Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Τρεις Ούγγροι ποιητές, 6 ποιήματα


Sándor Kányádi
Ο αιώνιος ποιμένας
Σε βάλανε αρχηγό σ’ ένα μαυροντυμένο
ποίμνιο, αιώνιε ποιμένα.
Κάθεσαι στου μεγάλου ποταμού
την άλλη όχθη, όπως κάποτε έκανες
στο πλάι του θορυβώδη Δούναβη,
ακούγοντας με τα μάτια σου κλειστά,
και στο εξής πορεύεσαι για πάντα
με γυμνά τα πόδια, όπως σαν ήσουνα παιδί,
βαδίζοντας αργά από τον ένα σου βοηθό στον άλλο,
από κοπάδι σε κοπάδι συνεχίζεις  ν’ αντηχείς
τον μελαγχολικό των κουδουνιών τον ήχο.
Εσύ κι οι σύντροφοί σου εξακολουθούν μηνύματα να στέλνουν,
με κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε ανατολή πανσέληνου,
σ' αυτούς που ακόμη συνεχίζουν να ποιμαίνουν σε τούτη δω την όχθη.

Ανάμεσα σε δύο λεύκες
Ανάμεσα σε δύο λευκές, στον λόφο επάνω,
τώρα ο ήλιος λέει τον αποχαιρετισμό του.
Ακόμη καλοκαίρι είναι, ωστόσο φοβισμένα φύλλα
μοιάζουν να νιώθουν πως πλησιάζει η ώρα να πεθάνουν
και τρέμει στη σκιά αδύναμο το βουνίσιο γρασίδι.
Το δειλινό, χρωματισμένο σαν το μύρτιλο,
φέρνει μονάχα έναν παγωμένο τάπητα
σαν πέφτει η νύχτα - αυτό ήταν!
Ο ήλιος μπορεί να έχει φως ακόμη για να δώσει,
όμως ετούτο δω το δειλινό που σκοτώνει το θέρος
θα το ’χω εντός μου όσο ζω.

Lőrinc Szabó
Μιας και δεν είσαι πουθενά
Μιας και δεν είσαι πουθενά, παντού σε ψάχνω.
Στον ήλιο, στους αγρούς. Το φόρεμά σου μπορεί και να ’ναι ένα σύννεφο.
Ο κόσμος εξακολουθεί να σ’ εμφανίζει, εξακολουθεί την ύπαρξή σου
να κατέχει, ακόμη και στον τρόπο που το βλέμμα μου
αποτυγχάνει προβλέψιμα να σε συλλάβει.
Το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, του γρύλλου ο ήχος
μπορούνε της φωνής σου τον κυματισμό να αποδώσουν.
Η φαντασία πάντοτε βρίσκει ένα ίχνος σου.
Σε βλέπω και δεν σε βλέπω, το αγαπημένο σου όνομα
στην καρδιά μου παντοτινά αντηχεί.
Κι όμως κάθε στιγμή μου στερεί τις αξιώσεις μου.
Ανοίγω τον εαυτό μου στ’ άστρα, την ακοή μου προσηλώνω,
αλλά καθώς θηρεύω εσένα, ο κυνηγός γητεύεται 
και μπαίνει μες στον τάφο του, στον εαυτό του μέσα εξαφανίζεται.

Τίποτε άλλο
Καθώς τίποτε απ’ αυτήν δεν έχει απομείνει,
λατρεύω όλα αυτά που γύρω της κάποτε κατείχε,
το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν, το βραχιόλι,
πράγματα ορφανά που μείναν μόνα,
το κλειδί που μ’ οδηγούσε κάποτε σ’ αυτήν,
δάση απόμακρα και πόλεις, του ταξιδιού την σκόνη
που σηκώναμε μαζί και το χαμόγελο
που ανέβαινε με μια ριπή απ’ την καρδιά στα μάτια της,
όταν καθόταν να της φτιάξουν το πορτρέτο - όχι κανένα υποκατάστατο,
όλος ο κόσμος είναι γεμάτος απ’ αυτά
και είναι αυτά που τώρα οξυδερκή με κάνουν:
η γη κι ουρανός και όλα τα υπόλοιπα είν’ ένα μονοπάτι
και οδηγούν σ’ αυτήν. Πρέπει να μάθω ν’ αγαπώ τις σκέψεις μου για κείνη,
καθώς τίποτε άλλο πια απ’ αυτήν δεν έχει μείνει.

Endre Ady
Η κραυγή μου
Μην κλαις, εάν για σένα κλαίω.
Τάφο μην σκάβεις, αν είσαι σοφός.
Του κοιμητηρίου είμαι ο βασιλιάς
και οι κραυγές μου είναι παντοδύναμες κραυγές.

Όταν θρηνώ, και η ζωή θρηνεί μαζί μου-
θάνατος, αποτυχία, συντριβή, κατάρες κι αναστεναγμοί.
Η ειμαρμένη αντηχεί,
όταν κραυγάζω με πονεμένη την κραυγή.

Μπορώ μονάχα δάκρυα να δανείσω
και βάσανα σε κείνους που αγαπώ πολύ.
Γι’ αυτούς που βγάζω την κραυγή στεφάνι θα πλεχτεί
από δάφνες, ακόμη και βαθιά μέσα στην κόλαση.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ
Ετούτη η πραγματικότητα, γεμάτη με φιλιά, τρελό με κάνει,
αυτή η μεγάλη εκπλήρωση,
αυτή η παράδοση, ετούτη η καλοσύνη πάλι και πάλι.

Με δακρυσμένο πρόσωπο στα γόνατά σου, σου δίνω το δεξί μου χέρι
και σε παρακαλώ, κυρά μου, με την πιο μεγάλη ειλικρίνεια:
διώξε με, στείλε με μακριά μέσα στη νύχτα.

Όταν τα χείλη μου αγγίζουν της φωτιάς την κορυφή,
άφηνε τα δικά σου στέρεα να παγώνουν
και ποδοπάτα με, γέλασε με τον πόθο μου.

Οι ζωντανοί οι πόθοι είναι σκληροί εκτελεστές.
Σ’ αφήνω, διότι σε ποθώ τόσο πολύ
και είναι μια κατάρα το παρόν, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές του.

Άσε το σώμα σου στην ηδονή για πάντα να διαρκέσει,
άσε με να το δω να γίνεται κατακτητής
στα αρωματισμένα στρώματα του παρελθόντος.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ με τόση δύναμη
που τελικά διαλέγω έναν χωρισμό που οικοδομεί
την έλξη, της ομορφιάς σου ο προστάτης να ’ναι.

Πάντοτε θέλω να υλοποιείς το όνειρό μου
για μια γυναίκα που με τέχνη μ’ αγαπά
και παραμένει αιώνια η ύψιστή μου αγαπημένη.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 3-12-2016]
[Με βάση την αγγλική μετάφραση του  Paul Sohar]

Υπερφυσικά και αστρονομικά σημεία και τέρατα στo Βιβλίο των Θαυμάτων (The Book of Miracles, Augsburger Wunderbuch), 1550

Το Βιβλίο των Θαυμάτων, το οποίο έκανε την εμφάνισή του μερικά χρόνια πριν και τελικά κατέληξε σε μια ιδιωτική αμερικανική συλλογή, αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές νέες ανακαλύψεις στο πεδίο της αναγεννησιακής τέχνης. Πρόκειται για ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο και το οποίο δημιουργήθηκε στην Σουηβική ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη του Augsburg γύρω στα 1550. Αποτελείται από 123 φύλλα με 23 ενθέματα και εικόνες που απεικονίζουν θαυμαστά και συχνά παράξενα ουράνια φαινόμενα, αστερισμούς, πυρκαγιές, ουράνιους πολεμιστές,  κομήτες,   μετεωρίτες,  πολλαπλούς ήλιους και ουράνια τόξα, αιμάτινες βροχές, τερατώδεις γεννήσεις, λοιμούς, κατακλυσμούς και άλλες καταστροφές και συμβάντα. Περιλαμβάνει γεγονότα που από την άποψη της χρονολογίας κυμαίνονται από την αρχή της δημιουργίας και την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαία παράδοση και τα μεσαιωνικά χρονικά, έως και γεγονότα που συνέβησαν στο άμεσο παρόν του δημιουργού του βιβλίου. Επιπλέον υπάρχουν απεικονίσεις εμπνευσμένες από το βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, με αποτέλεσμα το βιβλίο τελικά να περιλαμβάνει και το μελλοντικό τέλος του κόσμου.
Ορισμένες από τις εικόνες μοιάζουν πολύ μοντέρνες και μερικές φορές θυμίζουν παραισθητικές εμπειρίες. Συνοδεύονται από χρονολογικές ενδείξεις και σύντομες περιγραφές σε γοτθική γραφή που αποκαλύπτουν με μοναδικό τρόπο τις αγωνίες και τα άγχη του 16ου αιώνα, καθώς και έναν αποκαλυπτικό και εσχατολογικό τρόπο σκέψης. Το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα σε τρίγλωσση έκδοση (γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά) από τον εκδοτικό οίκο Taschen με τον τίτλο The Book of Miracles (Augsburger Wunderbuch). Οι εκδότες του βιβλίου το συσχετίζουν με μια σειρά από αντίστοιχα αποκαλυπτικού τύπου βιβλία, τα οποία άρχισαν να διαδίδονται και να αυξάνονται από τα τέλη του 15ου αιώνα και μετά στην Γερμανία και την Αυστρία και κατόπιν στη Γαλλία και την Ιταλία. Ίσως τα πλέον συγγενικά από όλα τα σχετικά βιβλία να είναι Οι Θαυμαστές Ιστορίες, Histoires Prodigieuses, του Pierre Boaistuau, εκδομένες το 1560, και το Βιβλίο των κομητών, Das Kometenbuch / The Book of Comets, 1587,
 Τα βιβλία αυτά συνδυάζουν το θρησκευτικό με το επιστημονικό ενδιαφέρον, αφού περιέχουν τόσο βιβλικά επεισόδια, όσο και αστρονομικά φαινόμενα, και εμφανίζουν μια πνευματικότητα πρόδρομη σε ένα βαθμό του Διαφωτισμού και της δίψας του για γνώση και κατανόηση.
Από την άποψη της εικονογράφησης ο καλλιτέχνης ή οι καλλιτέχνες που έφτιαξαν τις εικόνες του Βιβλίου των Θαυμάτων ακολουθούν συχνά σύγχρονά τους πρότυπα, όπως είναι για παράδειγμα η πλατιά διαδεδομένη λουθηρανική Βίβλος του 1545 και άλλα εικονογραφημένα χειρόγραφα που παρουσίαζαν ιστορίες υπερφυσικής δραστηριότητας, όπως το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το χειρόγραφο στην πορεία του χρόνου διαλύθηκε, αλλά τα φύλλα του ξαναδέθηκαν κατά τον 19ο αιώνα. Μερικά ωστόσο λείπουν, παρά το γεγονός ότι ένα ή δύο από τα ελλείποντα φύλλα ξαναβρέθηκαν πρόσφατα. Μόνο το μπροστινό μέρος των φύλλων είναι εικονογραφημένο, ενώ το πίσω μέρος είναι κενό. Δεν γνωρίζουμε το εργαστήριο που δημιούργησε το χειρόγραφο ή τον πάτρωνα για χάρη του οποίου δημιουργήθηκε.
[Βασική πηγή: Marina Warner, ‘The Book of Miracles’, NYR Daily, May 1, 2014]

Παρακάτω έχω συγκεντρώσει και επεξεργαστεί στο μέτρο των τεχνικών ικανοτήτων μου τις μισές περίπου από τις εικόνες του βιβλίου.








Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ερμητική τελετουργική προσευχή στον Ύψιστο Πατέρα


Αυτή η σύντομη, σχεδόν άριστα διατηρημένη, ερμητική προσευχή εκφράζει σε προσεκτικά διατυπωμένη λειτουργική γλώσσα την ευγνωμοσύνη κάποιου που έχει λάβει θεοποιό γνώση. Σώζεται σε 3 εκδοχές: στο ελληνικό πρωτότυπο, σε μια λατινική και σε μια κοπτική μετάφραση. Το πλαίσιο της προσευχής είναι διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. Στο ελληνικό κείμενο, που ονομάζεται Πάπυρος Mimaut, είναι μέρος μιας ευρύτερης προσευχής ενσωματωμένης σε μια μαγική σύνθεση. Στον λατινικό Ασκληπιό αποτελεί την ολοκλήρωση της πραγματείας. Και στον κοπτικό κώδικα η προσευχή είναι προσαρτημένη ως είδος παραρτήματος σε ένα άλλο ερμητικό κείμενο που προηγείται, την πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος. Αυτό υποδηλώνει ότι η προσευχή ήταν αρχικά ένα ανεξάρτητο κομμάτι της παράδοσης.
Η προσευχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα σαφή αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζει σχετικά με την ύπαρξη ερμητικών λατρευτικών πρακτικών. Η ίδια η προσευχή αντανακλά λειτουργική χρήση, όπως βεβαιώνει η ισορροπημένη της γλώσσα. Επιπλέον, στην κοπτική εκδοχή η καταληκτική δήλωση αναφέρει έναν τελετουργικό εναγκαλισμό (που απαντά επίσης στο Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος) μετά την προσευχή, καθώς και ένα λατρευτικό γεύμα. Αυτές οι αναφορές σε λατρευτικές πρακτικές δείχνουν ότι υπήρχαν ερμητικές κοινότητες αφιερωμένες στην ενθάρρυνση της οραματικής εμπειρίας και στη διατήρηση της μυστικής γνώσης που κοινωνείται μέσω της εν λόγω εμπειρίας. Η κοπτική κεφαλίδα «αυτή είναι η προσευχή που είπαν» ήταν μόνο μια εισαγωγική γραμμή. Μαζί με τη καταληκτική δήλωση σχηματίζει απλώς ένα αφηγηματικό πλαίσιο για την προσευχή.
Παρακάτω αποδίδεται το ελληνικό κείμενο, ενώ με μαύρα χοντρά γράμματα οι κοπτικές προσθήκες. Για το κοπτικό κείμενο συμβουλεύτηκα τη μετάφραση των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott.
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 30-11-2016

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ερμή του Τρισμέγιστου: πραγματεία περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος (από την απόκρυφη βιβλιοθήκη του Ναγκ Χαμαντί)


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Η πραγματεία Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος αποτελεί ένα από τα τρία ερμητικά κείμενα που βρέθηκαν στον 6ο κώδικα της κοπτικής βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί. Τα τρία ερμητικά έργα ακολουθούν το ένα το άλλο στο τέλος του κώδικα, ενώ τα κείμενα που προηγούνται έχουν ποικίλη προέλευση και έμπνευση. Το πρώτο από τα τρία κείμενα (NHC VI 6), ο διάλογος Περί της Ογδοάδος και της Εννεάδος, είναι ακριβώς το έργο το οποίο μεταφράζεται και σχολιάζεται παρακάτω. Το δεύτερο ερμητικό κείμενο (NHC VI 7) παραδίδεται χωρίς τίτλο και αποτελεί κοπτική μετάφραση μιας προσευχής που το ελληνικό της πρωτότυπο ανευρίσκεται στον μαγικό πάπυρο PGM III 591-609. Έχει ως επιπλέον παράλληλο την λατινική παράφραση του Ασκληπιού 41, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τη λατινική μετάφραση του χαμένου ελληνόγλωσσου Τέλειου Λόγου. Το τελευταίο ερμητικό κείμενο του κοπτικού κώδικα (NHC VI 8) αποτελεί επίσης ένα απόσπασμα μεταφρασμένο από τον Τέλειο Λόγο και έχει ως παράλληλο τον λατινικό Ασκληπιό 21-29.
Το παρόν κείμενο είναι μοναδικό από την άποψη ότι δεν μας ήταν γνωστό από κάποια άλλη παράδοση πριν έρθουν στο φως τα κείμενα της κοπτικής βιβλιοθήκης. Ο τίτλος του έχει χαθεί, αλλά οι σύγχρονοι ειδικοί το έχουν ονομάσει με τον τρέχοντα τίτλο από μια φράση, η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματεία. Το βιβλίο περιγράφει την διαδικασία με την οποία κάποιος πνευματικός οδηγός, δηλαδή μυσταγωγός, οδηγεί έναν μυούμενο σε μια μυστικιστική εμπειρία, μια πνευματική «άνοδο». Προκειμένου να κατανοήσουμε, στο βαθμό που είναι δυνατόν, το κείμενο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι όροι «Ογδοάδα» και «Εννεάδα» αντιπροσωπεύουν την όγδοη και την ένατη σφαίρα που περιβάλλουν τη γη. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι επτά πρώτες σφαίρες, δηλαδή αυτές του ήλιου, της σελήνης και των πέντε πλανητών, έλεγχαν σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη ζωή, αλλά δεν ήταν αναγκαστικά φιλάνθρωπες. Η όγδοη και η ένατη σφαίρα αποτελούν επομένως την αρχή του πραγματικά καθαρού θεϊκού βασιλείου, πέρα από τον έλεγχο των κατώτερων δυνάμεων. Στον θάνατο η ψυχή ταξιδεύει μέσα από τις επτά σφαίρες και, αν το πέρασμα της είναι επιτυχές, φτάνει στην όγδοη και την ένατη, όπου και γνωρίζει την αληθινή μακαριότητα. Επιπλέον η όγδοη και η ένατη σφαίρα μπορούν συμβολικά να υποδεικνύουν προχωρημένα επίπεδα πνευματικής ανάπτυξης στην παρούσα ζωή. Η πραγματεία πιθανώς υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας ακόμη ανώτερης, δέκατης σφαίρας, όπου κατοικεί ο ίδιος ο Θεός, μολονότι αυτό δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο από τα λεγόμενα.
Η πραγματεία ξεκινά με μια εισαγωγική συζήτηση μέσω της οποίας ο υποψήφιος για μύηση εξασφαλίζει την αποδοχή από τον μυσταγωγό του αιτήματός του να βιώσει την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας. Η διαδικασία που θα οδηγήσει στην εμπειρία ξεκινά με μια σειρά οδηγιών που κορυφώνεται σε μια προσεκτικά διατυπωμένη προσευχή. Στην καρδιά της προσευχής βρίσκεται η απαίτηση για μια οραματική εμπειρία. Ακολουθεί ένας εναγκαλισμός μεταξύ των δύο συμμετεχόντων και στη συνέχεια ο μυσταγωγός έχει το όραμά του.  Κατόπιν, υπό την καθοδήγηση του  μυσταγωγού,  ο μαθητής εισέρχεται οραματικά στην όγδοη και στη συνέχεια στην ένατη σφαίρα. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν ευχαριστήριο ύμνο εκ μέρους του μαθητή, καθώς και με οδηγίες καταγραφής και διατήρησης της αφήγησης της εμπειρίας.
Το έργο προϋποθέτει την ύπαρξη πρωιμότερων επιπέδων πνευματικής ανάπτυξης. Δεν περιγράφονται λεπτομερειακά, άλλα δύο τουλάχιστον πράγματα πρέπει να έχουν συμβεί για να είναι κανείς έτοιμος για την εμπειρία της όγδοης και της ένατης σφαίρας: πρώτον να έχει επιτύχει καθαρότητα στη ζωή του σύμφωνα με το πρότυπο του θεϊκού νόμου και δεύτερον να έχει εξαλείψει την άγνοιά του μέσω της γνώσης που θα έχει κατακτήσει από τα ιερά ερμητικά βιβλία. Η επιτυχία των τελευταίων σταδίων της μύησης απαιτεί ο μυσταγωγός να έχει πρώτα την δική του  μυστικιστική εμπειρία-όραμα, προκειμένου να γίνει η ενσάρκωση του συμπαντικού Νου, ο οποίος αποτελεί την ένατη σφαίρα. Ο μαθητής τότε εισέρχεται στην όγδοη σφαίρα αναγνωρίζοντας την παρουσία του συμπαντικού Νου και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν την αναγνώριση μετέχοντας στον  χορό των φωνών των πνευματικών όντων που κατοικούν στην όγδοη σφαίρα και ψάλλουν έναν σιωπηλό ύμνο στον παγκόσμιο Νου. Φτάνει στην ένατη σφαίρα, όταν έχει την εμπειρία της δικής του ενότητας μ’ αυτόν το Νου και όταν λάβει την επιβεβαιωτική ενόραση στην οποία ο χορός της όγδοης σφαίρας τραγουδά πια γι’ αυτόν τον ίδιο!
Αυτό και άλλα ερμητικά κείμενα μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο μικρών ομάδων αφιερωμένων στην απόκρυφη γνώση και τη μυστικιστική εμπειρία. Σε αυτές τις ομάδες οι προχωρημένοι θα δίδασκαν και θα καθοδηγούσαν τους νεόφυτους  με τη βοήθεια και ορισμένων τελετουργικών πράξεων, όπως προσευχών και  ύμνων,  τους οποίους άλλωστε συναντάμε σε πολλά ερμητικά κείμενα. Επίσης οι πραγματείες πιθανότατα χρησίμευαν ως βάση για συζήτηση μεταξύ των μελών των ομάδων, αλλά και ως κείμενα για προσωπικό διαλογισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο συγγενεύει με ελληνικά φιλοσοφικά σχήματα, πλατωνικά, στωικά και άλλα. Ωστόσο υπάρχει ένα αιγυπτιακό επίχρισμα με την αναφορά στην αιγυπτιακή πόλη της Διοσπόλεως, στα ιερογλυφικά και στους Θεούς με πρόσωπα ζώων, όλα αυτά προς το τέλος του κειμένου. Το έργο στην παρούσα μορφή του χρονολογείται πιθανότατα στον δεύτερο αιώνα μ.Χ.
Το κείμενό μας εμφανίζει συνηχήσεις με αρκετά κείμενα της ερμητικής παράδοσης, προπάντων όμως με την 1η και την 13η πραγματεία του Corpus Hermeticum. Επίσης εμφανίζονται θέματα που απαντούν και αλλού στην ερμητική παράδοση, όπως λόγου χάρη το θέμα της ομορφιάς, το οποίο εμφανίζεται επίσης στην 6η ερμητική πραγματεία (CH 6.4-5) καθώς και στους λεγόμενους αρμενικούς Ορισμούς (10.1). Το εκστατικό όραμα μέσω του οποίου ο εκλεκτός, έχοντας ήδη κατακτήσει την Εβδομάδα, φτάνει στη θέαση της Ογδοάδος καθώς και των ψυχών και των αγγέλων που τραγουδούν μέσα στη σιωπή ύμνους προς την Εννεάδα και τις δυνάμεις της καθώς και στον Θεό αγγίζοντας την αθάνατη ζωή, έχει την αντιστοιχία του με την 1η ερμητική πραγματεία, τον περίφημο Ποιμάνδρη (CH 1.25-26),  όπου ο άνθρωπος, υπερβαίνοντας την έβδομη σφαίρα, θεάται την φύση της όγδοης και των δυνάμεων που τραγουδούν ύμνους προς τιμήν του Πατέρα, προς τον οποίο στη συνέχεια ανέρχονται όσοι έχουν φτάσει στην Ογδοάδα και γίνονται κατόπιν θεοί. Αυτό το διάστημα, το οποίο στον Ποιμάνδρη είναι ανώτερο από την Ογδοάδα, πιθανότατα αντιστοιχεί στην Εννεάδα της παρούσας πραγματείας. Η οπτική είναι δίχως αμφιβολία ένα μείγμα κοσμολογίας και αστρολογίας, όπου στην Εβδομάδα μπορούμε να αντιστοιχίσουμε την σφαίρα του Κρόνου, στην Ογδοάδα τον ουρανό των απλανών αστέρων, ο οποίος αποτελεί ένα όνομα του Θεού σύμφωνα με τον μαγικό πάπυρο PGM XIII 743, 753, ενώ η Εννεάδα είναι κατά συνέπεια ο  συμβολικός τόπος για εκείνους οι οποίοι έχουν υπερβεί τον φυσικό κόσμο.
[Επειδή δεν γνωρίζω αρχαία κοπτικά, στηρίχτηκα αναγκαστικά στην ιταλική μετάφραση του Alberto Camplani και την αγγλική των James Brashler, Peter A. Dirkse και Douglas M . Parrott]
© ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 28-11-2016

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Cesare Pavese, Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου


Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου,
ετούτος ο θάνατος που σύντροφος είναι
απ' το πρωί ως το βράδυ, ακοίμητος,
κρυφός σαν τύψη αρχαία 
ή σαν αμάρτημα παράλογο. Τα μάτια σου
θα 'ναι μια λέξη κενή,
μια κραυγή σιωπηλή, μια σιγή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί,
καθώς σκύβεις μονάχη
στον καθρέφτη. Αγαπημένη ελπίδα,
κείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να παύεις ένα αμάρτημα,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ξανά ν’ αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα χείλι κλειστό.
Σιωπηλοί θα κατεβούμε στην άβυσσο.

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi-
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola
un grido taciuto, un silenzio.
Così li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.

Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti. 


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Yehuda Amichai, Ποιήματα για μια γυναίκα


Ποιήματα για μια γυναίκα
1.
Το σώμα σου είναι λευκό σαν άμμος
που εντός της τα παιδιά ποτέ δεν έχουν παίξει.

Τα μάτια σου είναι θλιβερά και όμορφα
σαν τις εικόνες λουλουδιών σ’ ένα βιβλίο.
Τα μαλλιά σου αιωρούνται προς τα κάτω
σαν τον καπνό απ’ τον βωμό του Κάιν.

Πρέπει τον αδελφό μου να σκοτώσω
κι ο αδελφός μου πρέπει να σκοτώσει εμένα.

2.
Είναι η ζωή μου θλιβερή ωσάν την περιπλάνηση
περιπλανώμενου.

Οι ελπίδες μου είναι χήρες,
οι πιθανότητές μου δεν θα παντρευτούν, ποτέ.

Οι αγάπες μας φορούνε τις στολές των ορφανών
σε ορφανοτροφείο.

Οι μπάλες επιστρέφουν στα χέρια τους
από τον τοίχο.

Ο ήλιος δεν επιστρέφει.
Κι οι δύο μας είμαστε μια ψευδαίσθηση.

3.
Εάν ανοίξεις το παλτό σου,
πρέπει να διπλασιάσω την αγάπη μου.

Εάν φοράς το στρογγυλό λευκό καπέλο,
πρέπει να πολλαπλασιάσω το αίμα μου.

Στον τόπο που βρίσκεται η αγάπη σου,
όλα τα έπιπλα πρέπει να εκκαθαριστούν απ’ το δωμάτιο,

όλα τα δέντρα, όλα τα βουνά, όλοι οι ωκεανοί.
Είναι πολύ στενός ο κόσμος.

4.
Το φεγγάρι, δεμένο μ’ αλυσίδα,
στέκει ήσυχο έξω.

Το φεγγάρι, πιασμένο στα κλαδιά της ελιάς,
δεν μπορεί να ελευθερωθεί.

Το φεγγάρι των στρογγυλών ελπίδων
κυλά ανάμεσα στα σύννεφα.

5.
Τα βουνά έχουν κοιλάδες
κι εγώ έχω σκέψεις.

Απλώνονται
μέχρι την ομίχλη και μέχρι εκεί που δεν υπάρχουν δρόμοι.

Πίσω από το λιμάνι της πόλης
κατάρτια στέκονται.
Πίσω μου ο Θεός αρχίζει
με σχοινιά και σκάλες,
με κιβώτια και γερανούς,
με αιώνες των αιώνων.

Η άνοιξη μας βρήκε.
Όλα τα βουνά από γύρω
είναι πέτρινα βαρίδια
για να ζυγίζουν πόσο αγαπάμε.

Το αιχμηρό γρασίδι δάκρυσε
στη σκοτεινή κρυψώνα μας.

Η άνοιξη μας βρήκε.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 20-11-2016
[< Chana Bloch and Stephen Mitchell, The Selected Poetry of Yehuda Amichai, University of California Press, 2013 (1986)]

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges), Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας


Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποίημα για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας

Πού να’ ναι τώρα η ανάμνηση των ημερών
που ήταν δικές σου πάνω στη γη και ύφαιναν συνάμα
τη χαρά και τον πόνο κι ήταν για σένα όλο το σύμπαν;
Ο ποταμός του αριθμού των χρόνων
τις έχει χάσει. Είσαι μια λέξη σ’ έναν κατάλογο.

Οι θεοί σε άλλους χάρισαν δόξα ατελεύτητη,
επιγραφές, ανάγλυφα, μνημεία κι εξαίρετους ιστορικούς.
Για σένα ξέρουμε μονάχα, φίλε ασήμαντε,
πως άκουσες το αηδόνι κάποιο απόγευμα.

Ανάμεσα στους ασφοδέλους της σκιάς, ο μάταιος ίσκιος σου
θα σκέφτεται ότι οι θεοί σταθήκαν φειδωλοί.
Ωστόσο οι μέρες είναι ένα δίχτυ από αθλιότητες κοινότυπες,
κι υπάρχει ανώτερη ευλογία παρά να είσαι η στάχτη
απ’ την οποία είναι πλασμένη η λησμονιά;

Σε άλλους ρίξανε οι θεοί το φως της δόξας αδυσώπητο
να επιτηρεί τα ενδότερα και ν’ αριθμεί ρωγμές
μιας δόξας που καταλήγει φθείροντας το λατρεμένο ρόδο της.
Με σένα, αδερφέ, υπήρξαν οι θεοί πιο ελεήμονες.
Στην έκσταση ενός δειλινού που ποτέ του δεν θα γίνει βράδυ
ακούς το λάλημα απ’ το αηδόνι του Θεόκριτου.

Ερμηνεία και ανάλυση
Το υπέροχο αυτό ποίημα με τον καβαφικό τόνο είναι αφιερωμένο σε κάποιον ανώνυμο και ελάσσονα ποιητή της λεγόμενης ελληνικής ανθολογίας, μιας μεγάλης σειράς από ελληνικά επιγράμματα. Το όνομα του ποιητή έχει ξεχαστεί, το ίδιο η ζωή και η ποίησή του. Σε άλλους ποιητές η μοίρα επιφύλαξε μεγαλύτερη δόξα. Ωστόσο αυτή η δόξα είναι αδυσώπητη, με την έννοια ότι υπόκειται στη διαρκή φθορά του χρόνου και της κριτικής, η οποία τελικά καταλήγει να διαλύει το αντικείμενο (ρόδο) της αρχικής λατρείας της. Ο ασήμαντος ποιητής αντίθετα δεν έχει να φοβάται κάτι τέτοιο, εφόσον ούτως ή άλλως είναι ήδη λησμονημένος. Από αυτή την άποψη δεν πρέπει να τα βάζει με τους θεούς που δεν τον δόξασαν, αλλά αντίθετα να τους ευγνωμονεί, επειδή υπήρξαν στην πραγματικότητα φιλάνθρωποι μαζί του, αφού δεν τον υπέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής φθοράς που γνωρίζει η μεγάλη ποίηση.  Ο ταπεινός ποιητής μας έχει τουλάχιστον το προνόμιο να ακούει παντοτινά, στο ατελεύτητο λυκόφως του χρόνου, τη φωνή των σπουδαιότερων ποιητών (αηδόνι), όπως αυτή του Θεόκριτου.
Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη, 19-11-2016

A UN POETA MENOR DE LA ANTOLOGIA
¿Dónde está la memoria de los días 
que fueron tuyos en la tierra, y tejieron 
dicha y dolor y fueron para ti el universo?

El río numerable de los años
los ha perdido; eres una palabra en un índice.

Dieron a otros gloria interminable los dioses,
inscripciones y exergos y monumentos y puntuales historiadores;
de ti sólo sabemos, oscuro amigo,
que oíste al ruiseñor, una tarde.

Entre los asfodelos de la sombra, tu vana sombra 
pensará que los dioses han sido avaros.

Pero los días son una red de triviales miserias,
¿y habrá suerte mejor que ser la ceniza 
de que está hecho el olvido?

Sobre otros arrojaron los dioses
la inexorable luz de la gloria, que mira las entrañas y enumera las 
grietas,
de la gloria, que acaba por ajar la rosa que venera; 
contigo fueron más piadosos, hermano.

En el éxtasis de un atardecer que no será una noche, 

oyes la voz del ruiseñor de Teócrito.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

John Keats, Σονέτο στον Όμηρο (To Homer, 1818)



John Keats, Σονέτο στον Όμηρο

Εδώ που απόμακρος σε τεράστια άγνοια στέκομαι
για σένα ακούω και για τις Κυκλάδες,
σαν κάποιος που στέκει σ’ ακτή και ποθεί, αν του τύχει,
στα βάθη της θάλασσας να συναντήσει των κοραλλιών τα δελφίνια.

Ναι, ήσουν τυφλός -μα ύστερα εσχίστη το πέπλο,
ο Δίας τα ουράνια αποκάλυψε για να ζήσεις εσύ,
ο Ποσειδώνας σου έφτιαξε αφρισμένη σκηνή
κι ο Πάνας έκανε να τραγουδήσει για σένα η κυψέλη στο δάσος.

Ναι, στις ακτές του σκότους υπάρχει φως,
στις χαράδρες φανερώνεται γρασίδι ανέγγιχτο,
στα μεσάνυχτα εντός βλασταίνει το αύριο,
στα βάθη της τυφλότητας ζει μια όραση τριπλή.

Τέτοιο ήταν το βλέμμα σου, σαν αυτό που κάποτε έλαχε
η Άρτεμις, άνασσα της Γης, τ’ Ουρανού και της Κόλασης.

Ανάλυση και ερμηνεία


Στο σονέτο αυτό, αγγλικού τύπου (4, 4, 4, 2 στίχοι), γραμμένο το 1818, ο ποιητής μας εκφράζει τον θαυμασμό του για τον μέγιστο των αρχαίων ποιητών, τον Όμηρο. Έχοντας διαβάσει Όμηρο, συνειδητοποίησε την δική του ποιητική έλλειψη γνώσης για το τι αποτελεί πραγματικά μεγαλειώδες. Τώρα που έχει κατανοήσει αυτή την άγνοια, μοιάζει σαν κάποιον ο οποίος μέχρι τότε στεκόταν απλώς στην ακρογιαλιά, ενώ τώρα έχει κυριευθεί από την επιθυμία να βυθιστεί στα βαθιά νερά της θάλασσας και να αντικρίσει τα κοράλλια και τα δελφίνια της. Έχουμε εδώ έναν σαφή υπαινιγμό πως μέχρι τότε ο ποιητής μας έγραφε ρηχά, ενώ τώρα επιθυμεί να προσεγγίσει το ποιητικό βάθος και τους θησαυρούς του που κατέκτησε κάποτε ο Όμηρος. Η αναφορά στα δελφίνια δεν φαίνεται τυχαία, καθώς το ζώο θεωρείται ιερό του Απόλλωνος, προστάτη της ποιητικής, αλλά και της μαντικής έμπνευσης. Την υποψία μας ότι έχουμε εδώ έναν υπαινιγμό στον θεό Απόλλωνα την ενισχύει η αινιγματική αναφορά στις Κυκλάδες, στις οποίες ανήκει και η Δήλος, ο γενέθλιος τόπος του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, η οποία κάνει την εμφάνισή της πράγματι στο τέλος του ποιήματος. 

Στη συνέχεια έχουμε αναφορά στην γνωστή από την παράδοση τυφλότητα του Ομήρου. Η τυφλότητα αυτή είναι μονάχα εξωτερική. Ο αρχαίος ποιητής, με τη βοήθεια των θεϊκών δυνάμεων, την υποκατέστησε από μια εσωτερική ενόραση, η οποία διεισδύει μέχρι τα βάθη της πραγματικότητας. Η εσωτερική όραση του Ομήρου, χάρισμα των θεών, του επιτρέπει να προσεγγίσει τα μυστικά του ουρανού, της θάλασσας και της γης. Η επιλογή του Πανός ως εκπροσώπου του βασιλείου της γης φαίνεται ότι γίνεται επιλεκτικά, στη θέση της Γαίας, προκειμένου να συμπληρωθεί η τριάδα των αρσενικών θεοτήτων που χαρίζουν την τριπλή όραση στον ποιητή. Η αναφορά επίσης στην κυψέλη είναι φανερό ότι παραπέμπει στην αρχαία μεταφορά της μέλισσας για την γλυκύτητα της ποίησης. 

Στη συνέχεια ακολουθεί το βαθύτερο ίσως κομμάτι του σονέτου, όπου ο ποιητής αγγίζει την λεκτική τελειότητα στο αγγλικό πρωτότυπο. Μέσα στο σκότος της τύφλωσης ο Όμηρος ανακαλύπτει το φως της έμπνευσης και της αλήθειας, του αποκαλύπτονται ολόφρεσκες χαράδρες απάτητες από οποιονδήποτε άλλο αοιδό ή άνθρωπο. Το σκοτάδι της νύχτας/τύφλωσης δεν είναι κάτι άγονο, γιατί εγκυμονεί το ίδιο το μέλλον. Η τριπλή όραση του ποιητή παραλλάσσεται στο τελευταίο δίστιχο και ταυτίζεται με την όρασή της Άρτεμης, στην τριπλή της ιδιότητα ως Άρτεμη, Σελήνη και Εκάτη. Ως Άρτεμη είναι βασίλισσα της γης, ως Σελήνη είναι βασίλισσα του ουρανού και ως Εκάτη είναι βασίλισσα της κόλασης ή του κάτω κόσμου. Δεν μπορούμε να μην υποψιαστούμε μια κάπως σκοτεινότερη παραλλαγή του μοτίβου της τριπλής όρασης στο τέλος ακριβώς του ποιήματος: ενώ η τριάδα Δίας, Ποσειδώνας και Πάνας μοιάζει να λειτουργεί στο φως, η μόνη Άρτεμις στην τριπλή της ιδιότητα λειτουργεί περισσότερο στο σκοτάδι. Συνεπώς ο Όμηρος, αλλά και ο ποιητής ο οποίος τον έχει ως πρότυπο του, κατορθώνει να προσεγγίσει και την φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της βαθύτερης αλήθειας των πραγμάτων.
Σταύρος Γκιργκένης Θεσσαλονίκη, 17-11-2016

John Keats, To Homer


Standing aloof in giant ignorance
Of thee I hear and of the Cyclades,
As one who sits ashore and longs perchance
To visit dolphin-coral in deep seas.


So thou wast blind;–but then the veil was rent,
For Jove uncurtain’d Heaven to let thee live,
And Neptune made for thee a spumy tent,
And Pan made sing for thee his forest-hive;


Aye on the shores of darkness there is light,
And precipices show untrodden green,
There is a budding morrow in midnight,
There is a triple sight in blindness keen;


Such seeing hadst thou, as it once befel
To Dian, Queen of Earth, and Heaven, and Hell.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...