Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η Σίβυλλα, οι χρησμοί της και το πρόσωπο της σελήνης στην πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ μή χρᾶν ἔμμετρα τήν Πυθίαν


Στο πολύ ενδιαφέρον αυτό απόσπασμα από την δελφική πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ μή χρᾶν ἔμμετρα νῦν την Πυθίαν γίνεται συζήτηση για την αξία των περίφημων, όσο και μυστηριωδών, σιβυλλικών χρησμών. Ο ίδιος ο Πλούταρχος αναγνώριζε την αξία αυτών των χρησμών, έστω και αν η σεληνιακή τους προέλευση τούς καθιστούσε κατώτερους από την απολλώνια και δελφική μαντεία, η οποία έχει ηλιακή φύση. Ο διάλογος εξελίσσεται σύντομα σε μια γενικότερη συζήτηση για την αξία της μαντείας. Υπάρχουν δύο πλευρές που διαφωνούν μεταξύ τους. Από τη μία μεριά είναι όσοι υποστηρίζουν ότι η μαντική  έχει βάση και αποτελεί αληθινή ικανότητα, ενώ από την άλλη βρίσκονται όσοι με ορθολογιστικό τρόπο αποδίδουν την τυχόν εκπλήρωση κάποιας μαντείας είτε στη γενικότερη ασάφεια της πρόβλεψης, είτε στην τύχη. Είναι φανερό ότι η συζήτηση αυτή συνεχίζεται και είναι επίκαιρη μέχρι και τις μέρες μας.

(ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 9-10)
Εγώ. λοιπόν, τέτοιου είδους αποκρίσεις έδινα στο Βόηθο και του έλεγα και άλλα παρόμοια σχετικά με τους Σιβυλλικούς χρησμούς. Όταν σταθήκαμε φτάνοντας κοντά στην πέτρα που γειτόνευε με το Βουλευτήριο, πάνω στην οποία λέγεται ότι κάθισε η πρώτη Σίβυλλα,[1] ερχόμενη από τον Ελικώνα[2] όπου ανατράφηκε από τις Μούσες (μερικοί λένε ότι έφτασε από τους Μαλιείς, μιας και ήταν θυγατέρα της Λαμίας, κόρης του Ποσειδώνα), ο Σαραπίωνας θυμήθηκε τους στίχους, με τους οποίους η ίδια ύμνησε τον εαυτό της, πως δηλαδή δε θα πάψει να μαντεύει ούτε και πεθαμένη. Πως η ίδια θα στριφογυρνά στη σελήνη, έχοντας γίνει το λεγόμενο «πρόσωπο» που φαίνεται,[3] ενώ το πνεύμα της ανακατεμένο με τον αέρα θα περιπλανιέται πάντοτε σαν φήμη και ψίθυρος. Κι όταν από το σώμα της που θα λιώνει στη γη θα φυτρώσουν χορτάρια και δέντρα, θα τη βοσκήσουν ζώα ιερά, που έχουν χρώματα κάθε είδους και μορφές και ποιότητες στα σπλάχνα τους, απ’ τα οποία προκύπτουν οι προγνώσεις του μέλλοντος για τους ανθρώπους. Ο Βόηθος, από την άλλη, ήταν φανερό ότι γελούσε περιπαικτικά ακόμη περισσότερο από πριν, καθόσον μάλιστα ο ξένος είπε ότι αυτά βέβαια μοιάζουν με μύθους, όμως υπέρ της μαντείας μαρτυρούν πολλές καταστροφές και μετοικίσεις ελληνικών πόλεων, πολλές εμφανίσεις βαρβαρικών στρατιών και πτώσεις ηγεμονιών: «Αυτές εδώ τις πρόσφατες και καινούργιες συμφορές στην Κύμη και τη Δικαιάρχεια,[4] που υμνήθηκαν και τραγουδήθηκαν από παλιά μέσω των Σιβυλλικών χρησμών, ο χρόνος δεν τις εξόφλησε σαν να τις χρωστούσε; Ή τις εκρήξεις βουνίσιας φωτιάς, τους θαλάσσιους αναβρασμούς, τις ρίψεις βράχων και φλογών από τις αναθυμιάσεις, τις καταστροφές πόλεων τόσο πολλών και συνάμα τόσο μεγάλων, που είχαν ως αποτέλεσμα όσοι επιστρέφουν την άλλη μέρα να μην αναγνωρίζουν και να μη διακρίνουν πού ήταν χτισμένες στην ανάστατη περιοχή; Γιατί αυτά είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ακόμη και ότι συνέβησαν, πόσο μάλλον ότι τα προείπαν δίχως τη βοήθεια του θεού».
Και ο Βόηθος απάντησε: «Ποια συμφορά, καλέ μου φίλε, δε χρωστά ο χρόνος στη φύση; Τι υπάρχει από τα παράξενα και απροσδόκητα πράγματα στη γη, τη θάλασσα, τις πόλεις ή τους ανθρώπους, που αν το προέβλεπε κανείς δε θα συνέβαινε (κάποτε) να πραγματοποιηθεί; Αν και μια τέτοια πρόβλεψη ισοδυναμεί όχι με το να προλέγει κανείς κάτι, αλλά απλώς να το λέει ή μάλλον να ρίχνει και να διασπείρει αθεμελίωτα λόγια στο άπειρο. Αυτά τα λόγια, καθώς περιπλανιούνται, τα συναντά πολλές φορές η τύχη και συμπίπτει μαζί τους από μόνη της. Γιατί διαφέρει, νομίζω, η εκπλήρωση κάποιας πρόβλεψης από την πρόβλεψη αυτού που θα συμβεί. Γιατί ο λόγος που εκφράζει τα μη υπάρχοντα, ενέχοντας μέσα του το λάθος, δε δικαιούται να αναμένει την κατά τύχη δικαίωσή του. ούτε να χρησιμοποιήσει το γεγονός που συνέβη μετά την πρόβλεψή ως τεκμήριο αλήθειας της προγνωστικής του ικανότητας, εφόσον το άπειρο μπορεί να παράγει τα πάντα. Ή μάλλον, «αυτός που εικάζει καλώς», τον οποίο η παροιμία αποκαλεί «άριστο μάντη», είναι όμοιος με κάποιον που, στηριγμένος στην εύλογη πιθανότητα, ανιχνεύει και βαδίζει στα ίχνη του μέλλοντος. Αυτές οι Σίβυλλες, όμως. και οι Βάκιδες,[5] δίχως τεκμήρια έριξαν και διέσπειραν μέσα στο χρόνο, σαν σε θάλασσα, όπως να ’ναι, λέξεις και φράσεις για κάθε είδους συμφορές και συμβάντα. Αν τους λάχει και μερικά απ’ αυτά (που είπαν) συμβούν κατά τύχη, εντούτοις η προφητεία κατά την ώρα που εκφέρεται αποτελεί ένα ψεύδος, ακόμη κι αν ύστερα τύχει να βγει αληθινή».



[1] Αυτή η πρώτη Σίβυλλα, η οποία ήταν αρχαιότερη από τις Πυθίες, ονομαζόταν Ηροφίλη. Πρέπει να τη διακρίνουμε από την Ηροφίλη, Σίβυλλα των Ερυθρών. Κατά μια παράδοση προερχόταν από την πόλη των Μαλιέων, όπου βρισκόταν και η Λαμία, κοντά στο Μαλιακό κόλπο.
[2] Ο Ελικώνας, βουνό των Μουσών, όπου μυήθηκε στην ποιητική τέχνη ο Ησίοδος, είναι φυσικό να θεωρείται και τόπος προέλευσης της Σίβυλλας των Δελφών, αφού η μαντική έκσταση είναι η δίδυμη αδερφή της ποιητικής έμπνευσης.
[3] Ο Πλούταρχος υπήρξε συγγραφέας μιας πραγματείας με τίτλο Περί του εμφαινομένου προσώπου τωι κύκλωι της σελήνης. Πβ. και το Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων, όπου η θεότητα που μιλά αναφέρει ότι η φωνή που ακουγόταν ήταν η φωνή της Σίβυλλας, η οποία τραγουδά για τα μέλλοντα, περιστρεφόμενη στο πρόσωπο της σελήνης.
[4] Γίνεται υπαινιγμός στην έκρηξη του Βεζούβιου του 79 μ.Χ. που κατέστρεψε τις ρωμαϊκές πόλεις Πομπηία και Ηράκλεια, καθώς και τις ελληνικές αποικίες Κύμη και Δικαιάρχεια. Στο Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων, ο Θεσπέσιος άκουσε τη Σίβυλλα να μιλά για το Βέσβιο όρος και την καταστροφή της Δικαιάρχειας από φωτιά.
[5] Ο Βάκις, μαζί με το Μουσαίο, ήταν ο πιο διάσημος από τους μυθικούς προφήτες. Ο τόπος γέννησής του ήταν αμφιλεγόμενος (Βοιωτία, Αττική, Αρκαδία), με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι υπήρξαν πολλοί Βάκιδες.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο θεός των Δελφών ως θεός της διαλεκτικής και η σημασία του δελφικού Ε


Στο επόμενο χωρίο (κεφ. 5-6) από την περίφημη δελφική πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ ΕΙ τοῦ ἐν Δελφοῖς, ένας από τους ομιλητές, ο Θέωνας, στηριγμένος στη σύνδεση του δελφικού Ε με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ (=εάν), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Απόλλωνας με τους αμφίσημους χρησμούς του καλεί τους ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν τη διαλεκτική μέθοδο και τη δύναμη του υποθετικού συλλογισμού για να τον κατανοήσουν σωστά. Δεν είναι, συνεπώς, απλώς μάντης, αλλά Διδάσκαλος που προτρέπει τον κάθε άνθρωπο να ακολουθήσει το δικό του δρόμο της φώτισης και της αλήθειας. Τούτο το είχε κατανοήσει ήδη ο Όμηρος και ακόμη νωρίτερα ο Ηρακλής, ο Χείρων και ο Άτλαντας:

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πινκ Φλόιντ, "Λάμψε, τρελό διαμάντι" (Pink Floyd, Shine on you crazy diamond)


Λάμψε, τρελό διαμάντι.

Θυμάσαι όταν ήσουν νέος: έλαμπες σαν τον ήλιο.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Τώρα υπάρχει ένα βλέμμα στα μάτια σου, σαν μαύρες τρύπες στον ουρανό.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Πιάστηκες στα διασταυρούμενα πυρά της παιδικής ηλικίας και της φήμης,
παρασυρμένος από την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα εσύ, στόχε του μακρινού γέλιου,
έλα ξένε, θρύλε, μάρτυρα, και λάμψε!
Προσπάθησες να μάθεις το μυστικό πολύ νωρίς,
αναζήτησες απελπισμένα το φεγγάρι.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Φοβισμένος απ’ τις σκιές τη νύχτα, εκτεθειμένος στο φως.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Ξόδεψες το καλωσόρισμά σου με άσκοπη ακρίβεια,
ιππεύοντας την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, ξέφρενε, θεατή οραμάτων,
έλα, ζωγράφε, αυλητή, δεσμώτη, 
και λάμψε!
***
Κανείς δεν ξέρει πού είσαι, πόσο μακριά ή κοντά.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Μάζεψε ακόμη πολλές στρώσεις και θα σε συναντήσω εκεί.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Και θ’ απολαύσουμε τον θρίαμβο της χτεσινής μέρας,
θ’ ανοίξουμε πανιά στην κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, παιδί, αγόρι, νικητή κι ηττημένε,
έλα, εσύ που σκάβεις για να βρεις την αλήθεια και την αυταπάτη,
και λάμψε!


Shine on you crazy diamond
(Parts I-V)
Remember when you were young, you shone like the sun.
Shine on you crazy diamond.
Now there's a look in your eyes, like black holes in the sky.
Shine on you crazy diamond.
You were caught on the crossfire of childhood and stardom, 
blown on the steel breeze.
Come on you target for faraway laughter, 
come on you stranger, you legend, you martyr, and shine!
You reached for the secret too soon, you cried for the moon.
Shine on you crazy diamond.
Threatened by shadows at night, and exposed in the light.
Shine on you crazy diamond.
Well you wore out your welcome with random precision,
rode on the steel breeze.
Come on you raver, you seer of visions, 
come on you painter, you piper, you prisoner, and shine!

(Parts VI-IX)
Nobody knows where you are, how near or how far.
Shine on you crazy diamond.
Pile on many more layers and I'll be joining you there.
Shine on you crazy diamond.
And we'll bask in the shadow of yesterday's triumph, 
sail on the steel breeze.
Come on you boy child, you winner and loser, 
come on you miner for truth and delusion, and shine.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Το δαιμόνιο του Σωκράτη και τα γουρούνια των Αθηνών


[Πλούταρχος, Περί του Σωκράτους δαιμονίου 10]
[1]Τα πιο πολλά και σημαντικά γεγονότα πρέπει να τα πληροφορηθείτε από τον Σιμμία[2] και τους άλλους εταίρους του Σωκράτη. Όταν όμως ήμουν κι εγώ παρών (τότε που πήγα να συναντήσω το μάντη Ευθύφρονα[3]), έτυχε να βα­δίζει ο Σωκράτης -το θυμάσαι βέβαια, Σιμμία- προς τα πάνω, προς το Σύμβολο[4] και την οικία του Ανδοκίδη,[5] υ­ποβάλλοντας ταυτόχρονα σε ερωτήσεις και προκαλώντας σύγχυση στον Ευθύφρονα με παιχνιδιάρικη διάθεση. Ξαφ­νικά, όμως, αφού στάθηκε και σιώπησε, συγκεντρώθηκε στον εαυτό του για αρκετό χρονικό διάστημα. Κατόπιν γύρισε και πορευόταν μέσα από το δρόμο των κατα­σκευαστών κιβωτίων και καλούσε να γυρίσουν πίσω όσους από τους συντρόφους του είχαν ήδη προχωρήσει μπροστά, λέγοντας ότι τον επισκέφτηκε το δαιμόνιο. Οι περισσότεροι, λοιπόν, επέστρεψαν, ανάμεσα τους κι εγώ ακολουθώ­ντας από κοντά τον Ευθύφρονα. Κάποιοι νέοι, όμως, συ­νέχισαν την πορεία τους ευθεία μπροστά, με σκοπό να δεί­ξουν περιφρόνηση προς το δαιμόνιο του Σωκράτη, και τράβηξαν μαζί τους και το Χάριλλο,[6] τον αυλητή, που κι αυτός είχε έρθει μαζί μου στην Αθήνα να δει τον Κέβητα.[7] Κι ενώ πορεύονταν δια μέσου της οδού των αγαλματοποιών κοντά στα δικαστήρια,[8] συνάντησαν αγέλη χοίρων που ήταν γεμάτοι ακαθαρσίες και έσπρωχναν ο ένας τον άλλο εξαιτίας του πλήθους τους. Καθώς, λοιπόν, δεν υ­πήρχε δρόμος διαφυγής, άλλους τους έριξαν κάτω οι χοί­ροι πέφτοντας πάνω τους και άλλους τους καταβρώμισαν. Γύρισε σπίτι και ο Χάριλλος γεμάτος ακαθαρσίες στα σκέ­λη και τα ρούχα του, ώστε να θυμόμαστε πάντοτε με γέ­λιο το δαιμόνιο του Σωκράτη και συνάμα να νιώθουμε θαυμασμό που το θείο ποτέ δεν τον εγκατέλειψε και δεν τον άφησε αφρόντιστο.[9]



[1] Μιλά ο μάντης Θεόκριτος, ένας από τους ήρωες του διαλόγου.
[2] Θηβαίος μαθητής του Σωκράτη.
[3] Αθηναίος μάντης που έδωσε το όνομά του στον ομώνυμο πρώ­το διάλογο του Πλάτωνα για τη θρησκεία και την αγιότητα.
[4] Κυριολεκτικά το «Σταυροδρόμι», τοποθεσία στην αρχαία Αθήνα ΝΔ της Αγοράς.
[5] Αυτό το σπίτι βρισκόταν κοντά στην Αγορά απέναντι από τη Βασίλειο Στοά και κοντά στην Ποικίλη Στοά.
[6] Προσωπικότητα άγνωστη από αλλού.
[7] Μαθητής του Σωκράτη και του Φιλόλαου, φίλος του Σιμμία.
[8] Αυτή η οδός, όπως και εκείνη των κιβωτοποιών παραπάνω, βρισκόταν στον περίγυρο της Αγοράς.
[9] Η περιγραφή του Θεόκριτου τείνει προς το κωμικό. Ο Πλούταρχος φαίνεται να έχει αντλήσει το ανέκδοτο από το βίο του Σωκράτη που συνέγραφε ο Αριστόξενος. Εντούτοις, ο Θεόκριτος δε σκοπεύει να περιγελάσει το δαιμόνιο του Σωκράτη, αλλά απλώς να προσθέσει ένα παράδειγμα σ' αυτά που παρέχει ο Πλάτωνας για την επίδραση του δαιμόνιου στον μεγάλο φιλόσοφο.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Mario Luzi, 3 ποιήματα


Φύση
Η στεριά και σ’ αρμονία μαζί της η θάλασσα
κι υπεράνω των πάντων μιαν άλλη θάλασσα, πιο ευτυχής
χάρη στη φλόγα των σπουργιτιών τη γοργή
και τον δρόμο της αναπαυμένης σελήνης
και του ύπνου των γλυκών σωμάτων,
που' ναι μισάνοιχτα συνάμα στη ζωή και τον θάνατο-
και χάρη στις φωνές αυτές που κατέρχονται
δραπετεύοντας από μυστηριώδεις θύρες
κι αναπηδούν επάνω μας ωσάν τρελά πουλιά,
για να επιστρέψουν στα αρχέγονα νησιά τους τραγουδώντας:
εδώ μια κλίνη πορφυρή ετοιμάζεται
κι ένα τραγούδι που λικνίζει
όσους δεν έχουνε ύπνο-
τόσο σκληρή ήταν η πέτρα,
τόσο αιχμηρή η αγάπη.

Natura
La terra e a lei concorde il mare
e sopra ovunque un mare più giocondo
per la veloce fiamma dei passeri
e la via
della riposante luna e del sonno
dei dolci corpi socchiusi alla vita
e alla morte su un campo;
e per quelle voci che scendono
sfuggendo a misteriose porte e balzano
sopra noi come uccelli folli di tornare
sopra le isole originali cantando:
qui si prepara
un giaciglio di porpora e un canto che culla
per chi non ha potuto dormire
sì dura era la pietra,
sì acuminato l'amore.

Απρίλιος-Αγάπη
Η σκέψη του θανάτου με συνοδεύει
ανάμεσα στους δύο τοίχους ετούτου του δρόμου
που ανέρχεται μ’ αγωνία καθώς καμπυλώνει.
Το ανοιξιάτικο κρύο εκνευρίζει τα χρώματα,
ενοχλεί το γρασίδι, την πασχαλιά, κάνει την πέτρα σκληρή.
Κάτω από πανωφόρια και αδιάβροχα
κεντά τα στεγνά χέρια και στέλνει ένα ρίγος.

Χρόνος που βασανίζει και βασανίζεται, χρόνος
που σε καθάριο στροβιλισμό ανέμου φέρνει λουλούδια
ανάκατα με βάναυσες παρουσίες, και καθεμιά τους,
καθώς αναρωτιέσαι τι να’ ναι, χάνεται γοργά
στον άνεμο και τη σκόνη.

Ο δρόμος είναι για μέρη γνωστά,
που αν δεν είναι μη πραγματικά
προμηνύουν εξορία και θάνατο.
Εσύ που υπάρχεις, εγώ που έχω γίνει
-περιπλανώμενος σε τέτοιο ανεμόδαρτο τόπο-
ένας άνθρωπος που πορεύεται πίσω από έσχατο κι αδύναμο ίχνος.

Είναι απίστευτο, αλλά σ’ αναζητώ σ’ αυτόν
ή σ' άλλο τόπο πάνω στη γη
όπου θα είν’ αρκετό ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Ωστόσο είναι ακόμη μια εποχή, η δική μου,
που αναμένει απ’ τους άλλους
αυτό που είναι μέσα μας ή αλλιώς δεν υπάρχει.

Η αγάπη βοηθάει να ζήσουμε, να αντέξουμε,
η αγάπη εκμηδενίζει ή δίνει ξεκίνημα. Κι όταν
κάνεις υποφέρει ή αδύναμα ελπίζει -ωστόσο ελπίζει-
πως η σωτηρία από μακριά αναγγέλλεται,
τότε μέσα του υπάρχει μια ανάσα αρκετή για να τον αναστήσει.
Αυτό το έμαθα και το ξέχασα χιλιάδες φορές
και τώρα από σένα γυρνάει σε μένα ως κάτι ξεκάθαρο,
τώρα αποκτά ζωντάνια κι αλήθεια.

Η ποινή μου είναι ν’ αντέξω και πέρα απ’ αυτή τη στιγμή.

Aprile – Amore
Il pensiero della morte m’accompagna
tra i due muri di questa via che sale
e pena lungo i suoi tornanti. Il freddo
di primavera irrita i colori,
stranisce l’erba, il glicine, fa aspra
la selce; sotto cappe ed impermeabili
punge le mani secche, mette un brivido.
Tempo che soffre e fa soffrire, tempo
che in un turbine chiaro porta fiori
misti a crudeli apparizioni, e ognuna
mentre ti chiedi che cos’è sparisce
rapida nella polvere e nel vento.
Il cammino è per luoghi noti
se non che fatti irreali
prefigurano l’esilio e la morte.
Tu che sei, io che sono divenuto
che m’aggiro in così ventoso spazio,
uomo dietro una traccia fine e debole!
È incredibile ch’io ti cerchi in questo
o in altro luogo della terra dove
è molto se possiamo riconoscerci.
Ma è ancora un’età, la mia,
che s’aspetta dagli altri
quello che è in noi oppure non esiste.
L’amore aiuta a vivere, a durare,
l’amore annulla e dà principio. E quando
chi soffre o langue spera, se anche spera,
che un soccorso si annunci di lontano,
è in lui, un soffio basta a suscitarlo.
Questo ho imparato e dimenticato mille volte,
ora da te mi torna fatto chiaro,
ora prende vivezza e verità.
La mia pena è durare oltre quest’attimo.

[Ιδού η στιγμή]
Ιδού η στιγμή,
που επιστρέφουν οι αναβάτες με τα ξίφη.
Το κενό βρίσκεται στην αρένα
και στο στέρνο των θεατών.
Επίκειται -μοίρα σκοτεινή
ή μαύρη μνήμη της σφαγής-
ο κίνδυνος στον μαινόμενο ήλιο.
Ο χρόνος καρφώνει τον εαυτό του,
τον βασανίζει κάτω από τη φωτιά
αόρατων κεραυνών. Ω χτύπημα!
Ο κόσμος πεινά και φοβάται
τον ίδιο του τον εαυτό,
αποφεύγει και πληγώνει
το ίδιο του το σκληρό κρέας.
Συστρέφονται ο κορμός κι ο αυχένας
του ταύρου και του ταυρομάχου
Σ' ένα σκληρό στροβιλισμό
δύναμης και ύλης…
προς δόξα ή χλεύη
του είδους μας
ή της κοσμικής υπεροψίας;

[Ecco l’ora]
Ecco l’ora,
rientrati i picadores,
il vuoto è nell’arena
e nel petto degli astanti.
Incombe, sorte oscura
o nera
memoria d’ecatombe,
l’alea
nel sole furibondo,
inchioda su se stesso il tempo,
lo escrucia sotto il fuoco
d’invisibili saette. Oh morso!
Ha fame ed ha paura
di sé il mondo,
si schiva e si confrica
la sua dura carne...
si torcono il torso e la cervice
del toro e del torero
in un duro torciglione
di forza e di materia...
in gloria od a ludibrio
della nostra specie
o della universale boria?

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Τρεις Ούγγροι ποιητές, 6 ποιήματα


Sándor Kányádi
Ο αιώνιος ποιμένας
Σε βάλανε αρχηγό σ’ ένα μαυροντυμένο
ποίμνιο, αιώνιε ποιμένα.
Κάθεσαι στου μεγάλου ποταμού
την άλλη όχθη, όπως κάποτε έκανες
στο πλάι του θορυβώδη Δούναβη,
ακούγοντας με τα μάτια σου κλειστά,
και στο εξής πορεύεσαι για πάντα
με γυμνά τα πόδια, όπως σαν ήσουνα παιδί,
βαδίζοντας αργά από τον ένα σου βοηθό στον άλλο,
από κοπάδι σε κοπάδι συνεχίζεις  ν’ αντηχείς
τον μελαγχολικό των κουδουνιών τον ήχο.
Εσύ κι οι σύντροφοί σου εξακολουθούν μηνύματα να στέλνουν,
με κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε ανατολή πανσέληνου,
σ' αυτούς που ακόμη συνεχίζουν να ποιμαίνουν σε τούτη δω την όχθη.

Ανάμεσα σε δύο λεύκες
Ανάμεσα σε δύο λευκές, στον λόφο επάνω,
τώρα ο ήλιος λέει τον αποχαιρετισμό του.
Ακόμη καλοκαίρι είναι, ωστόσο φοβισμένα φύλλα
μοιάζουν να νιώθουν πως πλησιάζει η ώρα να πεθάνουν
και τρέμει στη σκιά αδύναμο το βουνίσιο γρασίδι.
Το δειλινό, χρωματισμένο σαν το μύρτιλο,
φέρνει μονάχα έναν παγωμένο τάπητα
σαν πέφτει η νύχτα - αυτό ήταν!
Ο ήλιος μπορεί να έχει φως ακόμη για να δώσει,
όμως ετούτο δω το δειλινό που σκοτώνει το θέρος
θα το ’χω εντός μου όσο ζω.

Lőrinc Szabó
Μιας και δεν είσαι πουθενά
Μιας και δεν είσαι πουθενά, παντού σε ψάχνω.
Στον ήλιο, στους αγρούς. Το φόρεμά σου μπορεί και να ’ναι ένα σύννεφο.
Ο κόσμος εξακολουθεί να σ’ εμφανίζει, εξακολουθεί την ύπαρξή σου
να κατέχει, ακόμη και στον τρόπο που το βλέμμα μου
αποτυγχάνει προβλέψιμα να σε συλλάβει.
Το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, του γρύλλου ο ήχος
μπορούνε της φωνής σου τον κυματισμό να αποδώσουν.
Η φαντασία πάντοτε βρίσκει ένα ίχνος σου.
Σε βλέπω και δεν σε βλέπω, το αγαπημένο σου όνομα
στην καρδιά μου παντοτινά αντηχεί.
Κι όμως κάθε στιγμή μου στερεί τις αξιώσεις μου.
Ανοίγω τον εαυτό μου στ’ άστρα, την ακοή μου προσηλώνω,
αλλά καθώς θηρεύω εσένα, ο κυνηγός γητεύεται 
και μπαίνει μες στον τάφο του, στον εαυτό του μέσα εξαφανίζεται.

Τίποτε άλλο
Καθώς τίποτε απ’ αυτήν δεν έχει απομείνει,
λατρεύω όλα αυτά που γύρω της κάποτε κατείχε,
το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν, το βραχιόλι,
πράγματα ορφανά που μείναν μόνα,
το κλειδί που μ’ οδηγούσε κάποτε σ’ αυτήν,
δάση απόμακρα και πόλεις, του ταξιδιού την σκόνη
που σηκώναμε μαζί και το χαμόγελο
που ανέβαινε με μια ριπή απ’ την καρδιά στα μάτια της,
όταν καθόταν να της φτιάξουν το πορτρέτο - όχι κανένα υποκατάστατο,
όλος ο κόσμος είναι γεμάτος απ’ αυτά
και είναι αυτά που τώρα οξυδερκή με κάνουν:
η γη κι ουρανός και όλα τα υπόλοιπα είν’ ένα μονοπάτι
και οδηγούν σ’ αυτήν. Πρέπει να μάθω ν’ αγαπώ τις σκέψεις μου για κείνη,
καθώς τίποτε άλλο πια απ’ αυτήν δεν έχει μείνει.

Endre Ady
Η κραυγή μου
Μην κλαις, εάν για σένα κλαίω.
Τάφο μην σκάβεις, αν είσαι σοφός.
Του κοιμητηρίου είμαι ο βασιλιάς
και οι κραυγές μου είναι παντοδύναμες κραυγές.

Όταν θρηνώ, και η ζωή θρηνεί μαζί μου-
θάνατος, αποτυχία, συντριβή, κατάρες κι αναστεναγμοί.
Η ειμαρμένη αντηχεί,
όταν κραυγάζω με πονεμένη την κραυγή.

Μπορώ μονάχα δάκρυα να δανείσω
και βάσανα σε κείνους που αγαπώ πολύ.
Γι’ αυτούς που βγάζω την κραυγή στεφάνι θα πλεχτεί
από δάφνες, ακόμη και βαθιά μέσα στην κόλαση.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ
Ετούτη η πραγματικότητα, γεμάτη με φιλιά, τρελό με κάνει,
αυτή η μεγάλη εκπλήρωση,
αυτή η παράδοση, ετούτη η καλοσύνη πάλι και πάλι.

Με δακρυσμένο πρόσωπο στα γόνατά σου, σου δίνω το δεξί μου χέρι
και σε παρακαλώ, κυρά μου, με την πιο μεγάλη ειλικρίνεια:
διώξε με, στείλε με μακριά μέσα στη νύχτα.

Όταν τα χείλη μου αγγίζουν της φωτιάς την κορυφή,
άφηνε τα δικά σου στέρεα να παγώνουν
και ποδοπάτα με, γέλασε με τον πόθο μου.

Οι ζωντανοί οι πόθοι είναι σκληροί εκτελεστές.
Σ’ αφήνω, διότι σε ποθώ τόσο πολύ
και είναι μια κατάρα το παρόν, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές του.

Άσε το σώμα σου στην ηδονή για πάντα να διαρκέσει,
άσε με να το δω να γίνεται κατακτητής
στα αρωματισμένα στρώματα του παρελθόντος.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ με τόση δύναμη
που τελικά διαλέγω έναν χωρισμό που οικοδομεί
την έλξη, της ομορφιάς σου ο προστάτης να ’ναι.

Πάντοτε θέλω να υλοποιείς το όνειρό μου
για μια γυναίκα που με τέχνη μ’ αγαπά
και παραμένει αιώνια η ύψιστή μου αγαπημένη.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 3-12-2016]
[Με βάση την αγγλική μετάφραση του  Paul Sohar]

Υπερφυσικά και αστρονομικά σημεία και τέρατα στo Βιβλίο των Θαυμάτων (The Book of Miracles, Augsburger Wunderbuch), 1550

Το Βιβλίο των Θαυμάτων, το οποίο έκανε την εμφάνισή του μερικά χρόνια πριν και τελικά κατέληξε σε μια ιδιωτική αμερικανική συλλογή, αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές νέες ανακαλύψεις στο πεδίο της αναγεννησιακής τέχνης. Πρόκειται για ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο και το οποίο δημιουργήθηκε στην Σουηβική ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη του Augsburg γύρω στα 1550. Αποτελείται από 123 φύλλα με 23 ενθέματα και εικόνες που απεικονίζουν θαυμαστά και συχνά παράξενα ουράνια φαινόμενα, αστερισμούς, πυρκαγιές, ουράνιους πολεμιστές,  κομήτες,   μετεωρίτες,  πολλαπλούς ήλιους και ουράνια τόξα, αιμάτινες βροχές, τερατώδεις γεννήσεις, λοιμούς, κατακλυσμούς και άλλες καταστροφές και συμβάντα. Περιλαμβάνει γεγονότα που από την άποψη της χρονολογίας κυμαίνονται από την αρχή της δημιουργίας και την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαία παράδοση και τα μεσαιωνικά χρονικά, έως και γεγονότα που συνέβησαν στο άμεσο παρόν του δημιουργού του βιβλίου. Επιπλέον υπάρχουν απεικονίσεις εμπνευσμένες από το βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, με αποτέλεσμα το βιβλίο τελικά να περιλαμβάνει και το μελλοντικό τέλος του κόσμου.
Ορισμένες από τις εικόνες μοιάζουν πολύ μοντέρνες και μερικές φορές θυμίζουν παραισθητικές εμπειρίες. Συνοδεύονται από χρονολογικές ενδείξεις και σύντομες περιγραφές σε γοτθική γραφή που αποκαλύπτουν με μοναδικό τρόπο τις αγωνίες και τα άγχη του 16ου αιώνα, καθώς και έναν αποκαλυπτικό και εσχατολογικό τρόπο σκέψης. Το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα σε τρίγλωσση έκδοση (γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά) από τον εκδοτικό οίκο Taschen με τον τίτλο The Book of Miracles (Augsburger Wunderbuch). Οι εκδότες του βιβλίου το συσχετίζουν με μια σειρά από αντίστοιχα αποκαλυπτικού τύπου βιβλία, τα οποία άρχισαν να διαδίδονται και να αυξάνονται από τα τέλη του 15ου αιώνα και μετά στην Γερμανία και την Αυστρία και κατόπιν στη Γαλλία και την Ιταλία. Ίσως τα πλέον συγγενικά από όλα τα σχετικά βιβλία να είναι Οι Θαυμαστές Ιστορίες, Histoires Prodigieuses, του Pierre Boaistuau, εκδομένες το 1560, και το Βιβλίο των κομητών, Das Kometenbuch / The Book of Comets, 1587,
 Τα βιβλία αυτά συνδυάζουν το θρησκευτικό με το επιστημονικό ενδιαφέρον, αφού περιέχουν τόσο βιβλικά επεισόδια, όσο και αστρονομικά φαινόμενα, και εμφανίζουν μια πνευματικότητα πρόδρομη σε ένα βαθμό του Διαφωτισμού και της δίψας του για γνώση και κατανόηση.
Από την άποψη της εικονογράφησης ο καλλιτέχνης ή οι καλλιτέχνες που έφτιαξαν τις εικόνες του Βιβλίου των Θαυμάτων ακολουθούν συχνά σύγχρονά τους πρότυπα, όπως είναι για παράδειγμα η πλατιά διαδεδομένη λουθηρανική Βίβλος του 1545 και άλλα εικονογραφημένα χειρόγραφα που παρουσίαζαν ιστορίες υπερφυσικής δραστηριότητας, όπως το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το χειρόγραφο στην πορεία του χρόνου διαλύθηκε, αλλά τα φύλλα του ξαναδέθηκαν κατά τον 19ο αιώνα. Μερικά ωστόσο λείπουν, παρά το γεγονός ότι ένα ή δύο από τα ελλείποντα φύλλα ξαναβρέθηκαν πρόσφατα. Μόνο το μπροστινό μέρος των φύλλων είναι εικονογραφημένο, ενώ το πίσω μέρος είναι κενό. Δεν γνωρίζουμε το εργαστήριο που δημιούργησε το χειρόγραφο ή τον πάτρωνα για χάρη του οποίου δημιουργήθηκε.
[Βασική πηγή: Marina Warner, ‘The Book of Miracles’, NYR Daily, May 1, 2014]

Παρακάτω έχω συγκεντρώσει και επεξεργαστεί στο μέτρο των τεχνικών ικανοτήτων μου τις μισές περίπου από τις εικόνες του βιβλίου.








Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...