμέγιστου Ερμή για την αναγέννηση του ανθρώπου (παλιγγενεσία)

>>>Ο Ποιμάνδρης του Τρισμέγιστου Ερμή

ΛΟΓΟΣ ΙΔ΄

(Επιστολή) του Ερμή του Τρισμέγιστου προς τον Ασκληπιό. [1]

Να είσαι σώφρων!
Επειδή ο γιος μου, ο Τατ, θέλησε κατά την απουσία σου να μάθει τη φύση των όλων και δε με άφηνε να καθυστερήσω τη διδασκαλία, όπως είναι φυσικό μια και είναι γιος μου και πιο νέος και μόλις πρόσφατα προχώρησε στη γνώση, αναγκάστηκα να πω περισσότερα για κάθε ξεχωριστό ζήτημα, ώστε να μπορεί πιο εύκολα να παρακολουθήσει τη θεωρία. Εγώ για χάρη σου, αφού διάλεξα τα κυριότερα σημεία απ’ όσα ειπώθηκαν, θέλησα να σου στείλω μια σύντομη επιστολή, εκθέτοντας όμως μια μυστικότερη ερμηνεία τους, καθώς η ηλικία σου είναι μεγαλύτερη και έχεις κατανοήσει τη φύση (των πραγμάτων).[2]
            Εάν όλα τα φαινόμενα έχουν έρθει και έρχονται στην ύπαρξη· αν όσα έρχονται στην ύπαρξη γεννιούνται όχι από τον εαυτό τους, αλλά από κάποιον άλλο· αν όσα έρχονται στην ύπαρξη είναι πολλά ή μάλλον όλα τα φαινόμενα και όλα όσα διαφέρουν και δεν είναι όμοια έρχονται στην ύπαρξη· αν όσα έρχονται στην ύπαρξη γεννιούνται από κάποιον άλλο, τότε υπάρχει κάποιος που τα δημιουργεί και αυτός είναι αγέννητος, για να είναι πρεσβύτερος από τα γεννητά. Γιατί ισχυρίζομαι ότι τα γεννητά γεννιούνται από κάποιον άλλο. Από τα γεννητά όντα δεν είναι δυνατόν κάποιο να είναι πρεσβύτερο όλων, παρά μόνο το αγέννητο.
            Ο αγέννητος είναι ανώτερος και ένας και ο μόνος όντως σοφός στα πάντα, επειδή δεν υπάρχει τίποτα πρεσβύτερο απ’ αυτόν. Γιατί είναι ο πρώτος και στον αριθμό και στο μέγεθος[3] και στην υπεροχή του απέναντι στα γεννητά και ως προς το αδιάπτωτο της δημιουργικής του δύναμης. Έπειτα τα γεννητά είναι ορατά, ενώ εκείνος αόρατος. Άλλωστε γι’ αυτό το λόγο δημιουργεί, για να γίνει ορατός. Δημιουργεί λοιπόν αενάως, συνεπώς είναι ορατός.
            Έτσι πρέπει αυτό να το κατανοήσεις και κατανοώντας το να θαυμάσεις και θαυμάζοντας να μακαρίσεις τον εαυτό σου που γνώρισες τον Πατέρα. Γιατί τι είναι γλυκύτερο από τον αληθινό πατέρα; Τι είναι λοιπόν αυτός και πώς θα τον γνωρίσουμε; Μήπως είναι δίκαιο να αποδώσουμε μόνο σ’ αυτόν το όνομα του Θεού ή του Δημιουργού ή του Πατέρα ή και τα τρία; Θεό για τη δύναμή του, Δημιουργό για τη δράση του, Πατέρα για την αγαθότητά του; Γιατί είναι δύναμη, όντας διαφορετικός από τα γεννητά, ενέργεια, επειδή γίνεται τα πάντα. Γι’ αυτό απαλλαγμένοι από την πολυλογία και τη ματαιολογία πρέπει να κατανοήσουμε αυτές τις δύο έννοιες, το δημιούργημα και το δημιουργό. Μεταξύ αυτών δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο ούτε τρίτο.
            Τα πάντα βλέποντας και τα πάντα ακούοντας να θυμάσαι αυτές τις δύο έννοιες και να τις θεωρείς ότι είναι τα πάντα, να μην απορείς για τίποτα, ούτε για όσα βρίσκονται ψηλά ούτε για όσα βρίσκονται χαμηλά, για τα θεία ή τα μεταβλητά ή όσα βρίσκονται στα βάθη.[4] Γιατί δύο είναι τα πάντα, το δημιούργημα και ο δημιουργός, και είναι αδύνατο να τοποθετήσεις χωριστά το ένα από το άλλο.[5] Γιατί και ο δημιουργός δεν μπορεί να υπάρξει χωριστά από το δημιούργημά του, αφού και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να χωριστεί το ένα από το άλλο, στο βαθμό που δεν μπορεί να χωριστεί κάτι από τον εαυτό του.
            Γιατί αν ο δημιουργός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δημιουργική δύναμη, μόνη, απλή, ασύνθετη, αυτή αναγκαστικά δημιουργεί, η ίδια για τον εαυτό της, διότι η δημιουργία της δημιουργικής δύναμης είναι γένεση και κάθε τι γεννητό είναι αδύνατον να γεννιέται από τον εαυτό του, αλλά αναγκαστικά ως γεννητό γεννιέται από κάτι άλλο. Χωρίς το δημιουργό το γεννητό ούτε γίνεται ούτε υπάρχει. Αν χωριστούν η μια από την άλλη οι δύο έννοιες χάνουν την ιδιαίτερη φύση τους, εξαιτίας της έλλειψης της άλλης. Αν λοιπόν παραδεχτούμε ότι τα όντα είναι δύο, το δημιούργημα και ο δημιουργός, με την ένωσή τους γίνονται ένα, το ένα προηγούμενο και το άλλο ακολουθώντας. Προηγείται ο δημιουργός θεός, ακολουθεί το δημιούργημα, όποιο κι αν είναι.
Και ούτε να είσαι επιφυλακτικός εξαιτίας της ποικιλίας των δημιουργημάτων, φοβούμενος ότι προσάπτεις στο Θεό αδυναμία και έλλειψη δόξας.[6] Γιατί μία είναι η δόξα του, το ότι έχει δημιουργήσει τα πάντα, και τούτο, δηλαδή η δημιουργία, είναι σαν ένα είδος σώμα για το Θεό. Τίποτα κακό ή αισχρό δεν μπορεί να αποδοθεί στον ίδιο το δημιουργό. Αυτά είναι πάθη που επακολουθούν τη γένεση, όπως η σκουριά το χαλκό και ο ρύπος το σώμα. Όμως ούτε ο χαλκουργός δημιούργησε τη σκουριά, ούτε οι γονείς το ρύπο, ούτε ο Θεός την κακία. Η παρατεταμένη διάρκεια της ύπαρξης προκαλεί ένα είδος παρακμής, γι’ αυτό και ο Θεός δημιούργησε τη μεταβολή ως έναν τρόπο κάθαρσης της δημιουργίας.
Έπειτα, στον ίδιο ζωγράφο επιτρέπεται να φτιάχνει τον ουρανό και τους θεούς, τη γη, τη θάλασσα, τους ανθρώπους, όλα τα άλογα και άψυχα, ενώ ο Θεός δεν έχει τη δύναμη να τα κάνει αυτά; Τι μεγάλη ανοησία και άγνοια για τα σχετικά με το Θεό! Όσοι τα λεν αυτά υποφέρουν από το πιο παράξενο σφάλμα: ενώ ισχυρίζονται ότι σέβονται και εγκωμιάζουν το Θεό, με το να μην αποδίδουν σ’ αυτόν τη δημιουργία των πάντων ούτε τον Θεό γνωρίζουν, ενώ προσθέτουν στην άγνοιά τους τη μέγιστη ασέβεια απέναντί του, αποδίδοντάς του ως ιδιότητες την υπεροψία και την αδυναμία. Γιατί αν δε δημιουργεί τα πάντα, τότε δεν δημιουργεί από υπεροψία ή επειδή δεν μπορεί. Όμως αυτή η σκέψη είναι ασεβής.[7]
Ο Θεός μόνον μια ιδιότητα έχει, την Αγαθότητα, και ο αγαθός ούτε υπερόπτης είναι ούτε αδύναμος. Γιατί αυτό είναι ο Θεός, το Αγαθό, η δύναμη του να δημιουργείς τα πάντα στο σύνολό της. Κάθε γεννητό έγινε από το Θεό, δηλαδή απ’ αυτόν που είναι αγαθός και μπορεί να δημιουργήσει τα πάντα. Τώρα, εάν εσύ θέλεις να μάθεις πώς δημιουργεί ο Θεός και πώς τα γεννητά έρχονται στην ύπαρξη, θα σου δοθεί η δυνατότητα. Να μια παρομοίωση κάλλιστη και πολύ συναφής:
Ιδού ένας γεωργός που σπέρνει σπόρους στη γη, αλλού σιτάρι, αλλού κριθάρι, αλλού και κάποιο άλλο είδος σπόρου. Ο ίδιος φυτεύει και αμπέλι και μηλιά καθώς και άλλα δέντρα. Έτσι και ο Θεός στον ουρανό σπέρνει αθανασία, στη γη μεταβολή, στο σύμπαν ζωή και κίνηση. Αυτά δεν είναι πολλά, είναι λίγα και εύκολα στην αρίθμηση: είναι τέσσερα[8] στο σύνολό τους, συν τον ίδιο το Θεό και τη δημιουργία, και αποτελούν όλα όσα υπάρχουν.

[Σταύρος Γκιργκένης]



[1] Η πραγματεία αυτή, που έχει τη μορφή επιστολής του Ερμή στον Ασκληπιό, ασχολείται κυρίως με το πρόβλημα της δημιουργίας και του Θεού-Δημιουργού, παρά τη δήλωση στην αρχή του κειμένου ότι πρόκειται να εκτεθούν τα κυριότερα κεφάλαια της αποκάλυψης που διδάχτηκε στον Τατ. Στην εισαγωγή του λόγου δίνεται η υπόσχεση ότι η διδασκαλία εδώ θα δοθεί με πιο μυστικό τρόπο από ό,τι στον Τατ. Η ύπαρξη των ορατών όντων προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Δημιουργού, ο οποίος προϋπήρξε της δημιουργίας. Αυτός είναι η αρχή η αόρατη, η οποία θέλει ακριβώς να γίνει ορατή μέσω των δημιουργημάτων της. Μακάριος είναι εκείνος, ο οποίος κατανοεί την αλήθεια θεώμενος τη δημιουργία και δίνει στο Θεό το όνομα του Πατέρα. Άλλωστε η ύψιστη θεότητα είναι ταυτόχρονα Θεός, Δημιουργός και Πατέρας. Δημιουργός και δημιουργία αποτελούν ζεύγος αχώριστο, που τα μέλη του ορίζονται το ένα διά του άλλου. Ωστόσο δε βρίσκονται στην ίδια τάξη, αφού πρώτα είναι ο Θεός, ενώ η δημιουργία ακολουθεί. Ο Θεός δημιουργεί τα όντα αγαθά και τέλεια, όμως αυτά στην πορεία του χρόνου φθείρονται, αλλά όχι με ευθύνη του Θεού. Ο Θεός προνόησε να δημιουργήσει και την αλλαγή, προκειμένου να ανακαινίζεται ο διαρκώς φθειρόμενος κόσμος. Είναι παράλογο να αρνούμαστε στο Θεό τη δημιουργία των όλων, με την πρόφαση ότι έτσι τον εξυψώνουμε. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο τον παρουσιάζουμε ως αδιάφορο ή αδύναμο. Ο Θεός είναι το Αγαθό και στο Αγαθό ταιριάζει η δημιουργία. Ο Θεός στη δημιουργική του δύναμη μοιάζει με έναν σπορέα, ο οποίος σε κάθε μέρος σπέρνει και άλλο σπόρο, αλλού την αθανασία και αλλού την αλλαγή, παντού όμως τη ζωή και την κίνηση.
[2] Η εισαγωγή μοιάζει να έχει δημιουργηθεί εκ των υστέρων, προκειμένου να συνδέσει αυτή την πραγματεία με την αμέσως προηγούμενη, η οποία, αν και στο βάθος διαφορετική, εντούτοις παρουσιάζει τον Τατ ως γιο του Ερμή που εμφανίζει όλη την ανυπομονησία ενός νεοφύτου. Η διδασκαλία, ωστόσο, θα δοθεί εδώ με έναν τρόπο πιο βαθύ, πιο μυστικό, αφού ο Ασκληπιός έχει προχωρήσει στη φώτιση και τη γνώση. Πβ. στον Πρόκλο (υπόμνημα στην πλατωνική Πολιτεία 1 79.12 κ.εξ., 81.13 κ.εξ.) τη διάκριση ανάμεσα σε μύθους, οι οποίοι είναι παιδευτικοί, και μύθους που είναι ἐνθεαστικώτεροι (τελεστικοί, μυστικοί): οι πρώτοι ταιριάζουν στους νέους, οι δεύτεροι στους μεγαλύτερους.
[3] Ο Θεός είναι πρώτος στο αριθμό, επειδή είναι η Μονάδα, ενώ είναι πρώτος και στο μέγεθος, αφού εμπεριέχει όλο το σύμπαν.
[4] Η λέξη μυχός συχνά δηλώνει τον Κάτω Κόσμο, συνήθως με τη συνοδεία μιας γενικής, όπως λ.χ. μυχός Ταρτάρου. Πβ. επίσης Ιώσηπος, Ιουδ. Πόλ. 2.155, όπου λέγεται ότι οι Εσσαίοι ταῖς δὲ φαύλαις (ψυχαῖς) ζοφώδη καὶ χειμέριον ἀφορίζονται μυχὸν, γέμοντα τιμωριῶν ἀδιαλείπτων. Τη σειρά ουρανός (ἄνω), γη (κάτω), Κάτω Κόσμος (μυχός) την ξαναβρίσκουμε λ.χ. στην επιστολή του Παύλου στο Φιλήμονα (2.10) και φαίνεται να προέρχεται από το εκφραστικό πλαίσιο των ιερών τελετών, αφού επαναλαμβάνεται και αλλού: βλ. λ.χ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.3041 κ.εξ., 5.165 κ.εξ., Ιγνάτιος, Επ. 9.1, 13.2.
[5] Μολονότι υπάρχει συνάφεια των ερμητικών και γνωστικών ιδεών, εδώ ίσως να υπάρχει μια έμμεση κριτική στην τάση πολλών γνωστικών κύκλων να παρεμβάλουν ένα πλήθος ενδιάμεσων θεοτήτων μεταξύ του ύψιστου Θεού και της δημιουργίας.   
[6] Το πρόβλημα που υπονοείται εδώ είναι στο βάθος η προέλευση του κακού. Ορισμένοι Γνωστικοί και ο Νεοπλατωνιστής Νουμήνιος, οδηγώντας το συλλογισμό στα άκρα, θεωρούσαν ότι η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι μειωτική για το Θεό. Έτσι κατέληγαν στη διάκριση μεταξύ ενός αγαθού Θεού (πατήρ) και ενός Θεού-Δημιουργού. Στον Πλωτίνο 2.9.9.64 κ.εξ. ορισμένοι Γνωστικοί παρουσιάζονται να θεωρούν ότι μειώνει το Θεό η αντίληψη ότι ενδιαφέρεται για τον κόσμο. Εδώ ο κίνδυνος είναι μήπως η ποικιλία των δημιουργημένων όντων, μερικά από τα οποία είναι κατώτερα και κακά, αποδώσει στο Θεό τη δημιουργία ελαττωματικών προϊόντων. 
[7] Εδώ υπάρχει πιθανώς μια ανάμνηση του επιχειρήματος που αποδιδόταν στον Επίκουρο (βλ. Λακτάντιος, De ira dei 13), ο οποίος σκόπευε μ’ αυτό να αποδείξει ότι η θεία Πρόνοια δε θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει έναν τόσο κακό κόσμο: ο Θεός είτε θέλει να αφανίσει το κακό, αλλά δεν μπορεί, είτε μπορεί, αλλά δεν θέλει, είτε και δεν μπορεί και δεν θέλει, είτε και θέλει και μπορεί. Οι 3 πρώτες εναλλακτικές περιπτώσεις είναι αδύνατες. Αλλά αν η 4η είναι η μόνη που ταιριάζει στο Θεό, τότε από πού προέρχεται το κακό;
[8] Δηλαδή αθανασία, μεταβολή, ζωή και κίνηση. Η τάση σε όλο το κείμενο είναι η ίδια: ο περιορισμός των αναγκαίων στοιχείων για την ύπαρξη του σύμπαντος σε ένα όσο το δυνατόν απλούστερο σύστημα, πιθανόν σε αντίθεση με τα πολύπλοκα συστήματα των Γνωστικών.