Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λορέντζος Μαβίλης: όλα τα σονέτα (μέρος 2ο)


Μέρος 1ο

Μέρος 3ο

Όλα σε μορφή pdf


ΕΛΙΑ
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι, στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας, ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτικιά βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.


ΟΜΟΡΦΙΑ
Σε  σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι
της δουλειάς, τυραγνιούνται στο λιοβόρι,
σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι,
κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,

διάφορου δίψα μόνο τους ανάβει−
περνάς εσύ τόμου σκολάσεις, κόρη,
σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι
τέλεια κάθε άλλη επιθυμία τους παύει.

Μακριά απ’ τ’ ανθισμένα περιβόλια
και αφώτιστοι απ’ της τέχνης την αχτίδα,
όμως για σε ξεχνούν καθ’ έγνοια δόλια

και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα
σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου:
«Η Παναγιά, πιτσούνι μου, κοντά σου!»  



ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Με εκοίταξε ένα σούρουπο το Μάη,
το μοσχοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μου επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν δεν πεθυμάει.

Μα ο πόθος δεν χορταίνει, όσο κι α φάει,
μες την καρδία μου μπήγεται σα σφήνα∙
σα διψασμένη λιώνεται αλαφίνα
η ψυχή, όση γλύκα κι α ρουφάει.

Μάγο ανέσπερο φέγγος του θανάτου,
εσύ, ναι, με γλυκιά παρηγορία
πραΰνεις καθενός τα βάσανά του.

Μεσ’ απ’ την αλαβάστρινην υδρία
ό,τι κι αν τάζεις δίνεις∙ αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.


ΚΡΗΤΗ
Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι
σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,
αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια
μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

τραγούδι τραγουδάς μες τη ροδάτη
κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια
του αγέρος πλατωσία και στα βασίλεια
της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη:

«Σαν το γάλα της αίγας Αμαλθείας
θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρείτε μες της θείας

αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
πρόσφυγες της Ζωής, δώρα άγια τρία∙
θάνατο, αθανασία κι ελευτερία». 



ΨΥΧΟΦΙΛΗΜΑ
Χρυσάρμενα ονείρατ’ αργοπλένε
στα πέλαγα του πόθου οι φαντασίες
και κατακεί αρμενίζουν, όπου επήες,
όπου τα δυο σου μάτια γελοκλαίνε,

όπου απάρθενος φέγγεις, λατρεμένε
κρίνε της ομορφιάς, κι οι μελωδίες
των τραγουδιών σου σμίγουν τες μαγείες,                                            
που μες τ’ αγνά σου χείλη σιγοπνένε.−

Χάρου, καρδιά μου θλιβερή, και αγάλλου!
Πέρασε η μαύρη νύχτα κι η άγρια μπόρα∙
άνθι και συ μικρό μες του μεγάλου

κόσμου το περιβόλι άνοιξε τώρα.
Δεν ήξερε η ψυχή μου να φιλήσει∙
τώρα ξέρει. Ω πανάχραντο μεθύσι!


ΑΡΓΥΡΟΚΟΥΠΑ
Κρουσταλλένιο, διάφανο, γεμάτο
απ’ άδολο κρασί που πορφυρίζει,
με κίνημα θερμό, μ’ αίστημα ακράτο
ένα φτωχό ποτήρι σ’ αντικρίζει,

σε λαχταράει, σε γγίζει∙ μα τ’ αφράτο
πιοτό σαν αίμα χύνεται, σκορπίζει.
Και το ποτήρι μένει άδειο ως τον πάτο,
γιατί το σκούντημά σου το τσακίζει.

Και συ στέκεις ατάραχτη και κρύα,
αργυρόκουπα, πλούσια ιστορισμένη,
με την περήφανή σου θεωρία.

Είσαι να σ’ αγαπούν συνηθισμένη∙
στην πικρή της ζωής χαροκοπία
δε δείχνεις με τι σ’ έχουν γεμισμένη.



ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ
Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα
και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα∙
την αλήθεια ακατάπαυτα αναζήτα
και ιδές αν είναι, ως λεν, ψυχοπονέτρα.

Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα
και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα∙
μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα
απ’ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα.

Και α βρεις που ο πόνος είναι η μόνη αλήθεια,
τότες απ’ τ’ αντρειωμένα σου τα στήθια
γδύσου την ταπεινότη της ορφάνιας∙

στης Ομορφιάς, στης Δύναμης τη γλύκα,
με αλαλητό χαράς και περηφάνιας
γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα.


SANSARA
Δεν λαχταρώ κι αναστενάζω γι’ άλλη
καλοτυχία, παρά για τα φιλιά σου∙
μα εσύ πετάς να στήσεις τη φωλιά σου 
μ’ άλλο ταίρι σε ξένο περιγιάλι.

Γεια σας, φανταχτερά Νεράιδων κάλλη, 
κόρη αηδονολαλήτρα, μάισσα, γεια σου! 
Κλαίω τη ροδοχιονάτη αμαλαγιά σου
σα να ’χε πας στου Χάρου την αγκάλη.

Μα δε σε θέλει ο Χάρος. Γράφ’ η Μοίρα 
πολυζώητο στη γης να μυριανθήσεις
τριαντάφυλλο ερωτιάς, και με τα μύρα 

του κόρφου σου τον κόσμο να μεθύσεις.
Μες της θείας σου γλύκας την πλημμύρα
την πίκρα της Αλήθειας να βυθίσεις.



ΕΙΔΩΛΑ
Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι, 
από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
κι είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.

Δεν κελαηδήτε ανούσιοι κι άσκοποι ήχοι
σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
μα κι ούτε παρατάτε το συρτάρι 
να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

Γιατ’ είσαστε ψυχούλες και κορμάκια 
των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια 
πικρά μ’ εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

Είδωλα ’ναι οι χαρές, καημός η αλήθεια 
και αλήθεια είν’ η ζωή. Μα τι με μέλει! 
Θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι.


ΠΟΡΤΑ ΡΙΑΛΑ
Του Υπερανθρώπου, με τα δώρα τ’ Άρη,
η ελπίδα στην καρδιά μας φλόγα ανάβει. 
Αχ! ώσπου σάρκα ο πόθος μας να λάβει,
το ιδρύ θα γέρνει ομπρός στο μανιτάρι.

Και σένα, αντρείας σύμβολο, σκουτάρι
της Λευτεριάς, σ’ εγκρέμισαν οι σκλάβοι
κι οι αδύνατοι, σ’ εφάγαν οι εργολάβοι,
σαν τα σκουλήκια το νεκρό λιοντάρι.

Πάει το θεριό, που μ’ ασκωμένο νύχι
γης κι ουρανό φοβέριζε, και οι τοίχοι
παν, που μπαρούτι κι αίμα είχε τους βάψουν.

Να μπορούσαν να ζήσουν τούτοι οι στίχοι 
όσο εσύ θα ’χε ζήσεις, να σε κλάψουν
και κείνους που σ’ εχάλασαν να κάψουν 



ΚΕΡΚΥΡΑ
Η θάλασσα εσπαρτάρησε ως τον πάτο
κι άφρισε σαν εδέχτηκε στον κρύο 
κόρφο ακόμα ολοζώντανο το θείο 
σπόρο, απ’ τον ουρανό σταγμένο κάτω.

Τότες βγήκε απ’ το πέλαγο τ’ αφράτο,
τέρας της ομορφάδας και σημείο,
τ’ άγιο της Αφροδίτης μεγαλείο,
γλύκες ερωτικές όλο γιομάτο.

Μα το δρεπάνι, που ’χε αυτού σκορπίσει
του θεού τ’ αμελέτητα, και κείνο 
μες το γιαλό μελλότουν να καρπίσει.

Κι έτσι, Αφροδίτη των νησιών, με κρίνο
και ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, απ’ του Ουρανού το αίμα εβγήκες.


ΚΑΡΔΑΚΙ                      
Τ’ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού, στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι,
χορταριασμένα κείτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Και λέω που ακόμα απ’ την κορφή του ωραίου
βουνού στ’ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνειρο, σε βλέπω γιατί μ’ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ’ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα το ’χει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ 
Πέτα, Αγάπη, στα ουράνια και χαιρέτα
τη μάνα μου και δείχ’ της τα φτωχά μου
τούτα τραγούδια, κι έπειτα εδώ χάμου
βλογημένα απ’ αυτήν ξανάφερέ τα,

μ’ ένα χαμόγελό της χρύσωνέ τα,
και σαν πετράδια ατόφωτα, σαν άμμου
χρυσού κλωνιά, χαρές και βάσανά μου,
θα γυαλίσουν μες στ’ άτεχνα σονέτα.

Σαν αλκυόνα, Αγάπη, με φτερούγες
απλωμένες διαβαίνεις ιριδένια
κατάστρωτες με φως ανάερες ρούγες.

Στης ζωής τ’ άγριο πέλαο νεραϊδένια
χαρίζεις καλοσύνη, όθε φωλιάζεις,
και μ’ όνειρα ουρανού το ασπρογαλιάζεις.


ΛΗΘΗ 
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−

Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.



ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ
Στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει
της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας
και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας
η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει,

άσκωσες διαμαντένιο μετερίζι
και στη μέση, ομορφιάς θάμα και τέρας,
ναό της Μεγαλόχαρης Μητέρας
έστησες, που σαν ήλιος πορφυρίζει.

Ποτέ στ’ αραχνιασμένο βάραθρ’, όπου
μες τη μούχλα και μες τη φαρμακίλα
οχιές κλωσούν οι κάκητες τ’ ανθρώπου,

ποτέ δεν εκατέβηκες κι εκύλα
η φωνή σου βροντή κι έκαιε σα φλόγα
τους πονηρούς, μα τους καλούς ευλόγα.


ANGELICA FARFALLA
 Στ’ ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια
ακροπατώντας η ψύχη, σα να ’χει
μισoαπλωμένα τα φτερά, μονάχη
κινάει να βρει την άπειρη, γαλάζια

μοναξιά γιατρεμό για τα μαράζια,
που τόσο την παθιάζουν∙ και σα λάχει
ν’ αντικρίσει τ’ ωριόπλουμο σελάχι
κι όλα τ’ αστραφτερά χρυσά τσαπράζια

του Ήλιου, ορθοποδίζει ερωτεμένη
στης ασημοβολής το μονοπάτι,
που ίσια τη βγάνει στ’ άσπιλα τεμένη

της ομορφιάς κι εκεί, με την απάτη
πως θα πορεύεται αιώνια ιεροδούλα
στ’ άγιο φως καίεται σαν πεταλουδούλα.



ΑΛΚΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(του πατέρα του)

Γιατί δεν τον φαντάζεσαι που ανέβη
να ψάλει σ’ άλλη γη μ’ αγγέλου λύρα
το τραγούδι, τρισεύγενή σου κλήρα,
που τ’ άχτια κάθε ζήσης ειρηνεύει;

Σ’ όλο τ’ άπειρο μ’ άγρια βασιλεύει
Μέδουσας κεφαλή πάνοπλη Μοίρα.
Στης πίκρας την πεντάμαυρη πλημμύρα
μόνη η ομορφιά για λίγο αντιπαλεύει.

Και -ω μυστήριο- καθώς διαβαίνει απ’ άστρα
σ’ άστρα, φως ζέστα, δύναμη μαγνήτη,
μες τη μενεξεδένια ουράνια πάστρα

με μάτια της ψυχής, σ’ άλλο πλανήτη
να κατεβαίνει φεγγοστάλαχτ’ είδα
(γιατί τον κλαις;) σαν αρμονίας αχτίδα.


EXCELSIOR!
Κρύο κρούσταλλο νερό τα ηλιοφρυμένα
χείλια θα ογράνει∙ ευγενικιά ανθρωπότη
θα τους φιλέψει πλούσιο φαγοπότι∙
κορμιά απ’ την πλήθια χάρη αλαφρημένα,

αγάλματα θεών ζωντανεμένα,
θ’ αγναντέψουν στη Νίμπρο εκεί την πρώτη
της λευτεριάς αστραφτερή λαμπρότη,
τα στήθια θα χαρούν τα πονεμένα.

Και ανηφορούν οι βλάμηδες λεβέντες
στ’ ατέλειωτο φαράγγι όλο χαλίκι
μονοσκοίνι με γέλια και κουβέντες.

Μα έχουν ποδάρια και καρδιές τσελίκι∙
μα τους θεριεύει η ελπίδα του θανάτου
με τ’ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

H ερωτική κατάρα από την Πέλλα: το πρώτο κείμενο της μακεδονικής διαλέκτου που ήρθε στο φως

To 1986 βρέθηκε στην Πέλλα ένα από τα σημαντικότερα από γλωσσική άποψη κείμενα της μακεδονικής γης.[1]Πρόκειται για ένα ταπεινό κείμενο, μια ερωτική κατάρα (κατάδεσμος), αλλά αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες άμεσες μαρτυρίες για την ελληνική διάλεκτο που μιλούσε ο μακεδονικός λαός στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Χρονολογείται γύρω στα 375-350 π.Χ. και δείχνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η γλώσσα των Μακεδόνων αποτελούσε μια ξεχωριστή παραλλαγή των λεγόμενων βορειοδυτικών ελληνικών διαλέκτων, που με τη σειρά τους συγγενεύουν στενά με την δωρική. Όπως σημειώνει ο Crespo 2012, 55: «Ο ερωτικός κατάδεσμος παρέχει έναν νέο τύπο βορειοδυτικής δωρικής και δεν έχει παράλληλο στις λογοτεχνικές διαλέκτους. Οι μέχρι τώρα γνωστοί κατάδεσμοι είναι όλοι γραμμένοι στην τοπική διάλεκτο της περιοχής όπου βρέθηκαν και δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι η πινακίδα αυτή αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Εφόσον ο κατάδεσμος από την Πέλλα παρουσιάζει έναν συνδυασμό διαλεκτικών χαρακτηριστικών που διαφέρει α…

Η "Ελένη" του Σεφέρη: η κατάρρευση των ορίων και των αντιθέσεων

Η σύντομη ανάλυση που ακολουθεί είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανάγνωσης (ή μήπως παρανάγνωσης;) ενός ποιήματος του Σεφέρη που θαυμάζω απεριόριστα. Στην πραγματικότητα το θεωρώ το ωραιότερο μεμονωμένο ποίημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επομένως η ερμηνεία μου είναι aprioriβαθιά υποκειμενική. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στη σύνδεση του κειμένου με στοιχεία από την ζωή του ποιητή ή στη σύνδεση με στοιχεία από τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, όπως ο κυπριακός αγώνας. Αυτά υπάρχουν και έχουν κατά κόρον επισημανθεί. Θα δώσω έμφαση σε θέματα που με ενδιαφέρουν από μια προσωπική οπτική γωνία, κυρίως στην κατάρρευση διαφόρων αντιθέσεων και ορίων μέσα στο πλαίσιο του ποιήματος.   Ο Σεφέρης στην Ελένη του, ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναμετράται με τον μύθο της Ωραίας Ελένης και του Τρωικού Πολέμου γενικότερα, δίνοντάς μας μια αριστουργηματική σύνθεση. Η συνομιλία με το μύθο δεν είναι επιφανειακή, δεν γίνεται για χάρη του μύθου. Το ποίημα δεν είνα…

LUCERNAE FICTILES, VOL. 2, 1743

Ο ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου: μια διαφορετική γλωσσική ανάλυση

O ἀσφοδελὸς λειμών του Ομήρου, όπου κατοικούν τα πνεύματα των νεκρών (Οδύσσεια ω 14), γίνεται συνήθως αντιληπτός ως ένας ευχάριστος, ακόμη και επιθυμητός τόπος. Αυτή ήταν η εντύπωση μεταξύ πολλών από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και ομηρικούς σχολιαστές, οι οποίοι θεώρησαν ότι το επίθετο ἀσφοδελός σημαίνει «ανθισμένος», «ευωδιαστός», «γόνιμος» και «καταπράσινος» και φαντάστηκαν τον λειμώνα ως ένα είδος «παραδείσου». 
Ωστόσο δεν είναι αυτή η εικόνα που προκύπτει από τις ραψωδίες λ και ω της Οδύσσειας, όπου έχουμε την πρώτη εκτεταμένη περιγραφή του Άδη και τις πρωιμότερες αναφορές σε ένα «ασφοδελό λιβάδι». Τα τρία χωρία, στα οποία ο Άδης χαρακτηρίζεται μ’ αυτό τον τρόπο (λ 539, 573, ω 13), απεικονίζουν ένα σκοτεινό, ζοφερό και άχαρος μέρος. 
Αυτά δεν είναι τα Ηλύσια Πεδία, όπου η ζωή είναι εύκολη και φυσάει πάντα ένας δροσιστικός δυτικός άνεμος (δ 561 - 569). Ούτε είναι τα Νησιά των Μακάρων, όπου το έδαφος φέρει τους γλυκούς καρπούς του για τους διακεκριμένους και ανέμελους ήρωες (Ησίοδο…

O θεσμός της προξενίας στην Αρχαία Ελλάδα

Ο θεσμός της προξενίας, με τον οποίο μια πόλη συνάπτει ένα είδος σχέσης με κάποιο άτομο σε άλλη πόλη στη βάση του αντίστοιχου προτύπου της ξενίας στην ιδιωτική σφαίρα ζωής, φαίνεται ότι θεσμοποιήθηκε στις ελληνικές πόλεις ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.ως κρατική πολιτική εκδοχή της παραδοσιακής ξενίας, αφού στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν τακτικές διπλωματικές υπηρεσίες, ούτε μόνιμες πρεσβείες στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μετάβαση από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα που παρατηρούμε στη σχέση μεταξύ ξενίας και προξενίας μπορούμε να την παρατηρήσουμε και στην περίπτωση των adhoc πρέσβεων, κηρύκων και αγγελιαφόρων, οι οποίοι δεν αποτελούν πια ιδιωτικά πρόσωπα, αλλά ορίζονται από τη συνέλευση (Βουλή ή Εκκλησία), συνήθως με εκλογή, και εκπροσωπούν την πόλη. Γενικά ο πρόξενος προσέφερε σε επίσημο επίπεδο τις υπηρεσίες που ένας ιδιώτης θα περίμενε από έναν ξένο.Ο πρόξενος αναλάμβανε να μιλήσει για λογαριασμό των ξένων στη συνέλευση του λαού ή στη Βουλή και ήταν επίσης υποχρεωμένος…

Η καταγωγή των Ετρούσκων

Οι Ετρούσκοι υπήρξαν λαός της Ιταλίας, φορείς ενός εξαιρετικού πολιτισμού, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ρώμη στην αρχαϊκή της φάση. Στην αρχή ήταν πολιτικοί επικυρίαρχοι της Ρώμης, αργότερα υπέκυψαν στη ρωμαϊκή δύναμη και αφομοιώθηκαν πολιτιστικά, γλωσσικά και εθνολογικά από αυτήν. Μεγάλες ετρουσκικές αριστοκρατικές οικογένειες ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ανάμεσά τους λ.χ. και η οικογένεια του Κικέρωνα, του σπουδαίου ρήτορα και πολιτικού της Respublica.          Με τη σειρά τους οι Ετρούσκοι δέχτηκαν σε πρώιμη εποχή έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού, μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας: υιοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο, το ελληνικό πάνθεον και την ελληνική τέχνη, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες τους. Πολλές φορές μάλιστα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους όχι άμεσα, αλλά μέσω των Ετρούσκων.                    Ένα χρόνιο πρόβλημα που απασχόλησε και απασχολεί τους ιστορικούς ήταν η καταγωγή του λαού αυτ…

Giovanni Battista Passeri, Picturae Etruscorum in vasculis, vol. 2, Roma 1770

A. L. Millin, Pierres gravées inédites, 1817

Η σημασία και η ετυμολογία των ονομάτων Πάτροκλος, Σωκράτης και ορισμένων άλλων

[Επειδή κυκλοφορεί πολύ μια ανάρτηση με ερμηνείες και ετυμολογίες αρχαίων ονομάτων που έχει κατά τη γνώμη μου ανακρίβειες, είπα να δώσω τη δική μου εκδοχή για μερικά από αυτά, στηριγμένος κυρίως στον Chantraine, αλλά και άλλες έγκυρες πηγές]
Διομήδης: το πρώτο συνθετικό από το Ζεύς / Διός και το δεύτερο από το μήδεα = η σκέψη (< μήδομαι =σκέφτομαι, σχεδιάζω). Συνεπώς Διομήδης = η σκέψη, το σχέδιο του Δία.
Λαέρτης: λαός και ἐρέθω =ερεθίζω, διεγείρω, ξεσηκώνω. Πβ. με αντιστροφή στη σειρά των συνθετικών το μυκηναϊκό Ἐρτίλαος.
Λέανδρος: «ο άνδρας του στρατού», δηλαδή ο στρατιώτης. Εδώ λαός = στρατός.
Ορέστης: από το ὄρος και την κατάληξη -της. Δεν είναι σύνθετη λέξη, αλλά παράγωγη. Η λέξη είχε δύο θέματα: ὄροσ- και ὄρεσ-. Το πρώτο θέμα χωρίς κατάληξη έδωσε την ονομαστική ὄρος, το δεύτερο θέμα υπέστη φωνητικές αλλοιώσεις στις πλάγιες πτώσεις: π.χ. γενική ενικού ὄρεσ-ος> ὄρεhος> ὄρεος> (τοῦ) ὄρους Ο Όμηρος διατηρεί λείψανο τοπικής/οργανικής ὄρεσ-φι (=στα βουνά). Πραγματικό σύνθετο εί…