Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Οι χρησμοί της Κασσάνδρας


Στο παπυρικό απόσπασμα που ακολουθεί μιλά η Κασσάνδρα, η περίφημη προφήτισσα από την Τροία την οποία δεν πίστευε κανείς, αν και οι χρησμοί της έβγαιναν πάντα αληθινοί. Το ποίημα, δυνατό στην εκτέλεση, αντικρίζει τις συνέπειες του Τρωικού Πολέμου από τη σκοπιά των ηττημένων. Στην αρχή η Κασσάνδρα αναφέρεται στην τύχη της συζύγου του Πριάμου και μητέρας της Εκάβης, η οποία μετά την πτώση της Τροίας πιάστηκε αιχμάλωτη από τους Έλληνες. Από αφέντρα έγινε δούλα και θρηνεί στην ακτή μαζί με τα επίσης αιχμάλωτα παιδιά της, όσα της απέμειναν ζωντανά. Στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας, αυτής της μητέρας γίνονται απτά τα δεινά του πολέμου: μάταια γέννησε πολλά παιδιά, πολλά από αυτά τα είδε να σκοτώνονται μάταια στον πόλεμο και να γίνονται δώρο στη Μοίρα του Θανάτου. Η Κασσάνδρα στη συνέχεια αναφέρεται στη δική της "τύχη" και στις μαντικές ικανότητες που της χάρισε ο Απόλλων. Πρόκειται για ένα σκληρό δώρο, ένα δεινό, αφού η ίδια έχει μετατραπεί σε ένα μουσικό όργανο δίχως χορδές που το κρούει ο θεός καταπώς θέλει. Στο τέλος του αποσπάσματος κακίζει τη γενιά της: οι Τρώες της εποχής της αποδείχτηκαν κατώτεροι από τη φήμη των προγόνων τους.

            (Οι 6 πρώτοι στίχοι είναι πολύ κατεστραμμένοι)
            (Η Εκάβη, η μάνα μου), μπήκε κάτω από την ίδια
            της ανάγκης τη ζεύγλα, δουλικό τραγούδι
            με την οικτρή ιαχή των παρθένων παιδιών της
            γογγύζοντας ρίχτηκε στην ακτή
            που μαζί της θρηνούσε.
            Κι αυτή που αφέντρα ήτανε πριν, των σκήπτρων αρχόντισσα,
            σκλάβα έγινε τώρα στων Δαναών τα λάβαρα.
            Γιατί ήρθε της γενιάς της το παλιό
            πεπρωμένο κι ατιμάζει δίνοντας πόνο
            στη μορφή της γυναίκας που γέννησε τόσα παιδιά.
            Ποιος έσπειρε το χωράφι σου ή για ποιον
            το δεσμό κάτω απ' τη ζώνη σου έλυσε
            η σεβαστή Ειλείθυια [1] και η νεαρή Άτροπος; [2]
            Καιρός ν' ανοίξω το λόγο που κρύβεται
            μέσα στα σκοτεινά βιβλία, ανάγκη
            να τον ψάλω στο φως. Εγώ που
            για τους θνητούς είδηση βέβαιη
            με ρίζωσε μόνη ο άνακτας (Φοίβος) απ' τη δική σου
            την καρποφόρα τη φύτρα. Φοβερό
βρήκε (ο Απόλλων) τραγούδι μπροστά από τις ιερές πύλες
για κείνη που πονούσε απ' τον χτύπο, την κλαγγή των χάλκινων όπλων, [3]
στυγνό άσμα άχορδης αρμονίας, [4]
μια μυστική φωνή -αυτός που στη λύρα
συνετούς τραγουδώντας ύμνους έψαλλε.
Και απ’ το γένος του Πρίαμου μέτριο βλάστησε
κόσμημα: [5]  σ' αυτούς μόνο το όνομα
υπήρχε της αρετής, στα έργα όμως
λειψοί αποδείχτηκαν. Εκείνους μας τους θυμίζει
ο λόγος για τη δική σου την ιστορία,
τώρα τρανότερα [               


.......] ἦλθ[ε]ν ὑπ΄ αὐτὴν
ζεῦγλαν ἀνά[γκης͵ πρ]όσπολον οἰκτρᾶς
μετὰ παρθενικ[ῶν παίδων ἰ]αχῆς
μέλος οἰμώξασα͵ ἵετ΄ ἐ[π΄] ἀκτὰς
[συμμ]υρομένας
δεσπότις πρ[]ν σκήπ[τρων ἀρχ]ὸς
δούλη Δαναῶν ἐπὶ σημ[αί]ας͵
[δὴ] γὰ[ρ γεν]εᾶς πα[λ]αιὸς ἰὼν
θεσμὸς [λέ]γχει
τό[σον ]δίνων σχῆμα λοχευθέν.
Τίς δ΄ ἤροσ΄ [ἐμὴν φύσ]ιν͵ τίν[ι δὴ]
τὸν []πὸ ζώνης δεσμ[ὸν] ἔλυσεν
πότ[νι΄ Εἰλ]ήθυια͵ Ἄτροπ[ο]ς νεα[ρά;]
[Και]ρὸς ἀνοίγειν [τὸν ]πὸ σκοτίαις
β[]βλοισι λόγον κρυπ[τόν]͵ ἀνάγκη
πρὸς [φ]ῶς μ΄ [ᾆσαι] παρ΄ ἔμοιγε [ἥνπ]ερ
πύστιν θνητοῖσ[ι βε]βαίαν
ῥίζ[ωσ]εν ἄναξ σῆς ἀπ[ φύτλης]
[εὐώ]δινος [μούνῃ· λυγρ]ὰν
εὗρεν ἀοιδὴ[ν πρὸ πυ]λῶν [ἱερῶν]
[κτ]ύπον ἀλγούσῃ χαλ[κῆς] κανα[χῆς]͵
[στυγνὸν ἀ]χόρδου μέλος ἁ[ρμονίας͵]
μυστί[δα δ΄ ὀμφὴν ὁ] λύρᾳ συνετὴν
[μοῦσαν] ἀείσας θεσμ[ῳδησεν].
Κείνων δὲ γ[έν]ο[υς] μέσον ἔβλασ[τεν]
[π]ρόσχημα͵ πα[ρ΄] οἷς τῶν εἰς ἀρετ[ὴν]
[μοῦνον] ἀνῆκ[εν] τοὔνομ΄͵ ἑκάστου δ΄
ἔργου [΄λε]ί[ποντο. Ο]ὓς δ΄ ἀπ΄ ἐκείνων
λόγος [ἱσ]τορίας [σῆς] ὑποβάλλει͵
νῦν τρανο[τέρως].... 






[1] Θεά του τοκετού.
[2] Μια από τις Μοίρες. Όλη η περίοδος θέλει να δηλώσει το μάταιο του γεγονότος ότι η Εκάβη έκανε τόσα παιδιά, αφού χάθηκαν τόσα πολλά από αυτά.
[3] Το νόημα: ο Απόλλωνας έδωσε στην Κασσάνδρα τη μαντική ικανότητα, για να μη φοβάται τον ήχο των όπλων του πολέμου.
[4] Η μαντική παραφορά του προφήτη περιγράφεται ως φοβερό τραγούδι που ψάλλεται σε μουσικό όργανο δίχως χορδές, δηλαδή σε μια άυλη αρμονία.
[5] Υπαινίσσεται τη γενιά των συγχρόνων του Πάρη, η οποία χαρακτηρίζεται μέτρια, όχι πραγματικά καλή σε σχέση με τους ηρωικούς Τρώες του απώτερου παρελθόντος.