Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Ted Chiang, Η ιστορία του υφαντή που έκλεψε τον εαυτό του (The Merchant and the Alchemist's Gate, 2007)


[Η ιστορία που μεταφράζω παρακάτω είναι εγκιβωτισμένη μέσα σε μια ευρύτερη αφήγηση. Έχει προηγηθεί η ιστορία του Χασάν, ο οποίος πέρασε από την μαγική Πύλη των Χρόνων στο Κάιρο, έργο του αλχημιστή Μπασααράτ, και μεταφέρθηκε 20 χρόνια στο μέλλον, όπου βρήκε τον εαυτό του πλούσιο και ευτυχισμένο. Ακολουθεί η ιστορία του υφαντή Ατζίμπ που δεν είναι το ίδιο χαρούμενη.]
Τίτλος πρωτοτύπου: «Τhe Tale of the Weaver Who Stole from Himself» < Ted Chiang, The Merchant and the Alchemist's Gate, 2007.]

Η ιστορία του υφαντή που έκλεψε τον εαυτό του
Ήταν κάποτε ένας νεαρός υφαντής, ο οποίος ονομαζόταν Ατζίμπ και ο όποιος ζούσε μια μέτρια ζωή φτιάχνοντας χαλιά, αλλά ποθούσε να γευτεί τις πολυτέλειες που απολάμβαναν οι πλούσιοι. Έχοντας ακούσει την ιστορία του Χασάν, πέρασε αμέσως μέσα από την Πύλη των Χρόνων για να αναζητήσει τον γηραιότερο εαυτό του, για τον οποίο θεωρούσε βέβαιο ότι θα ήταν πλούσιος και γενναιόδωρος όσο και ο γηραιότερος Χασάν. Φτάνοντας στο Κάιρο του μέλλοντος, είκοσι χρόνια αργότερα, πήγε στην πλούσια συνοικία της πόλης, την Χαμπανίγια, και ρώτησε τον κόσμο για την κατοικία του Ατζίμπ ιμπν Ταχέρ. Ήταν προετοιμασμένος ώστε αν συναντήσει κάποιον ο οποίος θα γνώριζε τον άνδρα και θα παρατηρούσε την ομοιότητα των χαρακτηριστικών τους, να συστηθεί ως ο γιος του Ατζίμπ, που μόλις έφτασε από τη Δαμασκό. Ωστόσο δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να εφαρμόσει αυτό το σχέδιο, επειδή κανένας από αυτούς τους οποίους ρώτησε δεν αναγνώρισε το όνομα.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Τεντ Τσιανγκ (Ted Chiang), Ο Προβλεπτής (τίτλος πρωτοτύπου: What’s Expected of Us)


Ο Ted Chiang είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Κινεζικής καταγωγής και γεννημένος στην Αμερική, είναι συγγραφέας σύντομων ιστοριών και λίγο μεγαλύτερων κειμένων. Το άθροισμα όλων όσων έχει γράψει δεν ξεπερνά τα 15 κείμενα. Με αυτήν την ελάχιστη ποσότητα γραπτών έχει κερδίσει δεκάδες σημαντικά βραβεία επιστημονικής φαντασίας, ανάμεσά τους τέσσερις φορές το βραβείο Hugo και τέσσερις φορές το βραβείο Nebula, που αποτελούν τα πλέον προβεβλημένα στο χώρο. Παγκόσμια γνωστός έγινε κυρίως όταν το 2016 το σύντομο διήγημά του “Story of your life“ αποτέλεσε τη βάση για την ατμοσφαιρική ταινία επιστημονικής φαντασίας “The arrival” με σκηνοθέτη τον Denis Villeneuve (η ταινία είναι εξίσου βαθυστόχαστη όσο και η πρωτότυπη ιστορία. Βλ. για κριτική http://flix.gr/cinema/arrival-review.html). Όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω (από ένα πρόχειρο ψάξιμο στη google) στα ελληνικά έχει μεταφραστεί η συλλογή του “Stories of your life and others”, για την οποία πάτα τον σύνδεσμο https://www.politeianet.gr/books/9789600447637-chiang-ted-kedros-istories-tis-zois-sou-264747. Η ιστορία που μεταφράζω εδώ δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτή τη συλλογή. Το βασικό της θέμα είναι η οντολογική έλλειψη της ελεύθερης βούλησης, αυταπάτη πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο πολιτισμός και η ψευδαίσθηση της ανθρώπινης ταυτότητας.

Ο ΠΡΟΒΛΕΠΤΗΣ

[Τίτλος πρωτοτύπου: What’s Expected of Us]

Αποτελεί μια δύσκολη επιλογή...
Αυτό το μήνυμα είναι μια προειδοποίηση. Παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή.
Μέχρι τώρα πιθανώς θα έχετε δει έναν Προβλεπτή. Εκατομμύρια από αυτούς θα έχουν πουληθεί κατά τη στιγμή που διαβάζετε αυτά τα λόγια. Για όσους δεν έχουν δει έναν, πρόκειται για μια μικρή συσκευή, σαν το τηλεχειριστήριο με το οποίο ανοίγεις την πόρτα του αυτοκινήτου σου. Τα μοναδικά του χαρακτηριστικά  είναι ένα κουμπί κι ένα μεγάλο πράσινο φωτάκι. Το φως ανάβει, αν πατήσεις το κουμπί. Πιο συγκεκριμένα: το φως ανάβει ένα δευτερόλεπτο προτού πατήσεις το κουμπί.
Οι περισσότεροι λένε ότι όταν τον δοκιμάζουν για πρώτη φορά, νιώθουν σαν να παίζουν ένα παράξενο παιχνίδι, το οποίο έχει ως σκοπό να πατήσεις το κουμπί, αφού δεις το φως, και το οποίο είναι εύκολο να το παίξεις. Αλλά όταν προσπαθήσεις να παραβιάσεις τους κανόνες, συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς. Αν προσπαθήσεις να πατήσεις το κουμπί δίχως να έχεις δει το φως, το φως εμφανίζεται αμέσως και, ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα θα κάνεις την κίνηση, ποτέ δεν προλαβαίνεις να πατήσεις το κουμπί παρά μόνο αφού έχει περάσει πρώτα ένα δευτερόλεπτο. Αν περιμένεις για το φως, έχοντας σκοπό να μην πατήσεις το κουμπί στη συνέχεια, το φως δεν εμφανίζεται ποτέ. Ό,τι και να κάνεις το φως πάντοτε προηγείται από το πάτημα του κουμπιού. Δεν υπάρχει τρόπος να ξεγελάσεις έναν Προβλεπτή.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Η καταγωγή του κινητου (εφελκυστικου) -ν στην ιστορία της Ελληνικής


Το εφελκυστικό ή κινητό -ν φαίνεται ότι έχει την αρχή του στην δοτική πληθυντικού της προσωπικής αντωνυμίας. Βλέπε αττικό-ιωνικό ἡμῖν, δωρική ἁμίν, αιολική ἄμμιν. Παρατηρούμε σε πρώιμες επιγραφές την απόσπαση αυτού του τελικού -ν και την επέκτασή του πρώτα στη δοτική πληθυντικού των ονομάτων της τρίτης κλίσης (π.χ. ὄρνισι-ν). Αυτό συνέβη προπάντων στην αττική-ιωνική και λιγότερο σε μερικές ακόμα διαλέκτους (θεσσαλική χρήμασιν, διάλεκτος της Ηράκλειας ἔντασσιν). Από εκεί και πέρα μόνο στην αττική-ιωνική επεκτάθηκε κατ’ αναλογία πρώτα στο τρίτο πληθυντικό των ρηματικών μορφών και τέλος στο τρίτο ενικό: -σι(ν) και -ε(ν): π.χ. λύουσι(ν), ἔλεγε(ν). Όπου βρίσκουμε ρηματικούς τύπους με κινητό -ν σε άλλες διαλέκτους οφείλεται συνήθως σε επίδραση του έπους ή της Ελληνιστικής Κοινής. Τέλος παρατηρούμε ένα προαιρετικό -ν σε ορισμένα άλλα επιθήματα, όπως λόγου χάρη στο ὄπισθε(ν) και στο βίηφι(ν).
Η διάδοση της χρήσης του εφελκυστικού -ν στην καθημερινή ομιλία προκάλεσε μια ανάλογη εξέλιξη και στην επική ποίηση. Η ομηρική και μεθομηρική ιωνική επική παράδοση και αργότερα άλλες μη ιωνικές μορφές ποίησης στηρίζονται όλο και περισσότερο στο κινητό -ν προκειμένου να αποφύγουν τη χασμωδία και να επιτύχουν να μετατρέψουν μία ελαφριά συλλαβή σε βαριά μπροστά από ένα σύμφωνο που ακολουθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η πρακτική προηγείται του Ομήρου, όταν η επική ποίηση πέρασε στα χέρια των Ιώνων αοιδών. Από την άλλη αντίστροφα η χρησιμότητα του κινητού -ν στη μετρική των στίχων προκάλεσε την περαιτέρω εξάπλωση της χρήσης του και στην καθημερινή γλώσσα, αφού η σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνική και την καθημερινή γλώσσα είναι πάντα συμβιωτική. Στην ακολουθία των διαφόρων φωνητικών αλλαγών μπορούμε, χρησιμοποιώντας εσωτερικά κριτήρια, να αποδείξουμε ότι, αφού εισήχθη στην ποίηση το κινητό -ν, οι ποιητές άρχισαν να παραμελούν το αρχικό δίγαμμα ϝ (=/w/). Στην αρχή εμφανίζονται φόρμουλες που χρησιμοποιούν και τα δύο προκειμένου να μετατρέψουν μια συλλαβή από ελαφριά σε βαριά. Βλέπε π.χ. Οδύσσεια τ 519, καλὸν ἀείδῃσιν (ϝ)ἔαρος νέον ἱσταμένοιο. Από την άλλη το κινητό -ν χρησιμοποιείται σε φράσεις όπου αντικαθιστά το αρχικό δίγαμμα, προκειμένου να αποφευχθεί η χασμωδία: ἔδωκε ϝάναξ ἀνδρῶν > ἔδωκεν ἄναξ ἀνδρῶν. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να συνέβη μερικές γενεές πριν τον Όμηρο.
Η εισαγωγή του κινητού -ν είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ορισμένες δυσεξήγητες λέξεις που εμφανίζονται στην ομηρική ποίηση μέσω της παράδοσης, όπως για παράδειγμα το επίθετο νήδυμος σε συνδυασμό με το ουσιαστικό ὕπνος. Το επίθετο προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στους αρχαίους και τους νεότερους ερμηνευτές, οι οποίοι επιδόθηκαν σε ευρηματικές προσπάθειες ετυμολογίας και απόδοσης νοήματος. Ωστόσο η απλούστερη εξήγηση είναι ότι κατάγεται από το επίθετο ἡδύς (=γλυκός) και ότι προήλθε από μετα-ανάλυση μιας φρασεολογίας του τύπου ἔχε ϝήδυμος ὕπνος (=τον κυρίεψε γλυκός ύπνος) > ἔχεν ἥδυμος ὕπνος > ἔχε νήδυμος ὕπνος. Αλλά και η αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή η αφαίρεση, επίσης παρατηρείται στο παραδομένο ομηρικό κείμενο: ἀνδράσι νηπεδανοῖσι > ἀνδράσιν ἠπεδανοῖσι: εδώ το αρχικό ν- της δεύτερης λέξης θεωρήθηκε εφελκυστικό -ν και μετατέθηκε στο τέλος της προηγούμενης δοτικής πληθυντικού.
[βλ. Steve Reece, Homer’s winged words, 2009, 39-41]


Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η Σίβυλλα, οι χρησμοί της και το πρόσωπο της σελήνης στην πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ μή χρᾶν ἔμμετρα τήν Πυθίαν


Στο πολύ ενδιαφέρον αυτό απόσπασμα από την δελφική πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ μή χρᾶν ἔμμετρα νῦν την Πυθίαν γίνεται συζήτηση για την αξία των περίφημων, όσο και μυστηριωδών, σιβυλλικών χρησμών. Ο ίδιος ο Πλούταρχος αναγνώριζε την αξία αυτών των χρησμών, έστω και αν η σεληνιακή τους προέλευση τούς καθιστούσε κατώτερους από την απολλώνια και δελφική μαντεία, η οποία έχει ηλιακή φύση. Ο διάλογος εξελίσσεται σύντομα σε μια γενικότερη συζήτηση για την αξία της μαντείας. Υπάρχουν δύο πλευρές που διαφωνούν μεταξύ τους. Από τη μία μεριά είναι όσοι υποστηρίζουν ότι η μαντική  έχει βάση και αποτελεί αληθινή ικανότητα, ενώ από την άλλη βρίσκονται όσοι με ορθολογιστικό τρόπο αποδίδουν την τυχόν εκπλήρωση κάποιας μαντείας είτε στη γενικότερη ασάφεια της πρόβλεψης, είτε στην τύχη. Είναι φανερό ότι η συζήτηση αυτή συνεχίζεται και είναι επίκαιρη μέχρι και τις μέρες μας.

(ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 9-10)
Εγώ. λοιπόν, τέτοιου είδους αποκρίσεις έδινα στο Βόηθο και του έλεγα και άλλα παρόμοια σχετικά με τους Σιβυλλικούς χρησμούς. Όταν σταθήκαμε φτάνοντας κοντά στην πέτρα που γειτόνευε με το Βουλευτήριο, πάνω στην οποία λέγεται ότι κάθισε η πρώτη Σίβυλλα,[1] ερχόμενη από τον Ελικώνα[2] όπου ανατράφηκε από τις Μούσες (μερικοί λένε ότι έφτασε από τους Μαλιείς, μιας και ήταν θυγατέρα της Λαμίας, κόρης του Ποσειδώνα), ο Σαραπίωνας θυμήθηκε τους στίχους, με τους οποίους η ίδια ύμνησε τον εαυτό της, πως δηλαδή δε θα πάψει να μαντεύει ούτε και πεθαμένη. Πως η ίδια θα στριφογυρνά στη σελήνη, έχοντας γίνει το λεγόμενο «πρόσωπο» που φαίνεται,[3] ενώ το πνεύμα της ανακατεμένο με τον αέρα θα περιπλανιέται πάντοτε σαν φήμη και ψίθυρος. Κι όταν από το σώμα της που θα λιώνει στη γη θα φυτρώσουν χορτάρια και δέντρα, θα τη βοσκήσουν ζώα ιερά, που έχουν χρώματα κάθε είδους και μορφές και ποιότητες στα σπλάχνα τους, απ’ τα οποία προκύπτουν οι προγνώσεις του μέλλοντος για τους ανθρώπους. Ο Βόηθος, από την άλλη, ήταν φανερό ότι γελούσε περιπαικτικά ακόμη περισσότερο από πριν, καθόσον μάλιστα ο ξένος είπε ότι αυτά βέβαια μοιάζουν με μύθους, όμως υπέρ της μαντείας μαρτυρούν πολλές καταστροφές και μετοικίσεις ελληνικών πόλεων, πολλές εμφανίσεις βαρβαρικών στρατιών και πτώσεις ηγεμονιών: «Αυτές εδώ τις πρόσφατες και καινούργιες συμφορές στην Κύμη και τη Δικαιάρχεια,[4] που υμνήθηκαν και τραγουδήθηκαν από παλιά μέσω των Σιβυλλικών χρησμών, ο χρόνος δεν τις εξόφλησε σαν να τις χρωστούσε; Ή τις εκρήξεις βουνίσιας φωτιάς, τους θαλάσσιους αναβρασμούς, τις ρίψεις βράχων και φλογών από τις αναθυμιάσεις, τις καταστροφές πόλεων τόσο πολλών και συνάμα τόσο μεγάλων, που είχαν ως αποτέλεσμα όσοι επιστρέφουν την άλλη μέρα να μην αναγνωρίζουν και να μη διακρίνουν πού ήταν χτισμένες στην ανάστατη περιοχή; Γιατί αυτά είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ακόμη και ότι συνέβησαν, πόσο μάλλον ότι τα προείπαν δίχως τη βοήθεια του θεού».
Και ο Βόηθος απάντησε: «Ποια συμφορά, καλέ μου φίλε, δε χρωστά ο χρόνος στη φύση; Τι υπάρχει από τα παράξενα και απροσδόκητα πράγματα στη γη, τη θάλασσα, τις πόλεις ή τους ανθρώπους, που αν το προέβλεπε κανείς δε θα συνέβαινε (κάποτε) να πραγματοποιηθεί; Αν και μια τέτοια πρόβλεψη ισοδυναμεί όχι με το να προλέγει κανείς κάτι, αλλά απλώς να το λέει ή μάλλον να ρίχνει και να διασπείρει αθεμελίωτα λόγια στο άπειρο. Αυτά τα λόγια, καθώς περιπλανιούνται, τα συναντά πολλές φορές η τύχη και συμπίπτει μαζί τους από μόνη της. Γιατί διαφέρει, νομίζω, η εκπλήρωση κάποιας πρόβλεψης από την πρόβλεψη αυτού που θα συμβεί. Γιατί ο λόγος που εκφράζει τα μη υπάρχοντα, ενέχοντας μέσα του το λάθος, δε δικαιούται να αναμένει την κατά τύχη δικαίωσή του. ούτε να χρησιμοποιήσει το γεγονός που συνέβη μετά την πρόβλεψή ως τεκμήριο αλήθειας της προγνωστικής του ικανότητας, εφόσον το άπειρο μπορεί να παράγει τα πάντα. Ή μάλλον, «αυτός που εικάζει καλώς», τον οποίο η παροιμία αποκαλεί «άριστο μάντη», είναι όμοιος με κάποιον που, στηριγμένος στην εύλογη πιθανότητα, ανιχνεύει και βαδίζει στα ίχνη του μέλλοντος. Αυτές οι Σίβυλλες, όμως. και οι Βάκιδες,[5] δίχως τεκμήρια έριξαν και διέσπειραν μέσα στο χρόνο, σαν σε θάλασσα, όπως να ’ναι, λέξεις και φράσεις για κάθε είδους συμφορές και συμβάντα. Αν τους λάχει και μερικά απ’ αυτά (που είπαν) συμβούν κατά τύχη, εντούτοις η προφητεία κατά την ώρα που εκφέρεται αποτελεί ένα ψεύδος, ακόμη κι αν ύστερα τύχει να βγει αληθινή».



[1] Αυτή η πρώτη Σίβυλλα, η οποία ήταν αρχαιότερη από τις Πυθίες, ονομαζόταν Ηροφίλη. Πρέπει να τη διακρίνουμε από την Ηροφίλη, Σίβυλλα των Ερυθρών. Κατά μια παράδοση προερχόταν από την πόλη των Μαλιέων, όπου βρισκόταν και η Λαμία, κοντά στο Μαλιακό κόλπο.
[2] Ο Ελικώνας, βουνό των Μουσών, όπου μυήθηκε στην ποιητική τέχνη ο Ησίοδος, είναι φυσικό να θεωρείται και τόπος προέλευσης της Σίβυλλας των Δελφών, αφού η μαντική έκσταση είναι η δίδυμη αδερφή της ποιητικής έμπνευσης.
[3] Ο Πλούταρχος υπήρξε συγγραφέας μιας πραγματείας με τίτλο Περί του εμφαινομένου προσώπου τωι κύκλωι της σελήνης. Πβ. και το Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων, όπου η θεότητα που μιλά αναφέρει ότι η φωνή που ακουγόταν ήταν η φωνή της Σίβυλλας, η οποία τραγουδά για τα μέλλοντα, περιστρεφόμενη στο πρόσωπο της σελήνης.
[4] Γίνεται υπαινιγμός στην έκρηξη του Βεζούβιου του 79 μ.Χ. που κατέστρεψε τις ρωμαϊκές πόλεις Πομπηία και Ηράκλεια, καθώς και τις ελληνικές αποικίες Κύμη και Δικαιάρχεια. Στο Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων, ο Θεσπέσιος άκουσε τη Σίβυλλα να μιλά για το Βέσβιο όρος και την καταστροφή της Δικαιάρχειας από φωτιά.
[5] Ο Βάκις, μαζί με το Μουσαίο, ήταν ο πιο διάσημος από τους μυθικούς προφήτες. Ο τόπος γέννησής του ήταν αμφιλεγόμενος (Βοιωτία, Αττική, Αρκαδία), με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι υπήρξαν πολλοί Βάκιδες.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο θεός των Δελφών ως θεός της διαλεκτικής και η σημασία του δελφικού Ε


Στο επόμενο χωρίο (κεφ. 5-6) από την περίφημη δελφική πραγματεία του Πλουτάρχου Περί τοῦ ΕΙ τοῦ ἐν Δελφοῖς, ένας από τους ομιλητές, ο Θέωνας, στηριγμένος στη σύνδεση του δελφικού Ε με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ (=εάν), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Απόλλωνας με τους αμφίσημους χρησμούς του καλεί τους ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν τη διαλεκτική μέθοδο και τη δύναμη του υποθετικού συλλογισμού για να τον κατανοήσουν σωστά. Δεν είναι, συνεπώς, απλώς μάντης, αλλά Διδάσκαλος που προτρέπει τον κάθε άνθρωπο να ακολουθήσει το δικό του δρόμο της φώτισης και της αλήθειας. Τούτο το είχε κατανοήσει ήδη ο Όμηρος και ακόμη νωρίτερα ο Ηρακλής, ο Χείρων και ο Άτλαντας:

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πινκ Φλόιντ, "Λάμψε, τρελό διαμάντι" (Pink Floyd, Shine on you crazy diamond)


Λάμψε, τρελό διαμάντι.

Θυμάσαι όταν ήσουν νέος: έλαμπες σαν τον ήλιο.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Τώρα υπάρχει ένα βλέμμα στα μάτια σου, σαν μαύρες τρύπες στον ουρανό.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Πιάστηκες στα διασταυρούμενα πυρά της παιδικής ηλικίας και της φήμης,
παρασυρμένος από την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα εσύ, στόχε του μακρινού γέλιου,
έλα ξένε, θρύλε, μάρτυρα, και λάμψε!
Προσπάθησες να μάθεις το μυστικό πολύ νωρίς,
αναζήτησες απελπισμένα το φεγγάρι.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Φοβισμένος απ’ τις σκιές τη νύχτα, εκτεθειμένος στο φως.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Ξόδεψες το καλωσόρισμά σου με άσκοπη ακρίβεια,
ιππεύοντας την κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, ξέφρενε, θεατή οραμάτων,
έλα, ζωγράφε, αυλητή, δεσμώτη, 
και λάμψε!
***
Κανείς δεν ξέρει πού είσαι, πόσο μακριά ή κοντά.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Μάζεψε ακόμη πολλές στρώσεις και θα σε συναντήσω εκεί.
Λάμψε, τρελό διαμάντι.
Και θ’ απολαύσουμε τον θρίαμβο της χτεσινής μέρας,
θ’ ανοίξουμε πανιά στην κρύα πνοή του ανέμου.
Έλα, παιδί, αγόρι, νικητή κι ηττημένε,
έλα, εσύ που σκάβεις για να βρεις την αλήθεια και την αυταπάτη,
και λάμψε!


Shine on you crazy diamond
(Parts I-V)
Remember when you were young, you shone like the sun.
Shine on you crazy diamond.
Now there's a look in your eyes, like black holes in the sky.
Shine on you crazy diamond.
You were caught on the crossfire of childhood and stardom, 
blown on the steel breeze.
Come on you target for faraway laughter, 
come on you stranger, you legend, you martyr, and shine!
You reached for the secret too soon, you cried for the moon.
Shine on you crazy diamond.
Threatened by shadows at night, and exposed in the light.
Shine on you crazy diamond.
Well you wore out your welcome with random precision,
rode on the steel breeze.
Come on you raver, you seer of visions, 
come on you painter, you piper, you prisoner, and shine!

(Parts VI-IX)
Nobody knows where you are, how near or how far.
Shine on you crazy diamond.
Pile on many more layers and I'll be joining you there.
Shine on you crazy diamond.
And we'll bask in the shadow of yesterday's triumph, 
sail on the steel breeze.
Come on you boy child, you winner and loser, 
come on you miner for truth and delusion, and shine.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Το δαιμόνιο του Σωκράτη και τα γουρούνια των Αθηνών


[Πλούταρχος, Περί του Σωκράτους δαιμονίου 10]
[1]Τα πιο πολλά και σημαντικά γεγονότα πρέπει να τα πληροφορηθείτε από τον Σιμμία[2] και τους άλλους εταίρους του Σωκράτη. Όταν όμως ήμουν κι εγώ παρών (τότε που πήγα να συναντήσω το μάντη Ευθύφρονα[3]), έτυχε να βα­δίζει ο Σωκράτης -το θυμάσαι βέβαια, Σιμμία- προς τα πάνω, προς το Σύμβολο[4] και την οικία του Ανδοκίδη,[5] υ­ποβάλλοντας ταυτόχρονα σε ερωτήσεις και προκαλώντας σύγχυση στον Ευθύφρονα με παιχνιδιάρικη διάθεση. Ξαφ­νικά, όμως, αφού στάθηκε και σιώπησε, συγκεντρώθηκε στον εαυτό του για αρκετό χρονικό διάστημα. Κατόπιν γύρισε και πορευόταν μέσα από το δρόμο των κατα­σκευαστών κιβωτίων και καλούσε να γυρίσουν πίσω όσους από τους συντρόφους του είχαν ήδη προχωρήσει μπροστά, λέγοντας ότι τον επισκέφτηκε το δαιμόνιο. Οι περισσότεροι, λοιπόν, επέστρεψαν, ανάμεσα τους κι εγώ ακολουθώ­ντας από κοντά τον Ευθύφρονα. Κάποιοι νέοι, όμως, συ­νέχισαν την πορεία τους ευθεία μπροστά, με σκοπό να δεί­ξουν περιφρόνηση προς το δαιμόνιο του Σωκράτη, και τράβηξαν μαζί τους και το Χάριλλο,[6] τον αυλητή, που κι αυτός είχε έρθει μαζί μου στην Αθήνα να δει τον Κέβητα.[7] Κι ενώ πορεύονταν δια μέσου της οδού των αγαλματοποιών κοντά στα δικαστήρια,[8] συνάντησαν αγέλη χοίρων που ήταν γεμάτοι ακαθαρσίες και έσπρωχναν ο ένας τον άλλο εξαιτίας του πλήθους τους. Καθώς, λοιπόν, δεν υ­πήρχε δρόμος διαφυγής, άλλους τους έριξαν κάτω οι χοί­ροι πέφτοντας πάνω τους και άλλους τους καταβρώμισαν. Γύρισε σπίτι και ο Χάριλλος γεμάτος ακαθαρσίες στα σκέ­λη και τα ρούχα του, ώστε να θυμόμαστε πάντοτε με γέ­λιο το δαιμόνιο του Σωκράτη και συνάμα να νιώθουμε θαυμασμό που το θείο ποτέ δεν τον εγκατέλειψε και δεν τον άφησε αφρόντιστο.[9]



[1] Μιλά ο μάντης Θεόκριτος, ένας από τους ήρωες του διαλόγου.
[2] Θηβαίος μαθητής του Σωκράτη.
[3] Αθηναίος μάντης που έδωσε το όνομά του στον ομώνυμο πρώ­το διάλογο του Πλάτωνα για τη θρησκεία και την αγιότητα.
[4] Κυριολεκτικά το «Σταυροδρόμι», τοποθεσία στην αρχαία Αθήνα ΝΔ της Αγοράς.
[5] Αυτό το σπίτι βρισκόταν κοντά στην Αγορά απέναντι από τη Βασίλειο Στοά και κοντά στην Ποικίλη Στοά.
[6] Προσωπικότητα άγνωστη από αλλού.
[7] Μαθητής του Σωκράτη και του Φιλόλαου, φίλος του Σιμμία.
[8] Αυτή η οδός, όπως και εκείνη των κιβωτοποιών παραπάνω, βρισκόταν στον περίγυρο της Αγοράς.
[9] Η περιγραφή του Θεόκριτου τείνει προς το κωμικό. Ο Πλούταρχος φαίνεται να έχει αντλήσει το ανέκδοτο από το βίο του Σωκράτη που συνέγραφε ο Αριστόξενος. Εντούτοις, ο Θεόκριτος δε σκοπεύει να περιγελάσει το δαιμόνιο του Σωκράτη, αλλά απλώς να προσθέσει ένα παράδειγμα σ' αυτά που παρέχει ο Πλάτωνας για την επίδραση του δαιμόνιου στον μεγάλο φιλόσοφο.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Mario Luzi, 3 ποιήματα


Φύση
Η στεριά και σ’ αρμονία μαζί της η θάλασσα
κι υπεράνω των πάντων μιαν άλλη θάλασσα, πιο ευτυχής
χάρη στη φλόγα των σπουργιτιών τη γοργή
και τον δρόμο της αναπαυμένης σελήνης
και του ύπνου των γλυκών σωμάτων,
που' ναι μισάνοιχτα συνάμα στη ζωή και τον θάνατο-
και χάρη στις φωνές αυτές που κατέρχονται
δραπετεύοντας από μυστηριώδεις θύρες
κι αναπηδούν επάνω μας ωσάν τρελά πουλιά,
για να επιστρέψουν στα αρχέγονα νησιά τους τραγουδώντας:
εδώ μια κλίνη πορφυρή ετοιμάζεται
κι ένα τραγούδι που λικνίζει
όσους δεν έχουνε ύπνο-
τόσο σκληρή ήταν η πέτρα,
τόσο αιχμηρή η αγάπη.

Natura
La terra e a lei concorde il mare
e sopra ovunque un mare più giocondo
per la veloce fiamma dei passeri
e la via
della riposante luna e del sonno
dei dolci corpi socchiusi alla vita
e alla morte su un campo;
e per quelle voci che scendono
sfuggendo a misteriose porte e balzano
sopra noi come uccelli folli di tornare
sopra le isole originali cantando:
qui si prepara
un giaciglio di porpora e un canto che culla
per chi non ha potuto dormire
sì dura era la pietra,
sì acuminato l'amore.

Απρίλιος-Αγάπη
Η σκέψη του θανάτου με συνοδεύει
ανάμεσα στους δύο τοίχους ετούτου του δρόμου
που ανέρχεται μ’ αγωνία καθώς καμπυλώνει.
Το ανοιξιάτικο κρύο εκνευρίζει τα χρώματα,
ενοχλεί το γρασίδι, την πασχαλιά, κάνει την πέτρα σκληρή.
Κάτω από πανωφόρια και αδιάβροχα
κεντά τα στεγνά χέρια και στέλνει ένα ρίγος.

Χρόνος που βασανίζει και βασανίζεται, χρόνος
που σε καθάριο στροβιλισμό ανέμου φέρνει λουλούδια
ανάκατα με βάναυσες παρουσίες, και καθεμιά τους,
καθώς αναρωτιέσαι τι να’ ναι, χάνεται γοργά
στον άνεμο και τη σκόνη.

Ο δρόμος είναι για μέρη γνωστά,
που αν δεν είναι μη πραγματικά
προμηνύουν εξορία και θάνατο.
Εσύ που υπάρχεις, εγώ που έχω γίνει
-περιπλανώμενος σε τέτοιο ανεμόδαρτο τόπο-
ένας άνθρωπος που πορεύεται πίσω από έσχατο κι αδύναμο ίχνος.

Είναι απίστευτο, αλλά σ’ αναζητώ σ’ αυτόν
ή σ' άλλο τόπο πάνω στη γη
όπου θα είν’ αρκετό ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Ωστόσο είναι ακόμη μια εποχή, η δική μου,
που αναμένει απ’ τους άλλους
αυτό που είναι μέσα μας ή αλλιώς δεν υπάρχει.

Η αγάπη βοηθάει να ζήσουμε, να αντέξουμε,
η αγάπη εκμηδενίζει ή δίνει ξεκίνημα. Κι όταν
κάνεις υποφέρει ή αδύναμα ελπίζει -ωστόσο ελπίζει-
πως η σωτηρία από μακριά αναγγέλλεται,
τότε μέσα του υπάρχει μια ανάσα αρκετή για να τον αναστήσει.
Αυτό το έμαθα και το ξέχασα χιλιάδες φορές
και τώρα από σένα γυρνάει σε μένα ως κάτι ξεκάθαρο,
τώρα αποκτά ζωντάνια κι αλήθεια.

Η ποινή μου είναι ν’ αντέξω και πέρα απ’ αυτή τη στιγμή.

Aprile – Amore
Il pensiero della morte m’accompagna
tra i due muri di questa via che sale
e pena lungo i suoi tornanti. Il freddo
di primavera irrita i colori,
stranisce l’erba, il glicine, fa aspra
la selce; sotto cappe ed impermeabili
punge le mani secche, mette un brivido.
Tempo che soffre e fa soffrire, tempo
che in un turbine chiaro porta fiori
misti a crudeli apparizioni, e ognuna
mentre ti chiedi che cos’è sparisce
rapida nella polvere e nel vento.
Il cammino è per luoghi noti
se non che fatti irreali
prefigurano l’esilio e la morte.
Tu che sei, io che sono divenuto
che m’aggiro in così ventoso spazio,
uomo dietro una traccia fine e debole!
È incredibile ch’io ti cerchi in questo
o in altro luogo della terra dove
è molto se possiamo riconoscerci.
Ma è ancora un’età, la mia,
che s’aspetta dagli altri
quello che è in noi oppure non esiste.
L’amore aiuta a vivere, a durare,
l’amore annulla e dà principio. E quando
chi soffre o langue spera, se anche spera,
che un soccorso si annunci di lontano,
è in lui, un soffio basta a suscitarlo.
Questo ho imparato e dimenticato mille volte,
ora da te mi torna fatto chiaro,
ora prende vivezza e verità.
La mia pena è durare oltre quest’attimo.

[Ιδού η στιγμή]
Ιδού η στιγμή,
που επιστρέφουν οι αναβάτες με τα ξίφη.
Το κενό βρίσκεται στην αρένα
και στο στέρνο των θεατών.
Επίκειται -μοίρα σκοτεινή
ή μαύρη μνήμη της σφαγής-
ο κίνδυνος στον μαινόμενο ήλιο.
Ο χρόνος καρφώνει τον εαυτό του,
τον βασανίζει κάτω από τη φωτιά
αόρατων κεραυνών. Ω χτύπημα!
Ο κόσμος πεινά και φοβάται
τον ίδιο του τον εαυτό,
αποφεύγει και πληγώνει
το ίδιο του το σκληρό κρέας.
Συστρέφονται ο κορμός κι ο αυχένας
του ταύρου και του ταυρομάχου
Σ' ένα σκληρό στροβιλισμό
δύναμης και ύλης…
προς δόξα ή χλεύη
του είδους μας
ή της κοσμικής υπεροψίας;

[Ecco l’ora]
Ecco l’ora,
rientrati i picadores,
il vuoto è nell’arena
e nel petto degli astanti.
Incombe, sorte oscura
o nera
memoria d’ecatombe,
l’alea
nel sole furibondo,
inchioda su se stesso il tempo,
lo escrucia sotto il fuoco
d’invisibili saette. Oh morso!
Ha fame ed ha paura
di sé il mondo,
si schiva e si confrica
la sua dura carne...
si torcono il torso e la cervice
del toro e del torero
in un duro torciglione
di forza e di materia...
in gloria od a ludibrio
della nostra specie
o della universale boria?
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...