Γιατί οι γερανοί πολεμούν με τους Πυγμαίους


[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 16:]

Την ιστορία αφηγείται ο Βοίος στο δεύτερο βιβλίο της Ορνιθογονίας.
Στους ανθρώπους εκείνους που ονομάζονται Πυγμαίοι γεννήθηκε ένα κορίτσι με το όνομα Οινόη, άμεμπτη στην όψη της, αχάριστη όμως ως προς το  ήθος της και αλαζονική. Δεν έδειχνε καμία φροντίδα για την Άρτεμη και την Ήρα. Παντρεύτηκε κάποιον Νικοδάμαντα, έναν  συνετό και κόσμιο πολίτη, και γέννησε ένα αγόρι, τον Μόψο.  Όλοι οι Πυγμαίοι τής έφεραν με φιλική διάθεση πάρα πολλά δώρα για τη γέννηση του παιδιού της. Η Ήρα, όμως, κατηγορώντας την Οινόη ότι δεν την τιμούσε, την μεταμόρφωσε σε γερανό και της τράβηξε τον αυχένα ώστε να γίνει μακρύς, δημιουργώντας ένα πουλί που πετά ψηλά. Η Ήρα επίσης την έκανε να πολεμά με τους Πυγμαίους. Η Οινόη,  λοιπόν, εξαιτίας του πόθου για το παιδί της, τον Μόψο, πετούσε γύρω γύρω από το σπίτι της και δεν το εγκατέλειπε. Οι Πυγμαίοι, πάλι, πήραν όλοι τα όπλα τους και την καταδίωκαν. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ακόμη και σήμερα υπάρχει πόλεμος ανάμεσα στους Πυγμαίους και τους γερανούς.

Ιστορεῖ Βοῖος Ὀρνιθογονίας β΄.
Παρὰ τοῖς λεγομένοις ἀνδράσι Πυγμαίοις ἐγένετο παῖς ὄνομα Οἰνόη τὸ εἶδος οὐ μεμπτή͵ ἄχαρις δὲ τὸ ἦθος καὶ ὑπερήφανος. ταύτῃ φροντὶς οὐδεμία ἐγίνετο τῆς Ἀρτέμιδος οὐδὲ ῞Ηρας. γαμηθεῖσα δὲ Νικοδάμαντι, τῶν πολιτῶν ἑνὶ μετρίῳ καὶ ἐπιεικεῖ, ἔτεκε παῖδα Μόψον. καὶ αὐτῇ Πυγμαῖοι πάντες κατὰ φιλοφροσύνην πλεῖστα δῶρα πρὸς τὴν γένεσιν τοῦ παιδὸς ἀπήνεγκαν. ῞Ηρα δὲ μεμφθεῖσα τὴν Οἰνόην͵ ὅτι αὐτὴν οὐκ ἐτίμα͵ γέρανον αὐτὴν ἐποίησε καὶ τὸν αὐχένα μακρὸν εἵλκυσε καὶ ἀπέδειξεν ὑψιπετῆ ὄρνιθα καὶ πόλεμον ἐνέβαλεν αὐτῇ τε καὶ τοῖς Πυγμαίοις. Οἰνόη δὲ διὰ τὸν πόθον τοῦ παιδὸς Μόψου περιεπέτετο τὰ οἰκία καὶ οὐκ ἐξελίμπανε͵ Πυγμαῖοι δὲ καθοπλισάμενοι πάντες ἐδίωκον αὐτήν. καὶ ἐκ τούτου ἔτι καὶ νῦν Πυγμαίοις καὶ γεράνοις πόλεμος ἐνέστηκε.

Πώς δημιουργήθηκε το γεράκι


[ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ ΛΙΒΕΡΑΛΗΣ, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ 3:]
Ἱέραξ ἐγένετο ἐν τῇ Μαριανδυνῶν γῇ δίκαιος ἀνὴρ καὶ ἐπιφανής. οὗτος ἱερὰ Δήμητρος ἱδρύσατο καὶ πλείστους αὐτῆς καρποὺς ἔλαβεν. ἐπεὶ δὲ Τεῦκροι κατὰ χρόνον τὸν ἱκνούμενον οὐκ ἀπεδίδοσαν ἱερὰ Ποσειδῶνι͵ ἀλλὰ ὑπ΄ ὀλιγωρίας ἐξέλειπον͵ χαλεπήνας Ποσειδῶν τοὺς μὲν ἐκείνης καρποὺς ἔφθειρε͵ κῆτος δ΄ ἐξαίσιον ἐκ τῆς θαλάσσης ἐφώρμησεν αὐτοῖς. οὐ δυνάμενοι δὲ πρὸς τὸ κῆτος καὶ τὸν λιμὸν ἀντέχειν ἀπέστελλον οἱ Τεῦκροι πρὸς τὸν Ἱέρακα καὶ ἐδέοντο πρὸς τὸν λιμὸν ἐπαμῦναι κἀκεῖνος ἔπεμπε καὶ πυρὸν καὶ ἄλλην τροφήν. Ποσειδῶν δὲ μηνίσας͵ ἐπεὶ κατέλυεν αὐτοῦ τὰς τιμάς͵ ἐποίησεν ὄρνιθα͵ ὃς ὀνομάζεται ἔτι νῦν ἱέραξ͵ καὶ τὸ ἦθος ἤλλαξεν ἀφανίσας· μέγιστα γὰρ ὑπ΄ ἀνθρώπων φιληθέντα πλεῖστον αὐτὸν ἐποίησεν ὑπὸ τῶν ὀρνέων μισηθῆναι καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους ἀποθανεῖν κωλύσαντα πλείστους ἐποίησεν [αὐτὸν] ὀρνίθων ἀποκτεῖναι.

"Στη χώρα των Μαριανδυνών ζούσε ο Ιεράξ, ένας άνθρωπος δίκαιος και επιφανής. Αυτός ίδρυσε ιερά στη Δήμητρα και έλαβε άφθονους τους καρπούς της. Αλλά όταν οι Τεύκροι παρέλειψαν από αμέλεια να κάνουν θυσίες στον Ποσειδώνα στην κατάλληλη εποχή, ο θεός θύμωσε και κατέστρεψε τους καρπούς της θεάς. Και έστειλε εναντίον τους ένα τεράστιο κήτος από τη θάλασσα. Μην μπορώντας να αντέξουν το κήτος και την πείνα, οι Τεύκροι έστειλαν μήνυμα στον Ιέρακα, παρακαλώντας τον να τους σώσει από την πείνα. Εκείνος τους έστειλε σιτάρι και άλλα τρόφιμα. Ο Ποσειδώνας, εξαγριωμένος με τον Ιέρακα για την κατάλυση των προνομίων του, τον μετέτρεψε σε ένα πουλί που μέχρι σήμερα ονομάζεται Ιέραξ. Κάνοντάς τον να εξαφανιστεί, άλλαξε και τον χαρακτήρα του. Αυτόν που είχε αγαπηθεί πάρα πολύ από τους ανθρώπους τον έκανε τον πιο μισητό στα πουλιά. Αυτόν που είχε σώσει πολλούς ανθρώπους από το θάνατο τον μετέτρεψε σε σφαγέα πολλών πουλιών".

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η ιστορία αυτή φαίνεται να σώζεται αποκλειστικά από τον Αντώνη Λιβεράλη. Ο ήρωας είναι ένας προφανώς δίκαιος άνθρωπος που έχει καλή σχέση με μια συγκεκριμένη θεότητα, τη Δήμητρα. Αναπόφευκτα η καταστροφή έρχεται από έναν άλλο θεό που αισθάνεται προσβεβλημένος. Ο Ιέραξ, ο οποίος είχε αγαπηθεί από τους ανθρώπους, μάλλον άδικα μεταμορφώνεται σε ένα πουλί που είναι μισητό από τα άλλα πτηνά.
Οι Μαριανδυνοί ήταν λαός της Βιθυνίας στη βόρεια Μικρά Ασία, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Λεγόταν ότι ήταν θρακικής προέλευσης, ότι προέρχονταν από την ευρωπαϊκή πλευρά, ενώ μερικές φορές ονομάζονταν Καύκωνες. Η κύρια πόλη τους ήταν η Ηράκλεια, μια ελληνική αποικία. Στην ελληνική κωμωδία οι δούλοι από το λαό των Μαριανδυνών παρουσιάζονται ως όχι ιδιαίτερα έξυπνοι.
Η τρωική βασιλική οικογένεια καταγόταν από τον Τεύκρο και οι Τρώες συχνά αναφέρονται ως Τεύκροι. Γεωγραφικά οι Τρώες ήταν σε κάποια απόσταση από τους Μαριανδυνούς.

Οι τέσσερις θυγατέρες του Κάδμου: Σεμέλη, Ινώ, Αγαύη, Αυτονόη


Σεμέλη
O Κάδμος και η Αρμονία είχαν αποκτήσει τέσσερις θυγατέρες, τη Σεμέλη, την Ινώ, την Αγαύη και την Αυτονόη, κι ένα μοναχογιό, τον Πολύδωρο. Τη Σεμέλη την πόθησε ο Δίας και κατάφερε να σμίξει μαζί της κρυφά από την Ήρα. Η Ήρα όμως που ζήλευε, την εκδικήθηκε, αφού την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να φανε­ρωθεί μπροστά της όπως αυτός παρουσιαζόταν μπροστά στην Ήρα. Έτσι, όταν ο Δίας, μη μπο­ρώντας να αθετήσει σχετική υπόσχεσή του στη Σεμέλη, εμφανίστηκε πάνω στο άρμα του με αστραπές, βροντές και κεραυνούς, η άτυχη κοπέλα έχασε τη ζωή της μέσα στις φλόγες. Μόλις που πρόφτασε τότε ο Δίας ν' αρπάξει μέσα από το καμένο σώμα της το πρόωρα γεννημένο παιδί τους, να το ράψει πάνω στον δικό του το μηρό και να το κρατήσει ως την ώρα της κανονι­κής γέννησής του. Έτσι η Σεμέλη έγινε μάνα ενός μεγάλου θεού, του Διόνυσου, που με το κρασί του έφερε στους ανθρώπους τη χαρά και την ξεκούραση από τον αγώνα της ζωής. Όμως οι αδελφές της Σεμέλης, που τη φθονούσαν, διέ­δωσαν πως ο Διόνυσος δεν ήταν παιδί του Δια, αλλά καρπός από κρυφή σχέση της Σεμέλης με κάποιο θνητό, πως η Σεμέλη για να σκεπάσει την παρεκτροπή της, είχε επινοήσει την ιστορία για τον έρωτα του Δία και πως γι' αυτό ο θεός την τιμώρησε με τον κεραυνό του. Τότε ο Διόνυσος έκανε τις αδελφές της μάνας του να τρελαθούν ν αφήσουν το σπιτικό τους, να πάρουν τα βουνό και έτσι να εγκαινιάσουν την οργιαστική λατρεία του στον ελεύθερο φυσικό χώρο, ενώ τη μάνα του την ξανάφερε στη ζωή, τη μετονόμασε από Σεμέλη σε Θυώνη ή Διώνη και την πήρε κοντά του πάνω στον Όλυμπο. Έτσι η Σεμέλη αξιώθηκε να τη λατρεύουν οι άνθρωποι μαζί με το γιο της.

Ινώ
Από τις αδελφές της Σεμέλης η Ινώ πήρε άντρα ένα γιο του Αιόλου, το βασιλιά του Ορχομενού Αθάμαντα, που ήταν ήδη πατέρας του Φρίξου και της Έλλης από τον πρώτο του γάμο με τη Νεφέλη. Με τον Αθάμαντα η Ινώ απέκτησε και δυο δικά της παιδιά, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη. Ακόμα, όπως έλεγαν, είχε αναλάβει με αληθινή στοργή και την ανατροφή του μικρού Διο­νύσου, που είχε αφήσει η πρόωρα χαμένη αδελφή της. Όμως η Ήρα, θέλοντας να εκδικηθεί και τον Δία για την απιστία του και τον Αθάμαντα για την εγκατάλειψη της πρώτης του γυναίκας και την Ινώ, που είχε αναθρέψει το εξώγαμο του Δία - ενώ είχε φερθεί σαν κακή μητριά στον Φρίξο και στην Έλλη -, έβαλε μανία στο μυαλό του Αθά­μαντα και της Ινώς. Έτσι ο Αθάμας, πάνω σε μια κρίση της αρρώστιας του, σκότωοε τον ένα του γιο, τον Λέαρχο, παίρνοντάς τον για ελάφι, ενώ η Ινώ, κατατρομαγμένη, άρπαξε στην αγκαλιά της τον άλλο της γιο, τον Μελικέρτη, και μαζί του πήγε και γκρεμίστηκε από τα βράχια της Μεγαρίδας στη θάλασσα. Με την πτώση τους η Ινώ και ο Μελικέρτης μεταμορφώθηκαν σε καλόγνωμα πνεύματα του πελάγους, σωτήρια για όσους κιν­δυνεύουν στα θαλασσινά ταξίδια. Γι' αυτό οι άνθρωποι λάτρεψαν αυτό τα πνεύματα, αφού άλλαξαν τα ονόματά τους από Ινώ σε Λευκοθέα και από Μελικέρτη σε Παλαίμονα.

Ζωή-θάνατος-ζωή: στα ίχνη των Ορφικών της Ολβίας


Τα οστέινα πλακίδια από την Ολβία του Πόντου

Πρόκειται για μια σειρά από οστέινα ορθογώνια πλακίδια του 5ου αιώνα π.Χ., στιλβωμένα, με στρογγυλεμένες άκρες, με διαστάσεις 5x4 εκ. και πάχος 0,5 εκ.  Τρία από αυτά έφεραν σύντομες επιγραφές. Τα πλακίδια μαρτυρούν την ύπαρξη Διονυσιακής-Ορφικής κοινότητας και λατρείας στην πόλη της Ολβίας ήδη από την κλασική εποχή, επιβεβαιώνοντας έτσι τις σχετικές πληροφορίες του Ηροδότου (4.79) που αμφισβητούνταν από τους ιστορικούς. Περιέχουν σύντομες φράσεις που μπορεί να λειτουργούσαν ως μυστικά αναγνωριστικά συνθηματικά μεταξύ των μυστών σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και μετά θάνατον (σύμβολα). Εναλλακτικά μπορεί να αποτελούσαν ένα είδος σύντομης σύνοψης των βασικών δογμάτων της ορφικής ομάδας (breviarium) ή κάποιου ευρύτερου λειτουργικού κειμένου (ιερός λόγος). Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι μπορεί να λειτουργούσαν και ως μαγικά αντικείμενα ή ως μέρος μιας ορφικής τελετουργίας (τα χάραζαν επί τόπου -ίσως κάποιος ιερέας ή ορφεοτελεστής- και τα άφηναν εκεί μετά το τέλος της τελετής).



α. Ζωή, θάνατος, ζωή,
αλήθεια,
Διό(νυσος) Ορφικός.

Το σχήμα ζωή, θάνατος, ζωή, αλήθεια μπορεί να ερμηνευθεί με δύο βασικούς τρόπους: α) υπονοεί τον κύκλο των διαδοχικών ενσαρκώσεων, που είναι και η βαθύτερη αλήθεια που γνωρίζει ο μυημένος. β) Η επίγεια ζωή, ακολουθείται από τον θάνατο, ο οποίος οδηγεί σε μια καινούργια αιώνια ζωή στον παράδεισο της Περσεφόνης. Αυτή η αιώνια ζωή που περιμένει τον μυημένο είναι και η μόνη αληθινή ζωή. Πβ. την φράση από

Ο χρυσός σκύλος του Δία


[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 36]

Όταν η Ρέα, φοβούμενη τον Κρόνο, έκρυψε στη σπηλιά της Κρήτης τον Δία,[i] τότε τον ανέθρεψε μια κατσίκα,[ii] προσφέροντάς του το μαστάρι της. Την κατσίκα με εντολή της Ρέας την φύλαγε ένας χρυσός σκύλος.[iii] Όταν ο Δίας εξοστράκισε τους Τιτάνες και αφαίρεσε την εξουσία από τον Κρόνο, έκανε την κατσίκα αθάνατη. Μέχρι και σήμερα η εικόνα της βρίσκεται ανάμεσα στα άστρα.[iv] Τον χρυσό σκύλο, πάλι, τον έβαλε να φυλά το ιερό του στην Κρήτη.[v] Αυτόν τον σκύλο ο Πανδάρεος, γιος του Μέροπος,[vi] τον έκλεψε και τον πήγε στο βουνό Σίπυλο.[vii] Εκεί τον παρέδωσε στον Τάνταλο, γιο του Δία και της Πλουτούς,[viii] για να τον προσέχει. Όταν μετά από καιρό ο Πανδάρεος επέστρεψε στο Σίπυλο και ζήτησε πίσω τον σκύλο, ο Τάνταλος ορκίστηκε ότι ποτέ δεν τον πήρε.[ix] Τον Πανδάρεο ο Δίας ως τιμωρία για την κλοπή τον έκανε πέτρα στο σημείο που στεκόταν.[x] Τον Τάνταλο, πάλι, για την ψευδορκία του τον χτύπησε με κεραυνό και τοποθέτησε πάνω στο κεφάλι του το Σίπυλο.[xi]




[i] Εδώ δεν λέγεται για ποιο σπήλαιο πρόκειται. Στην παράδοση του Δία της Κρήτης αναφέρεται άλλοτε το Δικταίο άντρο, άλλοτε το Ιδαίο άντρο και άλλοτε η Λύκτος.

[ii] Το μοτίβο του ζώου που αναθρέφει έναν μελλοντικό θεό ή ήρωα είναι σύνηθες. Ας θυμηθούμε τον Ρώμο και τον Ρωμύλο, ιδρυτές της Ρώμης, που τους ανάθρεψε μια λύκαινα. Σε άλλες παραλλαγές ένα σμήνος από μέλισσες είναι αυτό που εξασφαλίζει την τροφή του νεογέννητου Δία. Η κατσίκα που θρέφει το Δία ταυτίζεται αλλού με τη νύμφη Αμάλθεια. Από το κέρας της Αμάλθειας, σύμβολο της αφθονίας, ρέει αμβροσία και νέκταρ.

[iii] Η προσθήκη ενός σκύλου που φυλά την κατσίκα είναι ασυνήθιστη λεπτομέρεια. Η Κρήτη φημιζόταν για τα «ρομποτικά» πλάσματά της, όπως λ.χ. ο Τάλως, ο μηχανικός γίγας που φύλαγε το νησί, δημιούργημα του Ήφαιστου ή του Δαίδαλου. Ο Τάλως αρχικά προοριζόταν για να φυλά την Ευρώπη, ένα καθήκον που είχε επίσης ο μαγικός σκύλος που δώρισε ο Δίας στην Ευρώπη, αφού την αποπλάνησε. Ο σκύλος αυτός, από τον οποίο δεν ξέφευγε κανένα θήραμα, ήταν επίσης δημιούργημα του Ήφαιστου και τελικά κατέληξε στον Μίνωα, γιο της Ευρώπης. Αργότερα ο Μίνωας τον δώρισε στην Πρόκρη (η Πρόκρις, της Πρόκριδος) και η Πρόκρη στον Κέφαλο. Ο σκύλος τελικά μεταμορφώθηκε από το Δία σε λίθο.  Οι δύο σκύλοι, αυτός της ιστορίας μας και αυτός του Μίνωα, πιθανώς ανήκουν στην ίδια παράδοση και οι ιστορίες τους εν μέρει επικαλύπτονται. Ο χρυσός σκύλος της ιστορίας μας δεν είναι μόνο φύλακας της κατσίκας: ο χρυσός θεωρείται ότι έχει αποτροπαϊκές ιδιότητες και είναι ταυτόχρονα σύμβολο του μεγαλείου της βασιλείας και της μαγικής δύναμης.

[iv] Εννοείται ο αστερισμός της Αιγός. Πβ. Άρατος, Φαινόμενα 163.

[v] Πιθανώς εννοείται το σπήλαιο γέννησης του Δία.

[vi] Ένας Πανδάρεως (με ωμέγα) αναφέρεται στον Όμηρο, όπου έχει δύο κόρες, μία από τις οποίες ονομάζεται Μερόπη. Ο Παυσανίας (10.30.1) αναφέρει μια ζωγραφιά του Πολύγνωτου στις Φωκίδα, όπου εικονιζόταν ο Πανδάρεως με τις κόρες του πλάι στον Φώκο. Ο Παυσανίας προσθέτει ότι καταγόταν από την Κρήτη και ότι συμμετείχε στην κλοπή και την ψευδορκία του Τάνταλου, αλλά η φρασεολογία του είναι κάπως σκοτεινή για μας σήμερα. 

[vii] Στο βουνό αυτό της Φρυγίας λατρευόταν η Ρέα και ένα από τα επίθετά της ήταν Σιπυληνή.

[viii] Ο Τάνταλος, ευνοούμενος αρχικά των θεών, αργότερα τιμωρήθηκε με αιώνια τιμωρία στον Άδη για τις απατεωνίες και τα αποτρόπαια έργα του. Ως ένα είδος προμηθεϊκής φιγούρας έκλεψε την αθάνατη τροφή των θεών. Οι απόγονοί του Πέλοπας, Ατρέας, Αγαμέμνων έφεραν όλοι τους τη μοίρα της οικογενειακής κατάρας. Ένα χρυσό κριάρι δόθηκε στον Ατρέα από τον Ερμή ως σύμβολο της βασιλείας του στο Άργος. Αργότερα όμως το έκλεψε ο αδερφός του Θυέστης. Η μητέρα του Τάνταλου Πλουτώ ήταν κόρη του Κρόνου. 
  
[ix] Σε σχόλιο στον Πίνδαρο (Ολ. 1.91) ο Τάνταλος ψευδορκεί ενώπιον του Ερμή, ο οποίος στάλθηκε από τον Δία, για να πάρει τον χρυσό σκύλο που έκλεψε ο Πανδάρεος.

[x] Στο μύθο της Νιόβης αυτή μεταμορφώνεται στο βουνό Σίπυλο από τη θλίψη της.

[xi] Στον Πίνδαρο (Ολ. 1.49 κ.εξ.) η τιμωρία του Τάνταλου είναι να κρέμεται αιώνια ένας βράχος πάνω από το κεφάλι του.

Η οργή της Πασιφάης (από τους Κρήτες του Ευριπίδη)


[Σε φύλλο από περγαμηνή (P. Berol. 13217) του 2ου-3ου αιώνα μ.Χ. Η υπόθεση του έργου φαίνεται να ήταν η εξής: Ο Μίνωας, προκειμένου να αποδείξει ότι είναι ο νόμιμος βασιλιάς της Κρήτης με την ευλογία των θεών, καυχιέται ότι οι θεοί θα εκπληρώσουν ό,τι τους ζητήσει. Ζητά, λοιπόν, από τον Ποσειδώνα να στείλει έναν ταύρο από τη θάλασσα, με την υπόσχεση να τον θυσιάσει κατόπιν στο θεό. Ο Ποσειδώνας πράγματι στέλνει τον ταύρο, αλλά ο Μίνωας, εντυπωσιασμένος από το ζώο, δεν το θυσιάζει. Τότε η Πασιφάη, σύζυγος του Μίνωα, κυριεύεται από θεόσταλτο ερωτικό πάθος για τον ταύρο που αναδύθηκε από τη θάλασσα. Η Πασιφάη (που έχει τη βοήθεια μιας τροφού) πείθει τον Δαίδαλο να της φτιάξει ένα ξύλινο κούφιο ομοίωμα αγελάδας με τη δορά του ζώου από πάνω, μέσα στο οποίο κρύβεται και εκπληρώνει το ερωτικό της πάθος. Από την ένωση γεννιέται ο Μινώταυρος. Όταν ο Μίνωας μαθαίνει τα συμβάντα, κλείνει τον Μινώταυρο στο λαβύρινθο και αποφασίζει να τιμωρήσει την Πασιφάη, την τροφό και τον Δαίδαλο. Ο τελευταίος, μαζί με τον Ίκαρο, δραπετεύουν από την Κρήτη πετώντας. Ο χορός του έργου αποτελούνταν από μύστες αφιερωμένους στη λατρεία του Ιδαίου Διός. Η μετριοπαθής συμπεριφορά του χορού έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον βίαιο χαρακτήρα του βασιλιά στο απόσπασμά μας, γεγονός που ζωγραφίζει με αρνητικά χρώματα τον Μίνωα.

Eρμοχάρης και Κτήσυλλα



[Αντωνίνος Λιβεράλης, Μεταμορφώσεις 1]

Η Κτήσυλλα ήταν Κεία [1] από οικογένεια της Ιουλίδος, [2] κόρη του Αλκιδάμαντα. Αυτήν, όταν την είδε ο Ερμοχάρης ο Αθηναίος να χορεύει στα Πύθια γύρω από το βωμό του Απόλλωνα, στην Καρθαία, [3] την ερωτεύτηκε, έγραψε κάτι πάνω σε ένα μήλο και το έριξε στο ιερό της Αρτέμιδος. [4] Η κοπέλα σήκωσε το μήλο και διάβασε τα γραμμένα. Ήταν ένας όρκος στο όνομα της Αρτέμιδος ότι θα παντρευτεί τον Ερμοχάρη τον Αθηναίο. Η Κτήσυλλα πέταξε μακριά το μήλο από ντροπή και το πήρε βαριά, όπως στην περίπτωση που ο Ακόντιος εξαπάτησε την Κυδίππη. Ο Ερμοχάρης, τώρα, ζήτησε το χέρι της και ο πατέρας της συμφώνησε και ορκίστηκε στο όνομα του Απόλλωνα, αγγίζοντας μια δάφνη. Όταν πέρασαν οι μέρες των Πυθίων, ο Αλκιδάμας ξέχασε τον όρκο που πήρε και ήταν έτοιμος να παντρέψει την κόρη του με κάποιον άλλο. Το κορίτσι, λοιπόν, έκανε θυσία στο ιερό της Αρτέμιδος, [5] ενώ ο Ερμοχάρης οργισμένος για την αποτυχία του στο γάμο εισέβαλε στο Αρτεμίσιο. [6] Η κοπέλα, μόλις τον είδε,

Παιδί που έχασε τον πετεινό του (τρυφερό ποιημάτιο από την ελληνορωμαϊκή εποχή)




Το ποίημα βρέθηκε σε πάπυρο του πρώτου μισού του 1ου αιώνα μ.Χ. Από τα δύο αποσπάσματά του το πρώτο είναι εντελώς κατεστραμμένο και μόνο λίγα γράμματα έχουν απομείνει απ' αυτό. Το δεύτερο είναι καλά αναγνώσιμο από το στίχο 13 κ.εξ. Κάποιο παιδί θρηνεί τον πετεινό του, ο οποίος έφυγε για χάρη μιας κλώσας. Μόνη παρηγοριά για το παιδί και ανάμνηση απομένει το κλωσόπουλο του πετεινού:
.............το παιδί του το φύλαγε ο φίλος μου ο Τρύφων
      σαν να 'τανε δικό του, μες στην αγκάλη του το φρόντιζε.
      Δεν ξέρω πού να πάω. Το πλοίο μου συντρίφτηκε.
      Κλαίω που έχασα τ' αγαπημένο πετεινάρι.
      Μα να! το βλαστάρι του θα πάω να φροντίσω, 
      παιδί του μάχιμου, του αγαπητού Ελληνικού.
      Χάρη σ' αυτόν περνιόμουν για σπουδαίος στη ζωή μου
      μακάριο με λέγανε όσοι αγαπάν να τρέφουν ζώα.
      Ψυχομαχώ. Το πετεινάρι μου με ξέχασε,
      μια κλώσα αγάπησε κι εμένα μ' άφησε.
      Μια πέτρα στην καρδιά μου πάω να βάλω
      και να κάτσω ήσυχος. 
     Φίλοι μου σεις την υγειά σας να 'χετε.

Πότε δημιουργήθηκε η λέξη "δημοκρατία" και ποια ήταν η αρχική της σημασία;



Όπως έχει επισημανθεί πολλές φορές στην έρευνα, στις αισχύλειες Ικέτιδες (463 π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη εικόνα μιας δημοκρατίας σε δράση.  Η εικόνα αυτή δεν μπορεί παρά να είναι επηρεασμένη από τη δημοκρατία της σύγχρονης Αθήνας, αφού ποιητής και κοινό δε θα μπορούσαν να κατασκευάσουν και να κατανοήσουν αντίστοιχα μια δημοκρατική κοινωνία της ηρωικής εποχής παρά μόνο με βάση τη δική τους καθημερινή εμπειρία. Έτσι το λεξιλόγιο της δημοκρατίας διαπερνά το έργο και χρησιμοποιείται και από (ή για) πρόσωπα που καταρχήν δε θα το περιμέναμε, όπως λ.χ. οι Δαναΐδες που καταφτάνουν από τη δεσποτική Αίγυπτο. Στις Ικέτιδες, όμως, δεν έχουμε απλά μια γενική εικόνα της δημοκρατίας σε δράση, αλλά και στοιχεία από την τεχνική ορολογία των δημοκρατικών διαδικασιών που ήταν σε χρήση την εποχή παράστασης του έργου. Μάλιστα, στις Ικέτιδες έχουμε την αρχαιότερη περίφραση που πλησιάζει πάρα πολύ στην ίδια τη λέξη δημοκρατία (604): δήμου κρατοῦσα χεὶρ. Η φράση δε σημαίνει «η πλειοψηφία των ψήφων του λαού», ούτε «το νικητήριο χέρι του δήμου» ή το «το χέρι του δήμου που αποφασίζει», ούτε οἱ κρατοῦντες τῇ χειροτονίᾳ, επειδή μια τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει και μια δήμου ἠττωμένη χείρ, δηλαδή θα υπονοούνταν μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία μεταξύ του λαού. Ωστόσο την έννοια αυτή την αναλαμβάνει το ρήμα πληθύεται που ακολουθεί και το οποίο υποδηλώνει την τόσο βασική για τη δημοκρατία αρχή της πλειοψηφίας.[1] H πιθανότερη απόδοση της έκφρασης δήμου κρατοῦσα χεὶρ  είναι «το κυρίαρχο χέρι του δήμου» και δηλώνει το λαό στην έμπρακτη εφαρμογή της κυριαρχίας του μέσω της δια χειρός ψηφοφορίας. Το χωρίο φαίνεται να υποδεικνύει ότι η λέξη δημοκρατία και η έννοιά της δεν ήταν κάτι άγνωστο στον Αισχύλο. Αυτή η υπόθεση

Μάτρων ο Πιτανεύς, Αττικό δείπνο: αθηναϊκή γαστρονομία και η παρωδία της


Ο Μάτρων, από την αιολική Πιτάνη της Μυσίας, έζησε κυρίως στην Αθήνα και υπήρξε σύγχρονος του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του (τέλος 4ου αιώνα π.Χ.). Ήταν συγγραφέας επικών ποιημάτων που παρωδούσαν το ομηρικό ύφος, κυρίως σε θέματα γαστρονομίας. Το κυριότερο έργο του υπήρξε το Δείπνον αττικόν. Δεν πρόκειται όμως για απλή παρωδία, αλλά και για μια προσπάθεια δοκιμής του εξάμετρου στίχου του έπους σε νέα θέματα.

1.Αττικόν δείπνον
(Supplementum Hellenisticum 534)


Tα δείπνα ψάλλε μου, Μούσα, τα πάρα πολλά και πολύτροφα,[1]
που σε μας ο ρήτορας Ξενοκλής[2] στην Αθήνα παρέθεσε.
            Γιατί πήγα κι εκεί και μεγάλη πείνα πίσω μου ερχότανε.
    Είδα εκεί πολύ ωραία ψωμιά και μεγάλα, πιο λευκά κι απ' το χιόνι, 
    σαν να έτρωγες ψωμάκια από στάρι ανάλεστο,                                 
    που κι ο Δρομέας[3] τ’ αγάπησε, την ώρα που ψήνονταν.
            Ο Ξενοκλής ο ίδιος στους καλεσμένους γυρνούσε ανάμεσα,
            πήγε και στάθηκε στο κατώφλι και κοντά του βρισκόταν
ο Χαιρεφών ο παράσιτος,[4] με πεινασμένο που έμοιαζε γλάρο
νηστικός, που γνώριζε να τρώει καλά στα δείπνα τα ξένα.[5]
Στο μεταξύ έφερναν φαγητά και τα τραπέζια γεμίζανε οι μάγειροι,
υπεύθυνοι για του φούρνου το μέγα το θόλο,
με καθήκον το χρόνο του δείπνου 
να επισπεύσουν ή να τον παρατείνουν.
Τότε όλοι οι άλλοι στα λαχανικά απλώνανε χέρι,
εμένα όμως δε μ’ έπειθαν, μα έτρωγα παστά φαγητά,
στρείδια με κορμί μαλακό, βρούβες, σπαράγγια,
            στην άκρη αφήνοντας το ωμό παστωμένο 
            κρέας του τόννου, τροφή των Φοινίκων.[6]       
           Αμέσως έριξα αχινούς με αγκάθια μακριά,
           κι εκείνοι κυλώντας κάνανε θόρυβο στα πόδια των δούλων
[σε χώρο ανοιχτό, όπου τα κύματα την ακτή την σκεπάζουν]. [7]
Πολλά απ' το κεφάλι σύρριζα τράβηξα αγκάθια.
Ήρθε κι η σαρδέλα απ' το Φάληρο, του Τρίτωνα εταίρα,
τα δυο της τα μάγουλα με βρώμικο μαντήλι καλύπτοντας[8]...
αυτούς τους αγαπούσε ο Κύκλωπας...
 ...στα όρη ξεφυτρώνουν.[9]
Πίνες[10] ήρθε φέρνοντας στα ηχηρά τα δωμάτια,
που τις τρέφει το άσπρο νερό στις γεμάτες με φύκια τις πέτρες....
            ...χοντροφτιαγμένη γλώσσα, μπαρμπούνι με μάγουλα κόκκινα.
            Απάνω του εγώ ανάμεσα στους πρώτους άπλωσα χέρι με νύχια δυνατά,
            να το τραυματίσω όμως δεν πρόλαβα, με τύφλωσε ο Φοίβος Απόλλων.
            Τον Στρατοκλή, τον ικανό στη τέχνη τους αντιπάλους να διώχνει,
όταν τον είδα να βαστά στο χέρι κεφάλι ιπποδαμαστή μπαρμπουνιού,
            πάλι τη μάχη έπιασα και στο λαιμό του τον άπληστο τον κέντησα.
            Ήρθε και του Νηρέα η κόρη, η αργυρόποδη Θέτιδα,
            καλοπλόκαμη σουπιά, ονομαστή θεά φοβερή,
      η μόνη που, αν κι είναι ψάρι, το άσπρο και το μαύρο γνωρίζει.[11]
Είδα και τον Τιτυό,[12] πολυδόξαστο χέλι της θάλασσας,
            ξαπλωμένο μεσα τη χύτρα. Απλωνόταν αυτός σε τραπέζια εννιά.
            Στα χνάρια του χέλι του γλυκού νερού ακολούθαγε, θεά ασπροχέρα,
            που καυχιέται ότι έσμιξε στην αγκάλη του Δία,[13]
            από την Κωπαΐδα, απ' όπου των παχουλών των χελιών κρατά η γενιά,              
            τεράστιο: ούτε καν δυο άντρες αθλητικοί,
            σαν τέτοιοι που ήτανε ο Αστυάναξ κι ο Αντήνωρ,[14]
            θα το σηκώνανε απ' το έδαφος εύκολα να το βάλουνε πάνω στο κάρο.
Γιατί ήταν στο ύψος τρεις σπιθαμές[15], στο πλάτος εννιάπηχο[16],
            αν και γεννήθηκε στο μήκος εννέα οργιές. [17]
Πολλές φορές πάνω – κάτω μέσα από τις σειρές των καλεσμένων ήρθε ο  μάγειρας,     
σείοντας δίσκους φαγητά στον δεξί του τον ώμο.
            Πίσω του έρχονταν μαύρες χύτρες σαράντα,
            κι άλλες τόσες κατσαρόλες απ' την Εύβοια ακολουθάγανε.
            Ήρθε κι η Ίριδα η αγγελιαφόρος, ανεμόποδη, γοργό καλαμαράκι,
η πέρκα η ανθηρόχρωμη, το μελανούρι του λαού,
            που αν και θνητό τ' αθάνατα ακολουθεί τα ψάρια.
            Μονάχα το κεφάλι του όρκυνος, [18] του γιου της σπιλιάδας,
           έφευγε μακριά μας χολωμένο γιατί τον σηκώνανε 
μέσα στα πιάτα και τον παίρνανε. [19]         
            Κι ήταν κι αυτό μια συμφορά που ορίσανε οι θεοί για τους ανθρώπους.            
            Ήρθε κι η ρίνα, [20] που περισσά οι μαραγκοί αγαπούνε,
η τραχιά, μα καλή των παιδιών της τροφός. [21]
Στ' αλήθεια εγώ σάρκα απ' τη δικιά της δε γνωρίζω γλυκύτερη. 
Ψητός ήρθε μέσα ιππότης σφύραινα[22] πελώρια,
όχι μονάχη. Μαζί της από πίσω ερχόντουσαν δώδεκα σαργοί
και γουφάρι κυανόχρωμο μέγα,
που όλα γνωρίζει τα βάθη της θάλασσας, δούλος του Ποσειδώνα.                     
            Ήρθαν και οι γαρίδες, του Ολύμπιου Δία οι ψάλτες,
            απ’ το γήρας καμπούρες, καλές όμως στο πάστωμα.
Ήρθε τσιπούρα, που πιο ωραίο στέκεται ανάμεσα στα άλλα τα ψάρια,              
καραβίδα κι αστακός που επιθυμούσε πάλι το θώρακά του να φορέσει[23]
στων μακαρίων τα δείπνα. Σ' αυτά απλώσανε χέρι οι συνδαιτυμόνες,
αυτά στο στόμα τους βάλανε κι αρπάξανε ένα από δω από εκεί το άλλο.
Σ' αυτά ήτανε άρχοντας ηγεμόνας ο έλλοψ, [24] ο ξακουστός στο δόρυ, [25]
που πάνω του, αν και χορτάτος, με δύναμη το χέρι μου άπλωσα,
να τον γευτώ ποθώντας. Αμβροσία μου φάνηκε,
που μόνη την τρώνε οι μακάριοι θεοί οι αιώνιοι.
Ύστερα πρόσφερε σμέρνα: όλο το τραπέζι το κάλυπτε,
με τη ζώνη της, [26] που όλο χαρά τη φόραγε στο λαιμό της τριγύρω,
όταν στο κρεβάτι του μεγαλόκαρδου γιου του Φιδιού[27] ανέβηκε.
Μας πρόσφερε και σάνταλα[28] αιώνια των αθανάτων.
Και γλώσσα έφερε κολυμβητή στη θάλασσα που μουρμουρίζει
κι ύστερα τσίχλες πάνω στην ακμή τους που ψηλά πετούν[29]
και τρέφονται στα βράχια, βροχερές υάδες. [30]
Κι ανάμικτα φαγγριά και γουλιανοί, κορύφαινες,[31]
μουρμούρες. Κι απέναντι μεγάλος σπάρος.
Ο μάγειρας τα έφερε και τα άπλωσε -τσιτσίριζαν ακόμη-
και τσίκνα το σπίτι γέμισε. Μας έλεγε κι απ' αυτά να τρώμε.
Εμένα όμως μου φάνηκε πως τούτα είναι 
φαγητά των γυναικών, γιατί άλλα είχα στο νου μου.
Απλωμένο ήτανε πιάτο που κανένας καλεσμένος δεν τ’ άγγιζε,
σε χώρο καθαρό, όπου ανάμεσα στις χύτρες είχε χώρο...
κατόπιν  κοτσύφι ήρθε μοναχό για δοκιμή πανέτοιμο.
Ανέγγιχτο δεν ήτανε, και άλλοι το ποθούσαν.
Μπούτι σαν είδα, άρχισα το τρέμουλο. Σινάπι ήταν δίπλα του
όλο μοσχοβολιά και μακριά τα χέρια μου δεν κράτησα.
Κι αφού δοκίμασα αρχίνισα το κλάμα, γιατί αύριο πια
αυτά ξανά δε θα ’τρωγα, μα με τυρί, με κριθαρόψωμο ευκίνητο θα ’πρεπε[32]...
η κοιλιά μου άλλη αντοχή δεν είχε, την πίεζε η χόρταση.
Την δάμαζαν ο μέλας ο ζωμός, τα μπούτια τα εφτά.
Και ένας δούλος έφερε πάπιες της Σαλαμίνας δώδεκα,
από τη θάλασσα την ιερή, πολύ παχιές. Ο μάγειρας
της άπλωσε εκεί που ξαπλωμένες ήταν των Αθηναίων οι φάλαγγες.[33]
Κι ο Χαιρεφώντας κοίταξε μπρος και πίσω
να καταλάβει τα πουλιά, κατάλληλα να φάει. [34]
Έτρωγε σαν λιοντάρι, αρνίσιο μπούτι στην παλάμη βάσταγε,
για να 'χει πάλι φαγητό σαν πήγαινε στο σπίτι...
Έφτασε και πλιγούρι, στην όψη του γλυκό, 
που ο Ήφαιστος[35] κουράστηκε να βράσει:
μέσα σε αττικό αγγείο πήλινο ωρίμαζε για μήνες δεκατρείς.
Κι αφού του φαγητού τον πόθο του τερπνού τον σβήσανε,
ωραίος δούλος ήρθε, απ’ του Ωκεανού το ρεύμα
φέρνοντας μύρο γλυκό από ίριδα[36] να πλύνουνε τα χέρια,
ενώ ένας άλλος -από τα δεξιά αρχινώντας- έδινε σ' όλους μας στεφάνια
πλεγμένα ολόγυρα, διπλά με ρόδα κοσμημένα.
Σ' ένα κρατήρα του Διόνυσου με νερό αναμίξανε κρασί
και οίνο πίνανε της Λέσβου, ο ένας άντρας περισσότερο απ' τον άλλο.               
Για δεύτερη φορά τραπέζια πάλι στρώνονταν γεμάτα.
Πάνω σ' αυτά δεσπόζανε αχλάδια και μήλα πλούσια,
ρόδια και σταφύλια, του θεού Διόνυσου τροφοί,
φρεσκοκομμένα, που αμάμαξυ[37] στο όνομα τα λένε.
Απ' όλα αυτά τίποτα εγώ δεν έφαγα, μα ξάπλωνα χορτάτος.
Σαν είδα όμως, άντρες μου, [38] πίτα ξανθιά, γλυκιά, μεγάλη, ολοστρόγγυλη,
ψητό παιδί της Δήμητρας να μπαίνει,
εγώ μετά πώς να κρατηθώ μακριά από τη θεϊκή την πίτα;...
(Των φαγητών το πλήθος να το πω δε θα μπορούσα),
ούτε αν είχα δέκα χέρια, δέκα στόματα,
στομάχι άθραυστο, στο στήθος μου χάλκινη καρδιά.
Πόρνες κατόπιν μέσα μπήκανε, κοπέλες δυο που κόλπα κάνανε:
τις οδηγούσε ο Στρατοκλής σαν γρήγορα πουλιά.[39]


2.Παρωδίαι

α. (SH 536)  
            Δε θα μιλήσω για ζοχούς, το όνομά τους δε θα το αναφέρω,
            βλαστάρια τρυφερά, γεμάτα μακριά αγκάθια,
            ούτε για βρούβες άσπρες, του Ολυμπίου Διός τους ψάλτες,
            σε χώμα χέρσο που τις έθρεψε του Δία το παιδί, η άφατη βροχή,
            πιο άσπρες κι απ' το χιόνι. Στη γεύση είναι όμοιες μ' ανάλεστα ψωμάκια.
            Αυτές σαν φύτρωσαν τις πόθησε η σεβαστή κοιλιά μου.


β. (SH 537)  
            Αγγούρι είδα, της πολυδόξαστης της γης παιδί, να βρίσκεται
μέσα στα λαχανικά. Στο μήκος απλωνότανε όσο για εννιά τραπέζια.

γ. (SH 538)  
            Έτσι είπε, κι εκείνοι γέλασαν και αμέσως έφεραν
            σιτευτά πουλιά σε πιάτα αργυρά,
           άτριχα, της ίδιας ηλικίας, ίσα στη ράχη με μια λαγάνα αν τα μέτραγες.

δ. (SH 539)  
            Κι ούτε από πάσσαλο το κρέμασαν, όπου απλωμένος ήταν
            ένας σκινδαψός[40] τετράχορδος γυναίκας πόρνης.

ε. (SH 540)   
            Γιατί όλοι εκείνοι που ήτανε άριστοι παλιά,
            ο Εύβοιος[41] και ο Ερμογένης και οι θεϊκοί οι Φίλιπποι,
            έχουν πεθάνει και βρίσκονται στου Άδη το παλάτι.
            Υπάρχει όμως κάποιος, ο Κλεόνικος, που αθάνατη έλαχε φωνή,
            που ούτε από ποίηση, ούτε από θέατρο άσχετος είναι,
            που και νεκρό δύναμη να μιλά του 'δωσε η Περσεφόνη.





[1] Ολοφάνερη παρωδία του πρώτου στίχου της Οδύσσειας. Γενικώς οι στίχοι που ακοκουθούν αποτελούν σε μεγάλο βαθμό προσαρμογές, με παρωδιακό χαρακτήρα, πολυάριθμων ομηρικών εκφράσεων.  
[2] Άκμασε ανάμεσα στα 345-305 π.Χ.
[3] Όνομα παράσιτου, ο οποίος είναι γνωστός και από αλλού (πβ. Αθήν. 4, 132C).  
[4] Πβ. Μένανδρος, Σαμία 603. Για την παρομοίωση με το γλάρο πβ. Αριστοφ., Ιππ. 959, Νεφ. 591, Όρν. 567.
[5] Μεταξύ των στίχων πρέπει να υπάρχει κάποιο κενό, επειδή λείπει ο κατάλογος των καλεσμένων.
[6] Ίσως πρόκειται για τα παστά ψάρια από τα Γάδειρα που αναφέρει ο γιατρός Ευθύδημος (απ. 455, 10).
[7] Ο στίχος είναι προβληματικός και άσχετος με τα συμφραζόμενα. 
[8] Όλο το δίστιχο είναι λογοπαίγνιο με τη λέξη αφύη = σαρδέλα. Από τον Αθήναιο (13, 586Β) μαθαίνουμε ότι Αφύη ήταν και το παρατσούκλι διαφόρων εταιρών.
[9] Το κείμενο στο σημείο αυτό παρουσιάζεται ασυνάρτητο και σίγουρα εξέπεσαν κάποιοι στίχοι στα σημεία που υποδεικνύονται με αποσιωπητικά.
[10] Είδος μεγαλόσωμου οστρακόδερμου μαλακίου με τριγωνικό σχήμα.
[11] Παροιμιακή φράση που αναφέρεται σε κάτι το οποίο είναι ολοφάνερο. Ενδεχομένως γίνεται υπαινιγμός και στο μελάνι της σουπιάς.
[12] Γιος της Γης, τον οποίο ο Οδυσσέας είδε στον Άδη να καλύπτει εννέα πλέθρα γης, ενώ δυο γύπες του έτρωγαν το συκώτι ως τιμωρία, επειδή προσπάθησε να βιάσει τη Λητώ (λ 576-81).
[13] Κωμική εξύψωση του χελιού σε σύζυγο του Δία. Πβ. Εύβουλος απ. 37, 2-4Κ, όπου τα χέλια αποκαλούνται θεές από τη Βοιωτία. Τα χέλια της Κωπαΐδας και του Στρυμόνα θεωρούνταν από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Πβ. Αρχέστρ. απ. 139, 6 SH.
[14] Ολυμπιονίκες της εποχής του Μάτρωνος.
[15] Το διάστημα που μπορεί να περιλάβει κανείς μεταξύ του αντίχειρα και του μικρού δαχτύλου, περίπου 0, 18 μ.
[16] Πήχυς ήταν το διάστημα μεταξύ του άκρου του αγκώνα και του άκρου του μικρού δαχτύλου, περίπου 0, 46 μ.
[17] Οργιά είναι το μήκος που καταλαμβάνουν εκατέρωθεν οριζόντια απλωμένοι οι δύο βραχίονες, περίπου 1, 85 μ.
[18] Είδος μεγάλου τόννου.
[19] Προφανώς επειδή δεν τον προτιμούσανε οι καλεσμένοι.
[20] Ψάρι με σκληρό δέρμα που το χρησιμοποιούσαν, για να τρίβουν ξύλα ή μάρμαρα.
[21] Η ρίνα μεγαλώνει τους απογόνους της μέσα στο σώμα της.
[22] Το ψάρι  ονομαζόταν έτσι από το σχήμα του.
[23] Ενν. το όστρακό του.
[24] Είδος ψαριού που δεν μπορούμε να ταυτίσουμε.
[25] Η έκφραση ταιριάζει περισσότερο στον ξιφία, παρά στον έλλοπα (βλ. SH, σελ. 265).
[26] Κάποια γραμμή ή σχηματισμός του σώματος της σμέρνας ονομάζεται εδώ μεταφορικά ζώνη (SH, σελ. 305). Ο ποιητής παίζει αμέσως παρακάτω και με την έννοια ζώνη = παρθενική ζώνη.
[27] Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η σμέρνα βγαίνει στην ακρογιαλιά για να ενωθεί ερωτικά με τα φίδια (Νίκανδρος, Θηρ. 822 κ.εξ.).
[28] Είδος πλατιού ψαριού παρόμοιου με τη γλώσσα.
[29] Ο στίχος είναι περίεργος, γιατί τα ψάρια τσίχλες (αρχ. κίχλη) δεν πετούν. Είτε λοιπόν γίνεται λογοπαίγνιο με τα ομώνυμα πουλιά, είτε πρόκειται για νόθο στίχο.
[30] Είδος ψαριών, αλλά και αστερισμός, του οποίου η επιτολή συνδέεται με βροχές.
[31] Είδος μεγαλόσωμου ψαριού, γνωστού για τις γρήγορες αλλαγές στο χρυσό και μπλε χρώμα του, όταν πεθαίνει.
[32] Το κριθαρόψωμο ήταν κατώτερο είδος άρτου, συνήθως των δούλων. Γι' αυτό του αποδίδεται το επίθετο ευκίνητος, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζει τους υπηρέτες.
[33] Υπαινιγμός στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
[34] Το δίστιχο είναι παρωδία της οιωνοσκοπίας, δηλ. της μαντείας μέσω των πουλιών. Ο μάντης έχει σκοπό παρατηρώντας τα πουλιά να καταλάβει τα περασμένα και τα μέλλοντα και να δώσει την κατάλληλη συμβουλή.
[35] Δηλ. η φωτιά.
[36] Είδος φυτού, η ρίζα του οποίου χρησίμευε στην παραγωγή αρωματικού μύρου.
[37] Η αμάμαξυς ήταν είδος σταφυλιού που αναπτυσσόταν πάνω σε δύο ραβδιά.
[38] Ο Μάτρων απευθύνεται στους ακροατές του.
[39] Δε γνωρίζουμε εάν το ποίημα τελείωνε εδώ ή ακολουθούσαν και άλλοι στίχοι, όπως είναι πιθανότερο.
[40] Είδος τετράχορδου μουσικού οργάνου.
[41] Από την Πάρο. Παρωδός, ο οποίος έζησε κατά τους χρόνους του Φιλίππου του Β΄ και συγγραφέας ενός έργου με τίτλο Παρωδίαι. Φαίνεται ότι παρώδησε ιδιαίτερα τους Αθηναίους (SH 410). O Ερμογένης, οι Φίλιπποι και ο Κλεόνικος, οι οποίοι αναφέρονται παρακάτω πρέπει να είναι επίσης παρωδοί για τους οποίους, όμως, δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο.