Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Οι καταραμένοι νεκροί στο Λιλύβαιον


Από το αρχαίο Λιλύβαιο[1] της Σικελίας προέρχονται δύο μολύβδινες καταραστικές επιγραφές που βρέθηκαν σε τάφο του 3ου αιώνα π.Χ. Είναι γραμμένες σε μια μίξη δωρικής διαλέκτου και Κοινής και πιθανώς από το ίδιο χέρι, αν και η μια είναι γραμμένη ανάδρομα. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά τους είναι και τα ονόματα που αναφέρονται: η πρώτη απευθύνεται ενάντια σε κάποιον Απιθαμβ.αλ[2] και η δεύτερη ενάντια σε κάποιον Ζωπυρίωνα τᾶς Μυμβυρumbur). Τα δύο ξένα ονόματα, πιθανώς καρχηδονιακά, αντιμετωπίζονται ως άκλιτα. Ο Απιθαμβ.αλ (Αpithamb.al) είναι έτοιμος να αναλάβει νομική δράση (πρᾶξις), ενώ και ο Ζωπυρίων είναι σε διαδικασία δίκης.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Όχι άλλο ξύλο: ένας νέος ζητά τη βοήθεια της μητέρας του στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ.


Μολύβδινη πινακίδα του πρώιμου 4ου αιώνα π.Χ. από την αθηναϊκή αγορά μάς διέσωσε την προσωπική επιστολή απελπισίας ενός νεαρού προς τη μητέρα του. Το όνομα του παιδιού είναι μη αττικό και πιθανώς έχουμε να κάνουμε με έναν μέτοικο. Ο νεαρός έχει σταλεί ως μαθητευόμενος ή βοηθός σε κάποιο χυτήριο, αλλά εκεί τον κακομεταχειρίζονται. Ο νεαρός ζητά την άμεση παρέμβαση της μητέρας του για να αλλάξει η κατάσταση.
            Οι ιδιωτικές επιστολές σε μόλυβδο είναι πολύ σπάνιες κι αυτό πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι ο μόλυβδος επαναχρησιμοποιούνταν ή πετιόταν, ενώ ο πάπυρος σίγουρα χρησιμοποιούνταν εκτενέστερα. Τα δείγματα που μας έχουν σωθεί πρέπει να είναι κυρίως από επιστολές που δεν έφθασαν ποτέ στον προορισμό τους. Το παρόν κείμενο από τα στυλιστικά χαρακτηριστικά της γραφής φαίνεται ότι έχει γραφτεί για λογαριασμό του νεαρού από κάποιον επαγγελματία γραφέα. Η επιστολή τυλίχτηκε με το κείμενο στην εσωτερική πλευρά, ενώ στην εξωτερική μοιάζει να υπάρχουν τα αχνά υπολείμματα μιας διεύθυνσης. Η επιστολή βρέθηκε πεταμένη μέσα σε ένα φρεάτιο στην Αγορά μαζί με πλήθος αφιερωμάτων κάποιας γυναικείας λατρείας και άλλα αντικείμενα από γειτονικά δημόσια κτήρια, όπως το Ιππαρχείο, που απορρίφθηκαν εκεί. Ο άνθρωπος στον οποίο ο νεαρός είχε εμπιστευθεί την επιστολή προφανώς θεώρησε ευκολότερο να την ξεφορτωθεί στο φρεάτιο…

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Ρουμπίνια στο δρόμο (Kabir)




Πώς να εμπορεύομαι ρουμπίνια και διαμάντια,
ο ευλογημένος μου Δάσκαλος το δρόμο μού έδειξε.
Ρουμπίνια βρίσκονται διάσπαρτα στην πλατεία -
άνθρωποι του κόσμου περνούν από πάνω τους.
Κείνος που αγνοεί δεν μπορεί να τα διακρίνει.
Τα αφήνει κι απομακρύνεται.
Όσοι κατανοούν τα σηκώνουν -
ο αγαπητός μου Δάσκαλος μου έχει δείξει τον τρόπο.

Το έντομο κάθεται στο μέλι,
δεσμώτης στα κολλώδη φτερά του.
Τόσο δύσκολο να πετάξει κανείς μακριά
από την τρομερή συνήθεια να ζητά ολοένα και περισσότερα.
Προς τα δω έρχεται ένας τυφλός.
Προς τα κει ένας άλλος τυφλός πηγαίνει.
Ο τυφλός συναντά τον τυφλό -
ποιος μπορεί να δείξει τον δρόμο;

Όλοι ζητούν φωνάζοντας: «ρουμπίνι, ρουμπίνι!»
Όλοι προβάλλουν ένα πανί για να λάβουν.
Αλλά κανένας τους δεν λύνει τον κόμπο για να δει τι κρύβεται εντός.
Και έτσι είναι στερημένοι από όλα.
Όλοι φωνάζουν: «ρουμπίνι, ρουμπίνι!»
Μα κανείς δεν έχει προσπαθήσει να δει.
Ο υπηρέτης Καμπίρ κοίταξε.
Και ανέβηκε πέρα από τη γέννηση και το θάνατο.


[Το τραγούδι αποτελεί σύνθεση του Kabir, ο οποίος έζησε τον 15ο αιώνα στο Μπεναρές, και προερχόταν από μουσουλμανική κάστα υφαντών, αλλά επηρεάστηκε πολύ από τον ινδουιστή δάσκαλό του Ramananda. Είναι γνωστός για την καυστική κριτική του τόσο των ινδουιστών όσο και των μουσουλμάνων θρησκευτικών ηγετών και για την προάσπιση μιας λατρείας προς τον Θεό πέρα από κάθε θρησκευτική μορφή και διάκριση. Ο Θεός είναι με κάθε δίκαιο άνθρωπο, ο οποίος θεωρεί όλα τα πλάσματα της φύσης δικά του και έχει απομακρυνθεί από τα πάθη του κόσμου. Ο Καμπίρ δέχτηκε όσο ζούσε απειλές τόσο από τους ινδουιστές όσο και από τους μουσουλμάνους, αλλά όταν πέθανε, τον διεκδίκησαν και οι δύο πλευρές ως άγιό τους! Το νόημα του κειμένου: η πνευματική αλήθεια (ρουμπίνια) είναι μπροστά μας και δεν την βλέπουμε, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι μένουν προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά και την απόκτησή τους.]

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

O Γιλγαμές στο Δάσος των Κέδρων


Σε πινακίδα του τέλους του 18ου αιώνα π.Χ. που είχε χρησιμοποιηθεί για σχολική εξάσκηση και ανακαλύφθηκε στην τοποθεσία Ishchali, την αρχαία πόλη Nerebtum, στον ποταμό Diyala, ανατολικά της Βαγδάτης, βρέθηκε χαραγμένο τμήμα του μυθικού κύκλου του Γιλγαμές. Ο ήρωας μαζί με τον φίλο του Ενκιντού έχουν νικήσει το πνεύμα Χουβάβα που φύλαγε ένα δάσος με κέδρους.[1] Ο Ενκιντού παρακινεί τον Γιλγαμές να σκοτώσει άμεσα τον Χουβάβα, ενώ ο ήρωας επιθυμεί να εξολοθρεύσει τις «αύρες» του Χουβάβα, δηλαδή φωτεινές υπερφυσικές δυνάμεις που ο Χουβάβα φορούσε για προστασία. Ο Ενκιντού του λέει ότι αυτό μπορεί να το κάνει εύκολα αργότερα. Οι ήρωες σκοτώνουν τον Χουβάβα και τον υπηρέτη του και μετά τις επτά αύρες. Στη συνέχει καταλύουν την ιερότητα του ιερού δάσους κόβοντας τους κέδρους:[2]

Είπε ο Ενκιντού στον Γιλγαμές:
«Χτύπα τον Χουβάβα, το τέρας, που οι θεοί σου το απεχθάνονται.
Γιατί, φίλε μου, του δείχνεις έλεος;»
Είπε ο Γιλγαμές στον Ενκιντού:
«Τώρα, φίλε μου, πρέπει να επιβάλουμε τη νίκη μας.
Οι αύρες ξεγλιστρούν στο σύδεντρο,
οι αύρες ξεγλιστρούν, η λάμψη τους λιγοστεύει»
Είπε ο Ενκιντού στον Γιλγαμές:
«Φίλε μου, είναι σαν να πιάνεις ένα πουλί. Πού θα παν τα πουλάκια του;
Ας ασχοληθούμε με τις αύρες μετά,
καθώς τα «πουλάκια» θα τρέχουν πέρα δώθε στο σύδεντρο.
Χτύπα τον ξανά, σκότωσε μαζί και τον υπηρέτη του»
Ο Γιλγαμές άκουσε τον λόγο του φίλου του.
Πήρε το πελέκι στα χέρια του,
τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη του.
τον χτύπησε στον σβέρκο.
Ο φίλος του ο Ενκιντού του έδινε θάρρος.
[Ο Χουβάβα] έπεσε, έπεσε.
Οι ρεματιές γέμισαν με το αίμα του.
Χτύπησε τον Χουβάβα, τον φύλακα, και τον έριξε στο έδαφος.,
για δυο λεύγες μακριά…
Μαζί σκότωσε [και τον υπηρέτη του].
Το δάσος [                   ].
Σκότωσε το τέρας, τον φρουρό του δάσους,
στην κραυγή του οποίου σκίστηκαν οι κορυφές του Σίριου[3] και του Λίβανου.
[           ] τα βουνά σείστηκαν,
[           ] όλες οι πλαγιές ρίγησαν.
Σκότωσε το τέρας, τον φρουρό του δάσους,
το σπασμένο [             ].
Μόλις σκότωσε και τις επτά αύρες,
το πολεμικό δίχτυ που ζύγιζε δύο τάλαντα, το μαχαίρι των οχτώ ταλάντων,
σήκωσε το βάρος δέκα ταλάντων
και κατέβηκε να καταστρέψει το δάσος.
Ανακάλυψε τη μυστική κατοικία των θεών.
O Γιλγαμές έκοβε τα δέντρα, ο Ενκιντού διάλεγε την ξυλεία.
Είπε ο Ενκιντού στον Γιλγαμές:
«Γιλγαμές χτύπα τον κέδρο»…

 [Η μετάφραση βασίζεται στο βιβλίο του Andrew George, The Epic οf Gilgamesh, Penguin Classics, 1999]



[1] Ο Humbaba (ασσυριακή ορθογραφία) ή επίσης Huwawa (σουμεριακή ορθογραφία) ήταν ένας τερατώδης γίγαντας, ο οποίος ανατράφηκε από τον Ούτου, τον Ήλιο. Ο Humbaba ήταν ο φύλακας του Δάσους των Κέδρων, όπου έζησαν οι θεοί με τη θέληση του θεού Ενλίλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον Humbaba ως απειλή για τους ανθρώπους.
[2] Είναι φανερό ότι πίσω από το επεισόδιο κρύβονται ιστορικές αναμνήσεις από επιδρομές στα βουνά του Λιβάνου για ξυλεία, την οποία δεν διέθετε η Μεσοποταμία.
[3] Το όρος Ερμών, τμήμα της οροσειράς του Αντιλίβανου, στα σύνορα Συρίας και Ισραήλ. Σίριον ή Σανιώρ το αποκαλούσαν οι Φοίνικες και Σανίρ οι Αμοραίοι.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Systema munditotius (το σύστημα όλων των κόσμων): η πρώτη μάνταλα του Carl Jung και η σημασία της


 Το 1916 ο διάσημος ιδρυτής της αναλυτικής ψυχολογίας Carl Jung ζωγράφισε την πρώτη του μάνταλα, την οποία όμως δημοσίευσε ανώνυμα μόλις το 1955. Την αποκάλεσε Systema munditotius, δηλαδή «το σύστημα όλων των κόσμων», και αποτελεί ένα είδος συμβολικής εικονιστικής συμπύκνωσης της κοσμολογίας τού μυστηριώδους έργου του «Επτά Λόγοι προς τους Νεκρούς».
Ο ίδιος ο Jung σε γράμμα του εξηγεί τον συμβολισμό της απεικόνισης: «Εικονίζει τις αντινομίες του μικρόκοσμου εντός του μακρόκοσμου και των αντινομιών του. Στην κορυφή, η μορφή του νεαρού αγοριού μέσα στο φτερωτό αυγό, καλείται Ηρικαπαίος ή Φάνης και αποτελεί έτσι μια πνευματική φιγούρα-ανάμνηση των ορφικών θεοτήτων. Η σκοτεινή του αντίθεση στα βάθη προσδιορίζεται εδώ ως Αβραξάς. Εκπροσωπεί τον κύριο του κόσμου, τον άρχοντα του φυσικού κόσμου, και αποτελεί κοσμικό δημιουργό αμφίσημης φύσης. Από αυτόν βλέπουμε να βλασταίνει το δέντρο της ζωής, το οποίο έχει τον τίτλο Vita (ζωή), ενώ το άνω αντίστοιχό του είναι ένα φωτόδεντρο με τη μορφή εφτάφωτης λυχνίας και τον τίτλο Ignis (πυρ) και Eros (Έρως). Το φως του παραπέμπει στον πνευματικό κόσμο του θεϊκού παιδιού. Τέχνη και επιστήμη ανήκουν επίσης σ’ αυτή την πνευματική σφαίρα, με την πρώτη να απεικονίζεται ως ένα φτερωτό φίδι και τη δεύτερη ως ένα φτερωτό ποντίκι. Το κηροπήγιο βασίζεται στην αρχή του πνευματικού αριθμού τρία (δύο φορές από τρεις φλόγες με μια μεγάλη φλόγα στη μέση), ενώ ο κατώτερος κόσμος του Αβραξά χαρακτηρίζεται από το πέντε, τον αριθμό του φυσικού ανθρώπου (δυο φορές από πέντε ακτίνες του αστεριού). Τα συνοδευτικά ζώα του φυσικού κόσμου είναι ένα διαβολικό τέρας και μια προνύμφη. Αυτό συμβολίζει τον θάνατο και την αναγέννηση. Μια περαιτέρω διαίρεση της μάνταλα είναι οριζόντια. Στα αριστερά βλέπουμε ένα κύκλο που εκπροσωπεί το σώμα ή το αίμα και από αυτό υψώνεται το φίδι, το οποίο ελίσσεται γύρω από τον φαλλό, ως παραγωγική αρχή. Το φίδι είναι το σκοτάδι και το φως, υποδηλώνοντας την σκοτεινή επικράτεια της γης, του φεγγαριού και του κενού (ως εκ τούτου ονομάζεται Σατανάς). Η φωτεινή επικράτεια της πλούσιας πληρότητας βρίσκεται στα δεξιά, όπου από τον φωτεινό κύκλο [κρύο ή η αγάπη του Θεού] το περιστέρι του Αγίου Πνεύματος λαμβάνει φτερά, ενώ η Σοφία χύνει από ένα διπλό ποτήρι προς τα αριστερά και τα δεξιά. Αυτή η θηλυκή σφαίρα είναι εκείνη του παραδείσου. Η μεγάλη σφαίρα που χαρακτηρίζεται από ζιγκ-ζαγκ γραμμές ή ακτίνες αντιπροσωπεύει έναν εσωτερικό ήλιο. Εντός αυτής της σφαίρας ο μακρόκοσμος επαναλαμβάνεται, αλλά με τις άνω και κάτω περιοχές αντεστραμμένες όπως σε έναν καθρέφτη. Αυτές οι επαναλήψεις πρέπει να νοηθούν ως άπειρες στον αριθμό και γίνονται όλο και μικρότερες, έως ότου φτάσουμε στον εσώτατο πυρήνα, τον πραγματικό μικρόκοσμο».

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Το επίγραμμα από την αρχαϊκή στην ελληνιστική εποχή


Το επίγραμμα, όπως υποδεικνύει και το όνομά του, αποτελεί είδος του γραπτού λόγου, συχνά σε ποιητική μορφή. Από τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. τα επιγράμματα, ανάμεσα στα αρχαιότερα παραδείγματα γραφής στο ελληνικό αλφάβητο, χαράσσονται σε ταφικά μνημεία, προκειμένου να μνημονεύσουν τους νεκρούς, και σε αναθήματα, για να εξηγήσουν το λόγο της αφιέρωσης. Πολυάριθμα λεκτικά και μετρικά στοιχεία δείχνουν ότι τα επιγράμματα, συνθεμένα πρώτα σε εξάμετρο στίχο και μετά σε ελεγειακά δίστιχα, αντλούν από την παραδοσιακή γλώσσα που απαντά και στην επική και ελεγειακή ποίηση. Μολονότι τα αρχαϊκά επιγράμματα είναι ανάμεσα στα παλαιότερα παραδείγματα γραπτού αλφαβητικού λόγου και έχουν κάποια συγγένεια με την περιστασιακή προφορική ποιητική σύνθεση (λ.χ. τα συμποτικά ποιήματα), εντούτοις θεωρούνταν από την πρώιμη ελληνική κουλτούρα κατώτερα από αισθητική άποψη σε σχέση με την επική, την λυρική ή την ελεγειακή ποίηση, όπως ο τεχνίτης θεωρούνταν κατώτερος από τον καλλιτέχνη. Η γραπτή φύση του επιγράμματος από μόνη της το τοποθετούσε στις κατώτερες τέχνες, στην κατηγορία του διακοσμητικού και του τετριμμένου. Κατά την περίοδο αυτή λογοτεχνικά έργα ανώτερης αξίας αποκτούσαν γραπτή μορφή για μνημονικούς λόγους, δηλαδή για την επόμενη προφορική εκτέλεση. Αντίθετα το επίγραμμα προοριζόταν εξαρχής όχι για δημόσια εκτέλεση, αλλά για ιδιωτική ανάγνωση, κάθε φορά που κάποιος περαστικός, του οποίου η περιέργεια εξαπτόταν από το μνημείο ή το αφιέρωμα, διάβαζε μαζί και την επιγραφή που το συνόδευε. Αν και η μοναχική ανάγνωση ενός επιγράμματος προοικονομεί την εμπειρία των μεταγενέστερων αναγνωστών βιβλίων, ωστόσο μέσα στο πλαίσιο της κατεξοχήν προφορικής αρχαϊκής κουλτούρας, τα επιγράμματα αξιολογούνταν περισσότερο για την πρακτική τους λειτουργία ως μέσων εγκωμίου και ανάμνησης παρά ως λογοτεχνικά αντικείμενα. Η αυτόνομη λογοτεχνικότητα του επιγράμματος περιοριζόταν περαιτέρω από την αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ του επιγράμματος και του έργου τέχνης του οποίου αποτελούσε τμήμα: η αισθητική αποτίμηση του αναγνώστη εξαρτώνταν όχι μόνο από τη λογοτεχνική αξία του ίδιου του επιγράμματος, αλλά ακόμη και από στοιχεία όπως η ποιότητα των γραμμάτων της επιγραφής ή η αισθητική αξία του έργου τέχνης ή του μνημείου. Όσο καιρό το επίγραμμα περιοριζόταν στο μνημείο του, αποκλειόταν από τον στίβο της προφορικής αξιολόγησης, όπου η ποίηση αποκτούσε αξία και κύρος από την εκτέλεση και την επανεκτέλεση μπροστά σε ένα δημόσιο ακροατήριο.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Η αθηναϊκή επιγραφή για τους νεκρούς των πολέμων του 447 π.Χ.


Η επιγραφή που ακολουθεί (IG i3 1162) παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την ιστορία και την εξέλιξη της οργάνωσης της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας. Καταγράφει τους νεκρούς μιας συγκεκριμένης χρονιάς στα διάφορα μέτωπα, όπου πολεμούσε ο αθηναϊκός στρατός και στόλος. Οι φυλές καταγράφονται εδώ με την επίσημη κρατική σειρά. Η ίδια επίσημη σειρά καθόριζε την χρονική ακολουθία με την οποία οι φυλές παρείχαν κυκλικά αξιωματούχους, όπως ιερείς του Ασκληπιού (IG ii3 1, 359) ή γραμματείς της Βουλής (IG ii3 1, 323). Η παρούσα επιγραφή μπορεί να χρονολογηθεί μάλλον στο έτος 447 π.Χ., όταν ο Πλούταρχος καταγράφει συγκρούσεις στην περιοχή της Χερσονήσου (Περικλής 19.1). Σ’ αυτή την περίπτωση θα αποτελούσε την αρχαιότερη μαρτυρία για την καθιέρωση της σειράς των φυλών. Σώζεται όστρακο από ερυθρόμορφη λουτροφόρο, το οποίο εικονίζει πέντε στήλες-καταλόγους πολεμικών απωλειών, όπου μπορούν να διαβαστούν οι φράσεις «από τις Ελευθερές» και «στο Βυζάντιο». Μοιάζει ωσάν ο ζωγράφος της λουτροφόρου να έχει εμπνευστεί από την παρούσα επιγραφή.
            Το κείμενο παρουσιάζει και γλωσσικό ενδιαφέρον: μας δείχνει πώς έγραφαν οι Αθηναίοι πριν από την επίσημη υιοθέτηση του ιωνικού αλφαβήτου στα τέλη του 5ου αιώνα. Μας δίνει, δηλαδή, μια καλή όψη του παλιού αττικού αλφαβήτου: οι φθόγγοι /η/, /ει/ και /ω/ καταγράφονται με το αντίστοιχο απλό βραχύ ε και ο: Ἀθεναίον = Ἀθηναίων, στενάχεμ = στενάχειν. Το /κσ/ αποδίδεται με τον συνδυασμό χς και όχι με ξ. Γλωσσικά παρατηρούμε την αφομοίωση του τελικού -ν με το σύμφωνο της επόμενης λέξης: ἐγ Χερρονέσοι = ἐν Χερσονήσῳ (εδώ έχουμε και το γνωστό αττικό -ρρ- αντί -ρσ-. Πβ. την τριάδα θάρρος/θάρσος-θράσος), ἐμ Βυζαντίοι = ἐν Βυζαντίῳ, εὐκλέϊσαμ πατρίδα. Τα ονόματα Καρυστόνικος και Ναξιάδης παραπέμπουν στις αιματηρές νίκες των Αθηναίων σε βάρος των συμμάχων τους που αποστάτησαν γύρω στα 470-465, ενώ βρίσκουμε και ονόματα εμπνευσμένα από την επική παράδοση: Αίσων, Αστυάναξ. Τέλος το βαρνάμενοι προήλθε με ανομοίωση από το μαρνάμενοι < μάρναμαι = πολεμώ.

Νεοελληνική απόδοση
Στην Χερσόνησο πέθαναν οι εξής από τους Αθηναίους: Επιτέλης, στρατηγός. Από την Ερεχθηίδα ο Πυθόδωρος, ο Αριστόδικος, ο Τήλεφος, ο Πυθόδωρος. Από την Αιγηίδα ο Επιχάρης, ο Μνησίφιλος, ο Φαιδιμίδης, ο Λάχης, ο Νικόφιλος. Από την Πανδιονίδα ο Λυσικλής. Από τη Λεοντίδα ο Χαιρής. Από την Οινηίδα ο Ροδοκλής, ο Ευρύβοτος, ο Πολίτης, ο Ηροκλείδης. Από την Κεκροπίδα ο Αρίσταρχος, ο Καρυστόνικος, ο Θεόμνηστος, ο Αρίσταρχος, ο Ευκράτης, ο Νικόμαχος. Από την Ιπποθωντίδα ο Σωτελίδης, ο Ποσείδιππος. Από την Αιαντίδα  ο Δίφιλος. Από την Αντιοχίδα ο Κράτων, ο Αντικράτης, ο Εύδοξος. Στο Βυζάντιο πέθαναν από τους Αθηναίους οι εξής: από την Ερεχθηίδα ο Νικόστρατος, ο Φιλόκομος. Από την Αιγηίδα ο Χιόνις. Από την Πανδιονίδα ο Φιλιστίδης. Από την Λεοντίδα ο Λυσίμαχος. Από την Ακαμαντίδα ο Καλλισθένης. από την Οινηίδα ο Κάλιππος. Από την Κεκροπίδα ο Κνίφων, ο Δημοτέλης. Από την Ιπποθωντίδα ο Αίσων. Από την Αιαντίδα ο Νικόδημος. Από την Αντιοχίδα ο Φανίας. Στους άλλους πολέμους πέθαναν οι εξής:[1] από την Ερεχθηίδα ο Λυσανίας. Από την Πανδιονίδα ο Σιμωνίδης, ο Αισχύλος, ο Αρχέπολις, ο Σμικρίων, ο Χαροπίδης, ο Ναξιάδης. Από τη Λεοντίδα ο Φίλων, ο Εύδημος. Από την Ακαμαντίδα ο Πρώταρχος. Από την Κεκροπίδα ο Χαιρίας, ο Αστυάναξ, ο Λυσίστρατος. Από την Ιπποθωντίδα ο Τιμόνοθος, ο Αντιφάνης. Από την Αιαντίδα ο Κλείνοθος, ο Φίλιος, ο Καλλικλής. Από τις Ελευθερές[2] ο Σημιχίδης.
Αυτοί στον Ελλήσποντο έχασαν την λαμπρή τους τη νιότη
μαχόμενοι και την πατρίδα τους δόξασαν.
Έκαναν τους εχθρούς να στενάξουν λαμβάνοντας θερισμό πολέμου,
ενώ για τους εαυτούς τους μνήμα αρετής αθάνατο θεμελίωσαν.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Η ώρα του Διαβόλου (Φερνάντο Πεσσόα)


«Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά μου όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μόνο η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παιχθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε κι ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει καταμεσήμερα αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας… Το μόνο στο οποίο διαφέρει ο άνθρωπος από το ζώο εί­ναι ότι ξέρει πως δεν είναι ζώο. Είναι το πρώτο φως που δεν είναι τίποτε άλλο από ορατό σκότος. Είναι η αρχή, γιατί το να βλέπεις τα σκότη σημαίνει ότι δέχεσαι το φως τους. Εί­ναι το τέλος, γιατί σημαίνει ότι μαθαίνεις, μέσω της όρασης, ότι γεννήθηκες τυφλός. Έτσι το ζώο γίνεται άνθρωπος μέσω της άγνοιας που γεννιέται μέσα του. Εποχές συσσωρεύονται επί εποχών και χρόνοι επί χρό­νων, και το μόνο που κάνεις είναι να βαδίζεις στην περιφέ­ρεια ενός κύκλου που στο κέντρο του βρίσκεται η αλήθεια».
[Φερνάντο Πεσσόα, Η ώρα του Διαβόλου, μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Εξάντας 2000]